Legislator Case Law & Legislation
169/2019 AI generated

169/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 169/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

169/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

Keywords

AI generated
political party affiliation political motivation leave for political activities political representation resignation of the government energy policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 169 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 169/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Αλέξανδρο Κρυσταλλίδη και 2) Ανδρέα Γαβαλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: πολιτικού κόμματος ... που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Νικολούζο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3765/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2014, 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην έκθεση, ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984), δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 Α.Κ.

το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της υγείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται....", με τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου κώδικα "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...." και με τη διάταξη του άρθρου 363 του αυτού ως άνω κώδικα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται....".

Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που δεν αποδεικνύεται η αναλήθεια του φερόμενου ως δυσφημιστικού γεγονότος ή ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι` αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη (ΑΠ 389/2016, ΑΠ 1803/2017 Ποιν.).

Αλλά και για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απλής δυσφημήσεως απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση ότι το γεγονός είναι πρόσφορο όπως βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και θέληση (βούληση) ή αποδοχή διαδόσεως του ισχυρισμού τούτου ενώπιον τρίτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ Π.Κ. το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ.

του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις. Η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 367 Π.Κ.) για την ενότητα της έννομης τάξεως εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α.Κ.

Επομένως αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 Π.Κ.

ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 343/2016). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρ. 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 2049/2017, ΑΠ 271/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων)...., πολιτικό πρόσωπο επί σειρά ετών, ... κατά τα διαστήματα 19….-19… και 19…-20… έχει διατελέσει Υφυπουργός …., αντίστοιχα, ενώ στις δημοτικές εκλογές του 20… εξελέγη δήμαρχος στο Δήμο ....

Το εναγόμενο (και ήδη αναιρεσίβλητο) πολιτικό κόμμα, ... απαντώντας στις δηλώσεις του ενάγοντος, Δημάρχου εν ενεργεία ..., οι οποίες κατ' αυτό συνιστούν συκοφαντική επίθεση σε βάρος του και επιπλέον προσπάθεια να συνδεθεί με σοβαρές αξιόποινες πράξεις, μέσα από ραδιοφωνική συνέντευξη που παραχώρησε στον Α9… με αφορμή εκτεταμένα επεισόδια που προκάλεσαν στις 17.02.2013....

άτομα... στις εγκαταστάσεις της εταιρίας "...." στις ..., που εκμεταλλεύεται τα μεταλλεία ..., κατά τη διάρκεια των οποίων τέλεσαν σοβαρότατες αξιόποινες πράξεις, εξέδωσε το από 18.02.2013 δελτίο τύπου, το οποίο αναρτήθηκε στον ιστότοπό του και σε άλλους ιστότοπους και αναπαράχθηκε και από πολλά ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και από τον τηλεοπτικό σταθμό "..." στο κεντρικό βραδινό δελτίο ειδήσεων του σταθμού...., το οποίο έχει ως εξής: "Τα χτεσινά απαράδεκτα γεγονότα στο εργοτάξιο της Ελληνικός Χρυσός στις ...

δεν βοηθούν σε καμία περίπτωση το δίκαιο αγώνα της τοπικής κοινωνίας. Ο ... αποδοκιμάζει και διαχωρίζει πλήρως τη θέση του από πράξεις που αντικειμενικά υπονομεύουν και συκοφαντούν τους κοινωνικούς αγώνες και δεν συνάδουν με τις αξίες των ανθρώπων που αγωνίζονται για μια αξιοπρεπή ζωή. Μέσα στο γενικευμένο κλίμα στοχοποίησης των κοινωνικών αγώνων εντάσσεται και η σύλληψη τριών κατοίκων, με την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας μεταξύ των οποίων και ενός μέλους της Ν.Ε, του ..., του Λ.

Τ., λόγω της συμμετοχής του στις διαδηλώσεις και στην Επιτροπή Αγώνα κατά των μεταλλείων χρυσού. Η απόδοση της κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας για τα γεγονότα στις ... είναι μια πολύ επικίνδυνη επιλογή για τις πολιτικές ελευθερίες, που θέλει αφενός να υποδηλώσει μια άμεση ή έμμεση σχέση με τις χτεσινές ενέργειες και αφετέρου να προβάλει ότι ακόμη και οι ιδέες ή οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, μπορούν να ενθαρρύνουν αυτουργούς σε παράνομες πράξεις.

Η υπόδειξη του ... ως υπεύθυνου πολιτικού χώρου για τα γεγονότα, από το γνωστό διαπλεκόμενο και υπόλογο για ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της πολιτικής ιστορίας κ. Π., έχει ως προφανή στόχο να ανακόψει τις κινητοποιήσεις των κατοίκων της …. που αγωνίζονται για τη ζωή τους. Αυτές οι δηλώσεις βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με τα επιχειρηματικά συμφέροντα, ενώ εντάσσεται στη στρατηγική της έντασης και της ενοχοποίησης των κοινωνικών αγώνων και του ..., στην οποία επενδύει η κυβέρνηση.

Ματαιοπονούν. Ο λαός μας τους έχει πάρει χαμπάρι και θα τους διώξει". Κατά τον ενάγοντα...., οι επίμαχες φράσεις του δελτίου τύπου "από το γνωστό διαπλεκόμενο και υπόλογο για ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της πολιτικής ιστορίας κ. Π.... Αυτές οι δηλώσεις βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με τα επιχειρηματικά συμφέροντα", είναι ψευδείς, παρατίθενται από το εναγόμενο πολιτικό κόμμα χωρίς κανένα στοιχείο και προσβάλλουν την προσωπικότητά του ως ατόμου και δημοσίου λειτουργού, μειώνοντας ειδικότερα την τιμή και την υπόληψή του σε όλες τις εκφάνσεις της, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι κατέχει το αξίωμα του Δημάρχου του Δήμου ....

Το πιο πάνω δελτίο τύπου εκδόθηκε από το εναγόμενο πολιτικό κόμμα σε απάντηση δηλώσεων του ενάγοντος μετά τη στοχοποίηση μελών του, αλλά και του ίδιου του κόμματος της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης για τα γεγονότα της 17ης Φεβρουαρίου 2003, αλλά και για εμπλοκή βουλευτών του σε παρόμοιες χρονικά πρωθύστερες αξιόποινες πράξεις (γεγονότα Οκτωβρίου 2012).

Τα γεγονότα της 17ης Φεβρουαρίου 2003, το εναγόμενο, ρητά καταδίκασε, επισημαίνοντας επί λέξει ότι αποδοκιμάζει και διαχωρίζει πλήρως τη θέση του από πράξεις που αντικειμενικά υπονομεύουν και συκοφαντούν τους κοινωνικούς αγώνες και δεν συνάδουν με τις αξίες των ανθρώπων που αγωνίζονται για μια αξιοπρεπή ζωή.

Όσον αφορά δε στους χαρακτηρισμούς για τον ενάγοντα, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα ουσιώδη.... περιστατικά: Την 12.12.2003 υπεγράφη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των εταιριών ... ΑΕ και ... INC η υπ' αριθ. 22137/2003 σύμβαση εξωδικαστικού συμβιβασμού, με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο έλαβε κατά πλήρη κυριότητα το σύνολο του ενεργητικού της εταιρίας ...

ΑΕ, στην οποία είχε μεταβιβαστεί το σύνολο της αυτοτελούς μονάδας παραγωγής ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ …. στη ..., στο οποίο περιλαμβάνονται ακίνητα, δικαιώματα μεταλλειοκτησίας, εμπράγματα δικαιώματα, μετοχές, ...., καθώς και η σε ποσοστό 100% συμμετοχή στην εταιρία ... ΑΕ. Σε αντάλλαγμα, το Ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ..., ως εύλογη χρηματική αποζημίωση, το ποσό των 11.000.000 ευρώ.

Συμφωνήθηκε ακόμη ότι η απόσπαση του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού της ... και η καταβολή της ως άνω χρηματικής αποζημίωσης, θα απαλλάσσονται με το νόμο που θα κυρώσει την παρούσα σύμβαση από οποιοδήποτε φόρο μεταβίβασης ή άλλο φόρο, τέλος κ.λ.π., ακόμη η παρούσα σύμβαση απαλλάσσεται από οποιοδήποτε φόρο μεταβίβασης ή άλλο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου εισοδήματος λόγω υπεραξίας, από κάθε τέλος, εισφορά κ.λ.π., οι δε αμοιβές των συμβολαιογράφων, δικηγόρων και υποθηκοφυλάκων περιορίζονται στο 5% των προβλεπομένων αμοιβών από το νόμο.

Ακολούθως, την αυτή ως άνω ημερομηνία, υπεγράφη μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα του Υπουργείου ... και του Υπουργείου Ανάπτυξης και της εταιρίας ...., η υπ' αριθ. …138/2003 σύμβαση μεταβίβασης των στοιχείων του ενεργητικού της ..., με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο πώλησε στην παραπάνω εταιρία (...) το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρίας ..., "ως έχει και ευρίσκεται" που έχει περιέλθει στην κυριότητά του δυνάμει της υπ' αριθ. 22137/2003 σύμβασης εξωδικαστικού συμβιβασμού, το τίμημα δε για το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού της ...

που μεταβιβάστηκε, ανήλθε σε 11.000.000 ευρώ. Με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε ότι η μεταβίβαση στην αγοράστρια εταιρία του συνόλου του ενεργητικού της ..., που περιήλθαν από αυτή στο Ελληνικό Δημόσιο, απαλλάσσεται από οποιοδήποτε φόρο μεταβίβασης ή άλλο φόρο, συμπεριλαμβανομένου και του φόρου εισοδήματος λόγω υπεραξίας, από κάθε τέλος, εισφορά, δικαιώματα κ.λ.π., τα δε δικαιώματα και οι αμοιβές των συμβολαιογράφων, δικηγόρων και υποθηκοφυλάκων περιορίζονται στο 5% των προβλεπομένων αμοιβών από το νόμο.

Οι παραπάνω δύο συμβάσεις (….37/2003 και ….8/2003) κυρώθηκαν με το Ν. 3220/2004 [ΦΕΚ 15/28.01.2004] (άρθρα 51 και 52) και το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε από τους Υφυπουργούς ... Χ. Π. και Α. Κ. αντιστοίχως, οι οποίοι και υπέγραψαν τις άνω συμβάσεις. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά από σχετική καταγγελία ως προς τα μέτρα κρατικής ενίσχυσης που εφήρμοσε η Ελλάδα υπέρ της εταιρίας ...

Α.Ε.Μ.Β.Χ., η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αφού εκκίνησε την προβλεπόμενη διαδικασία έρευνας, με την απόφαση με αριθμό Ε (2011) 1006 της 23.02.2011, έκρινε, ότι χορηγήθηκε, με σκοπό την προστασία της απασχόλησης και του περιβάλλοντος, καθώς και τη δημιουργία κινήτρου για τους υποψήφιους αγοραστές των Μεταλλείων ..., παράνομα από την Ελλάδα, κατά παράβαση του άρθρου 108 παρ. 3 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπέρ της εταιρίας ...., κρατική ενίσχυση ύψους 15,34 (14 εκατ. + 1,34 εκατ.) εκατομμυρίων ευρώ, με την πώληση περιουσιακών στοιχείων και γης σε τιμή κατώτερη της αξίας της και με απαλλαγή της υποχρέωσης καταβολής των συνδεόμενων φόρων, που είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, όφειλε δε η Ελλάδα....

να προβεί άμεσα στην ανάκτηση της ενίσχυσης μαζί με τους τόκους. Η Επιτροπή προέβη στην κρίση αυτή αφού προηγουμένως διέλαβε στο σκεπτικό της τα εξής: Στις 12.12.2003, τα Μεταλλεία ... μεταβιβάστηκαν από τη ... στο Ελληνικό Δημόσιο έναντι 11 εκατ. ευρώ, υπό όρους εξώδικου διακανονισμού, στο πλαίσιο του οποίου πραγματοποιήθηκε συμψηφισμός αμοιβαίων αξιώσεων (οι αξιώσεις της ...

έναντι του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχονταν σε 293,5 εκατ. ευρώ, ....) και την ίδια ημέρα, το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην πώληση των Μεταλλείων ... στην .... έναντι 11 εκατ. ευρώ, χωρίς προηγούμενη εκτίμηση των στοιχείων ενεργητικού από ανεξάρτητο εκτιμητή και χωρίς ανοιχτό διαγωνισμό. Η πώληση περιλάμβανε τρία μεταλλεία (...), τα σχετικά μεταλλευτικά δικαιώματα, γη, το απόθεμα μεταλλευμάτων και τα πάγια στοιχεία ενεργητικού (εξοπλισμός εξόρυξης - επεξεργασίας, κατοικίες εργαζομένων και βιομηχανικά κτίρια) και η εταιρία ....

απηλλάγη από την καταβολή οιουδήποτε φόρου. Καταλήγοντας η Επιτροπή έκρινε ότι το συνολικό ποσό ενίσχυσης ανήλθε σε 15,34 εκατ. ευρώ, έχοντας εξετάσει: α) την αξία των τριών επί μέρους μεταλλείων (...) που συναποτελούν τα Μεταλλεία ...,..., η συνολική αξία των μεταλλείων εκτιμάται σε 16... εκατομμύρια ευρώ, β) την αγοραία αξία της γης, για την οποία η Επιτροπή, ...

συμπεραίνει ότι ασφαλή εκτίμηση της αγοραίας αξίας της γης κατά το χρόνο πωλήσεώς της, συνιστά το ποσό των 6 εκατομμυρίων ευρώ και γ) την αξία του αποθέματος μεταλλευμάτων, η οποία, κατά την Επιτροπή, .... ανερχόταν σε ... 3 εκατ. ευρώ βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά την 12.12.2003. Ως εκ τούτου, συνολικά, κατά την Επιτροπή, η αξία των Ορυχείων ...

ανέρχεται σε 25 εκατομμύρια ευρώ (16 εκατ. η αξία των μεταλλείων, 6 εκατ. η αξία της γης και 3 εκατ. η αξία του αποθέματος μεταλλευμάτων) και άρα η αγοραία αξία των στοιχείων του ενεργητικού των Μεταλλείων ..., ανέρχεται σε 25 εκατ. ευρώ κατά τη στιγμή της πωλήσεώς τους στην ... Α.Ε.Μ.Β.Χ.

Συνεπώς, η αξία του πλεονεκτήματος που επωφελήθηκε η αγοράστρια εταιρία, ανερχόταν σε 14 (25 εκατ. - 11 εκατ.) εκατομμύρια ευρώ. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι σε έκθεση εκτίμησης των στοιχείων ενεργητικού των μεταλλείων ... που δημοσιεύθηκε για λογαριασμό της ..., μετόχου της ... Α.Ε, η εύλογη αγοραία αξία των στοιχείων ενεργητικού των Μεταλλείων ...

ανερχόταν σε 500 εκατ. δολάρια ΗΠΑ, ή 411 εκατ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2004, βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας της ημέρας αυτής. Περαιτέρω, κατά την Επιτροπή, δύο φόροι ήταν απαιτητοί στην περίπτωση της πώλησης των Μεταλλείων ...: α) φόρος για τη μεταβίβαση των μεταλλείων, που ισοδυναμούσε με 5% και β) φόρος για τη μεταβίβαση της γης, που ισοδυναμούσε με 7-9%.

Η αγοραία αξία των μεταλλείων το 2003 ανερχόταν σε 16 εκατ. ευρώ και επομένως η Επιτροπή θεωρεί ότι ο αντίστοιχος φόρος για τα πωληθέντα το 2003 μεταλλεία, θα ισοδυναμούσε με 0,8 εκατ. ευρώ, η δε αγοραία αξία της γης το 2003 ανερχόταν σε 6 εκατ. ευρώ και συνεπώς η Επιτροπή θεωρεί ότι η πώληση γης το 2003 θα έπρεπε να προβλέπει φόρο 0,54 εκατ.

ευρώ. Με δεδομένο όμως, ότι η σύμβαση πώλησης του 2003 προβλέπει μηδενικό φόρο μεταβίβασης, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα άνω ποσά συνολικού ύψους 1,34 εκατ. ευρώ, αποτελούν το πλεονέκτημα του οποίου έτυχε η αγοράστρια εταιρία .... Ακολούθως, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρίνοντας στην υπόθεση C-263/12 επί προσφυγής ...

της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, με την από 17.10.2013 απόφασή του, αποφάσισε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραλείποντας να λάβει, εντός των ταχθεισών προθεσμιών, όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να ανακτήσει από την εταιρία .... την ενίσχυση η οποία της χορηγήθηκε ... και η οποία κρίθηκε παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά ...

παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 3 της εν λόγω αποφάσεως. Αντίκρουση των ανωτέρω διαπιστωθέντων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πραγματικών περιστατικών, δεν επιχειρείται από τον εκκαλούντα, ο τελευταίος όμως διατυπώνει τη θέση ότι επρόκειτο για πράξη μεταξύ ιδιωτικών εταιριών. Όμως,....

η Ελλάδα, δεν ενήργησε ως απλός μεσάζων, αλλά ήταν ενεργό μέρος αμφοτέρων των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν μέσω δύο διαφορετικών συμβάσεων, στη δεύτερη από τις οποίες ανέλαβε υποχρεώσεις πωλητή και είχε και δικαιώματα στα έσοδα της πώλησης, που καταβλήθηκαν απευθείας στην εταιρία ..., προκειμένου να καλύψουν συγκεκριμένη υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου....

Ο εκκαλών... είχε ως Υφυπουργός ... κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο ενεργό συμμετοχή στην πώληση των Μεταλλείων ... στην εταιρία .... υπογράφοντας τόσο την 22137/2003 σύμβαση εξωδικαστικού συμβιβασμού όσο και την 22138/2003 σύμβαση μεταβίβασης των στοιχείων του ενεργητικού της ... που απέκτησε το Ελληνικό Δημόσιο και ακολούθως μεταβίβασε στην αγοράστρια εταιρία.

Η υπογραφή των συμβάσεων αυτών έγινε κατά παράβαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας (άρθρο 108 παρ.3 της Σ.Λ.Ε.Ε.), υπό συνθήκες που συνιστούσαν ευνοϊκή μεταχείριση της αγοράστριας εταιρίας, αφού έγινε δεκτό ότι χορηγήθηκε παράνομα σε αυτή κρατική ενίσχυση ύψους 15,34 εκατομμυρίων ευρώ,... η οποία είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, επειδή δε η Ελληνική Δημοκρατία παρέλειψε να προβεί στην ανάκτηση της παραπάνω ενίσχυσης, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την από 17.10.2013 απόφασή του, αποφάσισε ότι παρέβη τις υποχρεώσεις της από τα άρθρα 2 και 3 της εν λόγω αποφάσεως.

Περαιτέρω, η υπ' αριθ. 1492/2013 απόφαση του ΣΤΕ,... σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε αίτηση των αιτούντων περί ακυρώσεως της υπ' αριθ. 201745/26.07.2011 Κοινής Υπουργικής Απόφασης περί εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων του έργου "Μεταλλευτικές Μεταλλουργικές Εγκαταστάσεις Μεταλλείων ...", δημοσιεύτηκε στις 17-4-2013, ήτοι δύο (2) μήνες μετά την κατά την 18.02.2013 δημοσίευση του επίμαχου δελτίου τύπου του εναγομένου και επομένως δεν ασκεί καμία επιρροή στο περιεχόμενό του, καθώς και στην πρόθεση αυτών που το συνέταξαν.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ανεξαρτήτως του περιεχομένου των ζητημάτων τα οποία θίγει η παραπάνω δικαστική απόφαση,... πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις σοβαρές ανησυχίες και επιφυλάξεις που διατυπώνονται από επιστημονικούς και ερευνητικούς φορείς της ευρύτερης περιοχής για τις επιπτώσεις που θα έχει στο περιβάλλον η εκμετάλλευση των επίμαχων μεταλλείων....

Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών,... στοιχειοθετείται σε αμιγώς πολιτικό επίπεδο,... η έννοια "σκάνδαλο", ... καθόσον ανενδοίαστα προκύπτει ότι η υπόθεση της μεταβίβασης, χωρίς προηγούμενη εκτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού από ανεξάρτητο εκτιμητή και απευθείας, ήτοι χωρίς διαγωνισμό, των Μεταλλείων ... ...ς στην εταιρία ...., με κρατική ενίσχυση ύψους 15,34 εκατομμυρίων ευρώ, από την πώληση περιουσιακών στοιχείων και γης (αξίας 14 εκατ.

ευρώ) και με απαλλαγή της υποχρέωσης καταβολής των συνδεόμενων φόρων (αξίας 1,34 εκατ. ευρώ) σε τιμή κατά πολύ κατώτερη της αξίας της (κάτω από το ήμισυ), η οποία αντιβαίνει στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, ενόψει της αδικαιολογήτως ευνοϊκής προς αυτή μεταχείρισης, προκάλεσε δυσφορία και αγανάκτηση στην κοινή γνώμη, ερχόμενη σε αντίθεση με τις καθιερωμένες αντιλήψεις περί ηθικής απλών κατοίκων, αλλά και φορέων και παραγόντων της τοπικής και ευρύτερης κοινωνίας....

Κατόπιν τούτων, η χρήση της λέξης "υπόλογος", που έχει την έννοια εκείνου που πρέπει να δώσει λόγο για τις πράξεις του, χρησιμοποιήθηκε από το εναγόμενο πολιτικό κόμμα, προκειμένου ο ενάγων λόγω της ενεργούς συμμετοχής του στην επίμαχη μεταβίβαση των Μεταλλείων ... με τους όρους που αυτή πραγματοποιήθηκε, παράσχει διευκρινίσεις για εκείνες από τις ενέργειές του που κρίθηκαν παράνομες....

Όσον αφορά τη λέξη "διαπλοκή", που έχει αμιγώς πολιτική σημασία και χρησιμοποιείται στην πολιτική αντιπαράθεση τις τελευταίες δεκαετίες για την περιγραφή του φαινομένου της μη θεμιτής αμοιβαίας εξυπηρέτησης συμφερόντων μεταξύ παραγόντων της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, το εναγόμενο ανέφερε, για να περιγράψει, στα πλαίσια της παραχώρησης των μεταλλείων ... ...ς στην εταιρία ...., την ευνοϊκή μεταχείριση ιδιώτη από φορέα δημόσιας εξουσίας που δεν δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Η φράση, τέλος "...αυτές οι δηλώσεις βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με τα επιχειρηματικά συμφέροντα", με την οποία το εναγόμενο αναφέρθηκε στις δηλώσεις του ενάγοντος την παραμονή της έκδοσης του επίδικου δελτίου τύπου, όταν ο ενάγων προέβη στις επίμαχες δηλώσεις σε ραδιοφωνική του συνέντευξη χαρακτηρίζοντας αδιακρίτως τους αγώνες της τοπικής κοινωνίας να διαδηλώσουν αντιδρώντας στη συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα στην περιοχή, ως έκνομες δραστηριότητες, αντικειμενικά λειτουργούν αποτρεπτικά στο παραπάνω δικαίωμα των πολιτών και βρίσκονται στην ίδια πλευρά των επιχειρηματικών συμφερόντων που ενδιαφέρονται για την απρόσκοπτη εκμετάλλευση των μεταλλείων στη συγκεκριμένη περιοχή.

Ενόψει των ανωτέρω, και αφού δεν αποδείχθηκε.... από το εναγόμενο πολιτικό κόμμα κατ 'αρχήν η αναλήθεια των ισχυρισμών του, δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος. Πέραν όμως της αλήθειας των όσων ανέφερε το εναγόμενο, οι ισχυρισμοί του ήταν αντικειμενικά πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως προσώπου ασχολούμενου επί σειρά ετών με τα κοινά, ο οποίος κατείχε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής το αξίωμα του Δημάρχου.

Έτσι με τους ως άνω ενώπιον τρίτων ισχυρισμούς του, το εναγόμενο τέλεσε σε βάρος του ενάγοντος το αδίκημα της απλής δυσφήμησης. .. Όμως ...αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το εναγόμενο προέβη στην έκδοση του επίμαχου δελτίου του Γραφείου Τύπου του κόμματος, κατ' ενάσκηση νομίμου καθήκοντός του, συνταγματικά κατοχυρωμένου, σύμφωνα με το οποίο η οργάνωση και η δράση των πολιτικών κομμάτων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος (άρθρο 29 παρ. 1 εδ.α' του Συντάγματος) και συγκεκριμένα για τη διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος σχετικά με τη διαδικασία της πώλησης και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τον τρόπο λειτουργίας των Μεταλλείων ..., το οποίο (δημόσιο συμφέρον) θεωρούσε ότι θίγεται, ιδίως μετά την υπό του ενάγοντος εκτόξευση σοβαρών κατηγοριών σε βάρος του για υποκίνηση ατόμων σε διάπραξη εγκληματικών πράξεων κατά της εταιρίας ...

Α.Ε.Μ.Β.Χ, τις οποίες το εναγόμενο ρητά καταδίκασε. Ανεξαρτήτως δε του περιεχομένου του δελτίου τύπου...., δεν αποδείχθηκε, ότι το εναγόμενο πολιτικό κόμμα είχε πρόθεση κατευθυνόμενη ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με ονειδισμό, καταφρόνηση ή περιφρόνηση αυτού, τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και στο επαγγελματικό και πολιτικό του περιβάλλον, αφού η επιδίωξή του ήταν αφενός μεν η απόκρουση των μειωτικών και υβριστικών χαρακτηρισμών σε βάρος του, όσο και βουλευτών του, αφετέρου δε η προάσπιση των δικαιωμάτων μεγάλης μερίδας πολιτών της ...ς που διαφωνούσαν για τη συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα ... , στα πλαίσια του καθήκοντός του να εξυπηρετεί τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Για την απόδοση δε του περιεχομένου των σκέψεων που για τους παραπάνω λόγους συμπεριελήφθησαν στο επίμαχο δελτίο τύπου, το εναγόμενο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο, οι κρίσιμες δε εκφράσεις που αποτέλεσαν μέρος του επίμαχου δελτίου τύπου και επέσυραν την σε βάρος του εναγομένου πολιτικού κόμματος αγωγή, από το όλο περιεχόμενο και το ύφος του δελτίου τύπου προκύπτει ότι με αυτές ασκούνταν οξεία κριτική με δυσμενείς χαρακτηρισμούς για τον ενάγοντα, που ως πολιτικό πρόσωπο, ...

τα όρια της ανεκτής κριτικής γι' αυτόν είναι ευρύτερα από αυτά ενός κοινού ανθρώπου, αφού σε αντίθεση με το δεύτερο, ο πρώτος εκτίθεται συνειδητά και αναπόφευκτα σε έναν ενδελεχή έλεγχο των πράξεων, των δηλώσεων και των ιδεών του, από διαφόρους φορείς, δημοσιογράφους, πολίτες, κόμματα κ.λ.π. και συνεπώς οφείλει να επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή.

Η ως άνω κριτική κρίνεται ... θεμιτή, ενόψει της προαναφερθείσας ιδιότητας του ενάγοντος, αλλά και του ζητήματος μείζονος ενδιαφέροντος σχετικά με τη πώληση και τη λειτουργία των Μεταλλείων ... ...ς, που προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή του ως αβάσιμη, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της από το άρθρο 367 παρ. 1 εδ.

γ' ΠΚ προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο σχετικής ένστασης και απορρίψεως ως κατ'ουσίαν αβάσιμης της στηριζόμενης στο άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ αντένστασης του ενάγοντος. Με τους πρώτο και δεύτερο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ. 361, 362, 363 και 367 παρ. 1 και 2 Π.Κ., καθόσον αφενός μεν οι επίμαχοι ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων είναι γνωστός διαπλεκόμενος και υπόλογος για ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της πολιτικής ιστορίας και ότι οι δηλώσεις του βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με τα επιχειρηματικά συμφέροντα, είναι ψευδείς και, ως εκ τούτου, τελέστηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφετέρου δε το αναιρεσίβλητο ενήργησε με ειδικό σκοπό εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς του δεν ήταν πράγματι αναγκαίος για την αντικειμενική απόδοση των θέσεών του, αφού η αόριστη και μη στοιχειοθετημένη κατηγορία σε βάρος του είναι εκ των πραγμάτων απρόσφορη να επιτελέσει στην άσκηση θεμιτής πολιτικής κριτικής κατά πολιτικού προσώπου.

Ωστόσο, οι ανωτέρω δύο λόγοι αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του όρθρου 559 αρ. 1, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. ΚπολΔικ), σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμοι εφόσον το αναιρεσίβλητο, πολιτικό κόμμα, είχε και εκ του Συντάγματος το δικαίωμα να ασκήσει οξεία κριτική σε βάρος του αναιρεσείοντος, ως προσώπου που ενεπλάκη στην υπόθεση πωλήσεως των μεταλλείων, της ..., και να χρησιμοποιήσεις τις πιο πάνω εκφράσεις λόγω και των επιπτώσεων που πίστευε ότι θα είχε στην ευρύτερη κοινωνία της ...ς η λειτουργία των μεταλλείων, κατ' ουδένα τρόπο δε προέκυπτε σκοπός εξυβρίσεως του προσώπου του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000), όχι δε και εκείνοι που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Για τη βασιμότητα δε του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως επισκοπείται και το δικόγραφο της αγωγής, των προτάσεων ή της εφέσεως (ΑΠ 574/2015, ΑΠ 268/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το τέταρτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, και ειδικότερα, ενώ η αγωγή έχει ως βάση τη διατύπωση σε βάρος του αόριστων δυσφημιστικών ισχυρισμών και απόδοση εγκληματικών ιδιοτήτων, χωρίς παράθεση περιστατικών δικαιολογούντων την γενόμενη από το εναγόμενο δυσφήμηση, παρ' όλα αυτά η αναιρεσιβαλομένη αφενός μεν δέχτηκε ότι η κατηγορία για το μη κατονομαζόμενο "σκάνδαλο", για το οποίο ο ενάγων - αναιρεσείων παρουσιάστηκε ως υπόλογος και γνωστός διαπλεκόμενος, αφορά στην υπόθεση πώλησης των μεταλλείων ..., αφετέρου δε διερεύνησε σχέση διαπλοκής του αναιρεσείοντος με επιχειρηματικά συμφέροντα των αγοραστών των μεταλλείων και επιχειρηματιών της επένδυσης, μεταβάλλοντας με τον τρόπο αυτό ανεπίτρεπτα τη βάση της αγωγής του.

Όμως, τα περιστατικά αυτά, ανεξαρτήτως του ότι στην αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), γίνεται αναφορά στα γεγονότα στις ... και στη νομιμότητα της ως άνω αναφερόμενης επένδυσης, δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, ούτε και μεταβολή της βάσης της αγωγής, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών εκ μέρους του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου και της κατ' άρθρον 367 παρ. 2 Π.Κ.

αντένστασης αυτού, καθώς και επιχειρήματα του τελευταίου συναγόμενα από τις αποδείξεις, που τείνουν στην αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών περί συμπεριφοράς του εναγομένου που συνιστούσε συκοφαντική δυσφήμηση. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 692/2017, ΑΠ 646/2017).

Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1270/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, διότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η αναλήθεια των σε βάρος του αναιρεσείοντος ισχυρισμών του εναγομένου, καθόσον την απόδειξη της αλήθειας του δυσφημιστικού ισχυρισμού έφερε ο εναγόμενος.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ερευνώντας τους λόγους έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η αναλήθεια των γεγονότων που το εναγόμενο διέλαβε στην ανακοίνωσή του και για το λόγο αυτό έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος.

Στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο, διότι οι αποδείξεις που προσκόμισε ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος κρίθηκαν επαρκείς για την αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και όχι από έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση, με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, αφού ο ενάγων έφερε τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής του πραγματικών περιστατικών και, συνακόλουθα, τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της ένδικης στην προκείμενη υπόθεση έννομης συνέπειας.

Επομένως, ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 19/2005). Tο δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης, να αναφέρεται δε ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (ΑΠ 541/2014, 294/2014).

Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. 'Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 50 παρ. 5 του Π.Δ/τος 18/1989 (που κωδικοποίησε το ν.δ./μα 170/1973 περί του Συμβουλίου της Επικρατείας) "οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας Ολομέλειας και Τμημάτων, ακυρωτικές και απορριπτικές, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, που ισχύει ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής σε κάθε υπόθεση ή διαφορά, κατά την οποία προέχει, το διοικητικής φύσεως ζήτημα, που κρίθηκε από το δικαστήριο". 'Ετσι, η διάγνωση του ΣτΕ, ως προς το, εκάστοτε, κριθέν, διοικητικής φύσεως, ζήτημα, δεσμεύει τον πολιτικό δικαστή.

Επομένως, γεννάται δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια μόνον όμως ως προς τα διοικητικής φύσης ζητήματα που κρίθηκαν από το ΣΤΕ κυρίως ή παρεμπιπτόντως προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του για το κύρος της διοικητικής πράξης (ολ ΑΠ 39/1988). Ως προδικαστικό ζήτημα νοείται έτερη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση περί του κυρίου ζητήματος της δίκης (ΑΠ 302/11).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης ιδίως ... δικαστικών αποφάσεων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο". Κατά τη διάταξη αυτή, ως δικαστικές αποφάσεις άλλης δίκης νοούνται οι σε άλλη δίκη εκδιδόμενες αποφάσεις από τα τακτικά πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, όχι δε και οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων.

Συνεπώς, οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα και σε περίπτωση επίκλησής τους για την επιστήριξη ένστασης δεδικασμένου, τα δικαστήρια της ουσίας εκτιμούν ανελέγκτως, ως αποδεικτικό στοιχείο, το περιεχόμενό τους. Με βάση την εκτίμηση αυτή, ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται για την ορθότητα της κρίσης τους ως προς την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, για την πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 89/1971, ΑΠ 12/2016).

Για να είναι ορισμένος o λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται ρητώς στο αναιρετήριο, ότι έγινε προβολή του ισχυρισμού περί δεδικασμένου και να καθορίζεται με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 563/3017, ΑΠ 1324/13).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος αυτού, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον με την παραδοχή της ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις σοβαρές ανησυχίες και επιφυλάξεις που διατυπώνονται από επιστημονικούς και ερευνητικούς φορείς της ευρύτερης περιοχής για τις επιπτώσεις που θα έχει στο περιβάλλον η εκμετάλλευση των επίμαχων μεταλλείων, παραβίασε παρά το νόμο το δεδικασμένο που προκύπτει από την επικαλούμενη υπ' αριθμ. 1492/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως ότι οι εγκριθέντες σχετικά με την επένδυση περιβαλλοντικοί όροι διασφαλίζουν την ορθολογική διαχείριση και προστασία του περιβάλλοντος.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν υπάρχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου και, επί πλέον, διότι δεν προσκομίζεται η ως άνω απόφαση του ΣτΕ ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της συνδρομής ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως.

Επίσης, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ζήτημα που αναφέρει ο αναιρεσείων, ούτε και το ακριβές αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης ενώπιον του ΣτΕ, καθώς και αν η συγκεκριμένη απόφαση εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων, στοιχεία τα οποία, όπως προεκτέθηκε, είναι αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο αυτός λόγος αναιρέσεως ήθελε θεωρηθεί, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ότι ενέχει αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ,, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το πιο πάνω ζήτημα, είναι απαράδεκτος, προεχόντως μεν ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται, κατά τα ανωτέρω, ότι προεβλήθη νομίμως τέτοιος ισχυρισμός ενώπιον του Εφετείου, επί πλέον δε, διότι πρόκειται για μη ουσιώδη ισχυρισμό, αφού το διαγνωσθέν με την απόφαση που επικαλείται ο αναιρεσείων ζήτημα, δεν αποτελεί δεδικασμένο στην παρούσα υπόθεση και δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα δεν προέβη σε παράνομη αντιστροφή του βάρους αποδείξεως και σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, ούτε και κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, δεν παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-10-2017 αίτηση του Χ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 297/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ