169/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated169/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιες των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 169 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 169/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ ΤΗΣ ... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" νόμιμα εκπροσωπούμενου, που εδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Άννα Ψωμιάδου Βενέτη
Tων αναιρεσιβλήτων: 1) Ιεράς Μητρόπολης των ..., που εδρεύει στην ... και 2)Μοναχού κατά τον αντίδικο "..." Ε., κατά κόσμον Χ. Ο., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους Ναούμα Τζήκα και Όλγα Ζυγούρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2000 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, την από 12-11-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος, και την από 26-9-2008 κύρια παρέμβαση της 1ης αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28943/2009 του ιδίου Δικαστηρίου,2118/2013 Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή ανέγνωσε την από 13-1-2016 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την μερική αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίον έχει απορριφθεί η έφεση του αναιρεσείοντος.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιες των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Αναίρεση, κατ’ άρθρ. 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται ... "Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..." (αρ. 1 εδ. α). Περαιτέρω κατ’ άρθρ. 966 ΑΚ: "Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημοσίων, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών". ‘ Ετι περαιτέρω, κατ’ άρθρ. 971 ΑΚ: "Τα πράγματα εκτός συναλλαγής αποβάλλουν την ιδιότητά τους αυτήν από τότε που έπαψε ο προορισμός τους για την κοινή χρήση ή για δημόσιο, δημοτικό, κοινοτικό ή θρησκευτικό σκοπό". Προσέτι, δοθέντος ότι δια της αφιερώσεως επέρχεται αλλοίωσις του εμπραγμάτου δικαιώματος του κυρίου, αφού τούτο καθίσταται έκτοτε εκτός συναλλαγής και αποκλείεται επ’ αυτού πάσα δικαιοπραξία του κυρίου, καθόσον αυτή αντίκειται στον εξυπηρετούμενον θρησκευτικόν σκοπόν, διά την τοιαύτη αφιέρωση, αποτελούσα διάθεση αλλοτρίου πράγματος, απαιτείται συναίνεση του ιδιοκτήτου.
ΙΙ. Με τον (μοναδικό) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον Σωματείο προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρ. 971 ΑΚ, το οποίο, κατά τα ως άνω, αναφέρεται στον αποχαρακτηρισμό των κατ’ άρθρ. 966 ΑΚ εκτός συναλλαγής πραγμάτων από την εν λόγω ιδιότητα υπό τις προβλεπόμενες (και ανωτέρω αναφερόμενες) στην διάταξη αυτήν προϋποθέσεις.
ΙΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Με το υπ’ αριθ. .../1966 συμβόλαιο, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ι. Κ. και μεταγράφηκε νόμιμα, η Κ. Κ. του Ι. μεταβίβασε λόγω δωρεάς την κυριότητα του παρακάτω ακινήτου στο Ειδικό Φιλανθρωπικό Σωματείο με την επωνυμία "...
της Ελλάδος", ενάγον της υπό στοιχ. β αγωγής και εκκαλούν της υπό στοιχ. 2 εφέσεως, το οποίο είχε συσταθεί το έτος 1946 και εγκρίθηκε με την υπ’ 7383/1946 απόφαση του Δικαστηρίου των εν Αθήναις Πρωτοδικών, που τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 21983/1962 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό ...6-4-1963.
Ειδικότερα την μεταγραφή του άνω συμβολαίου το ως άνω θρησκευτικό σωματείο απέκτησε την κυριότητα διαιρετού τμήματος οικοπέδου εμβαδού 715 τμ. μετά της επ’ αυτού πεπαλαιωμένης οικίας εκ του υπ’ αριθ. … μείζονος εκτάσεως οικοπέδου του ... κείμενου επί της οδού ... του συνοικισμού ... του δήμου Θεσσαλονίκης, που συνορεύει Βόρεια με την οδό ..., Νότια με την οδό ..., Ανατολικά με το υπ’ ...
οικόπεδο του ίδιου ΟΤ και Δυτικά με τα υπ’ ... οικόπεδα του ίδιου Συνοικισμού. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι με την υπ’ αριθ. 1911/1985 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών εγκρίθηκε το από 26-4-1985 καταστατικό του ενάγοντος θρησκευτικού σωματείου με την επωνυμία πλέον "... της Ελλάδος", το οποίο καταχωρήθηκε με αριθ. .../1985 στα Βιβλία αναγνωρισμένων Σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την ίδια απόφαση εγκρίθηκαν και οι επενεχθείσες τροποποιήσεις στο αρχικό καταστατικό του αναγνωρισθέντος με την άνω υπ’ αριθ. 7383/1946 απόφαση του Δικαστηρίου των εν Αθήναις Πρωτοδικών σωματείου με την επωνυμία "... της Ελλάδος" έκτοτε δε η επωνυμία του ενάγοντος θρησκευτικού σωματείου δεν έχει τροποποιηθεί.
Σκοπός του σωματείου αυτού είναι εκτός των άλλων, και "..η υλική ενίσχυσις της Εκκλησίας των ... της Ελλάδος, προς αντιμετώπισιν των αναγκών ταύτης, κι εκπλήρωσιν των θρησκευτικών καθηκόντων των εν Ελλάδι και τω Εξωτερικώ μελών του Σωματείου, δια της ιδρύσεως Ιερών ναών ή αποκτήσεως διά παντός νομίμου τρόπου και μισθώσεως τοιούτων, και συντηρήσεως και ευπρεπισμού αυτών..".
Το έτος 1969 αποχώρησε από το ως άνω δωρηθέν ακίνητο η δωρήτρια και παρέδωσε πλέον και την κατοχή αυτού στο ενάγον σωματείο, το οποίο είχε πρόθεση να προβεί στην ανέγερση ναού επί του ακινήτου αυτού. Έτσι το ενάγον παρέδωσε τη χρήση του επιδίκου ακινήτου στους μελλοντικούς εφημέριους του Ιερού Ναού που επρόκειτο να ανεγερθεί, ήτοι στον τότε εν ζωή Αρχιμανδρίτη της Εκκλησίας των ...
Ι. Π. και τον τότε διάκονο Ε. Ο., εναγόμενο της υπό στοίχ. β αγωγής και ενάγοντα της υπό στοιχ. α αγωγής, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν και διέμειναν πλέον έκτοτε στην υφισταμένη επί του προπεριγραφομένου οικοπέδου παλαιά οικία. Το Δεκέμβριο του έτους 1969 το ενάγον θρησκευτικό σωματείο αποφάσισε να προβεί στην ανέγερση νέου κτίσματος επί του άνω ακινήτου με σκοπό να το χρησιμοποιήσει για τη λειτουργία πνευματικού κέντρου.
Στην 39η συνεδρίαση του Δ Σ αυτού, που πραγματοποιήθηκε 16-12-1969, αποφασίσθηκε αφ’ ενός μεν να πραγματοποιηθεί η επιθυμία της δωρήτριας αφ’ ετέρου δε να ιδρυθεί στη Θεσσαλονίκη πνευματική εστία και για το λόγο αυτό αποφασίσθηκε η ανέγερση επί του άνω ακινήτου "αίθουσας κατηχητικού διαστάσεων 14X12 μεθ’ όλων των συναφών βοηθητικών χώρων" η απόφαση δε αυτή συμπεριλήφθηκε στο συνταγέν υπ’ αριθ.
…19-12-1969 πρακτικό της συνεδρίασης του ΔΣ του σωματείου. Με την απόφαση αυτή του ΔΣ αποφασίσθηκε να χορηγηθεί στον Αρχιμανδρίτη Ι. Π. και στον πολιτικό μηχανικό Δ. Α., ..., η εντολή και πληρεξουσιότητα όπως μεριμνήσουν για λογαριασμό του σωματείου να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την ανέγερση του άνω κτίσματος και την παρακολούθηση των σχετικών εργασιών.
Μετά την από 3-3-1970 αίτηση του ενάγοντος σωματείου με την επωνυμία τότε "... της Εκκλησίας ..." εκδόθηκε η υπ’ αριθ. .../1970 (αριθ. πράξεως ...1970) άδεια οικοδομής του Γραφείου Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης για την ανέγερση επί του άνω οικοπέδου ισόγειας αίθουσας κατηχητικού εμβαδού 186 τμ. υπό την επίβλεψη του προαναφερόμενου Ι.
Α. πολιτικού μηχανικού. Η οικοδομική αυτή άδεια αναθεωρήθηκε με την υπ’ αριθμ.. .../28-11-1970 πράξη προκειμένου να μετατραπεί η παραπάνω αίθουσα σε ναό. Το έτος 1971 με χρήματα του ενάγοντος σωματείου, προερχόμενα κυρίως από εισφορές και δωρεές των πιστών της Εκκλησίας των ..., ο άνω ναός αποπερατώθηκε και αφού διαμορφώθηκε εγκαινιάσθηκε και καθαγιάσθηκε σύμφωνα με τους Θείους και Ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αφιερώθηκε δε στην λατρεία της .... (βλ και τεύχος με αριθ. ...
σελ. 9-10 του εντύπου Η ... με την εκεί φωτογραφία από τα εγκαίνια του ναού). Ο ιδιόκτητος αυτός Ιερός Ναός καθιερώθηκε έτσι στην λατρεία του Θεού σύμφωνα με τους άνω Ιερούς Κανόνες Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και ήταν έκτοτε προορισμένος για την εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών και προς άσκηση της θρησκευτικής λατρείας όλων των πιστών της Εκκλησίας των ..., η οποία είχε ιδρυθεί και λειτουργούσε από το έτος 1924 ως αυτόνομη θρησκευτική κοινότητα ποιμενόμενη από τον Αρχιεπίσκοπο Α.
και την Ιερά Σύνοδο. Ειδικότερα μετά την κατά το έτος 1924 επέκταση του νέου Γρηγοριανού Ημερολογίου και στις εκκλησιαστικές σχέσεις για τον υπολογισμό των ακινήτων εορτών, αποσπάσθηκαν από την Ορθόδοξο Εκκλησία της Ελλάδος οι αυτοαποκαλούμενοι "Γνήσιοι Ορθόδοξοι χριστιανοί", γνωστοί ως "Παλαιοημερολογίτες" οι οποίοι συνέπηξαν ιδιαιτέρα θρησκευτική Κοινότητα, η οποία διαφέρει της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εις το ζήτημα του ημερολογίου και του χρόνου τελέσεως των θρησκευτικών εορτών. (βλ.
Αν. Χριστοφιλοπούλου "Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον" εκδ. β", 125,126). Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι με απόφαση της άνω Ιεράς Συνόδου ως εφημέριοι του Ιερού Ναού της ... ορίσθηκαν οι κληρικοί της Εκκλησίας ... Αρχιμανδρίτης Ι. Π. και ο εναγόμενος τότε διάκονος Ε. κατά κόσμον Χ.
Ο., οι οποίοι τελούσαν εκεί τα Θεία Μυστήρια. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι μετά από αίτηση του ενάγοντος θρησκευτικού σωματείου με την επωνυμία τότε "... ..." εκδόθηκε η υπ’ αριθ. .../72 οικοδομική άδεια (αριθ. πράξεως ...1973) του Γραφείου Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης για την ανέγερση επί του άνω οικοπέδου προσθήκης τριώροφης οικοδομής αποτελούμενης από ισόγειο όροφο, πρώτο όροφο και ένα όροφο σε εσοχή επί της οπίσθιας όψης της με σκοπό αρχικά η οικοδομή αυτή να χρησιμοποιηθεί για τη λειτουργία γηροκομείου και αργότερα ορφανοτροφείου.
Η οικοδομή αυτή αναγέρθηκε από το ενάγον σωματείο με χρήματα που το ίδιο διέθεσε προερχόμενα κυρίως από εισφορές και δωρεές πιστών της Εκκλησίας ... Η οικοδομή αυτή αποπερατώθηκε το έτος 1975 και χρησιμοποιήθηκε τελικώς για την εξυπηρέτηση των στεγαστικών αναγκών των άνω κληρικών, των λοιπών ιερέων και του νεωκόρου του Ιερού Ναού της ..., για την φιλοξενία άλλων κληρικών της Εκκλησίας ..., για την στέγαση των γραφείων του Ιερού Ναού αλλά και για την εξυπηρέτηση των αναγκών των ενοριτών και των πιστών γενικά της Εκκλησίας ...
και ιδιαίτερα για εκδηλώσεις σχετικές με την θρησκευτική τους λατρεία όπως για τη λειτουργία κατηχητικών, δεξιώσεις μνημοσυνών, τράπεζες κλπ. Τον Οκτώβριο του 1980 στεγάστηκαν στην άνω οικοδομή και τα γραφεία της Ιεράς Μητρόπολης ... όταν ...ς Θεσσαλονίκης αναγορεύθηκε ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν μέχρι τότε ... ...
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις αρχές του έτους 1995 στους κόλπους της Εκκλησίας των ... επήλθε ρήξη μεταξύ των Αρχιερέων της Ιεράς Συνόδου τους. Αποτέλεσμα των προβλημάτων που προέκυψαν ήταν η καθαίρεση του εναγομένου τότε ... ... Ε. Ο. από το Αρχιερατικό του αξίωμα και η επάνοδος του στις τάξεις των μοναχών.
Με την υπ’ αριθ. .../25-7-1995 απόφαση του Συνοδικού δι’ Αρχιερείς Δικαστηρίου αυτός μαζί με άλλους συνεργάτες του κρίθηκε ένοχος για κανονικά παραπτώματα και ειδικότερα κρίθηκε ένοχος δημιουργίας σχίσματος στους κόλπους της Εκκλησίας ... και ειδικότερα "... της αποσχίσεως και καταφρονήσεως της κανονικής του Εκκλησιαστικής Αρχής ήτοι της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας ...", ως αναφέρεται στην από …/2000 βεβαίωση της Εκκλησίας ....
Επίσης με την ίδια απόφαση του άνω Δικαστηρίου ο εναγόμενος καταδικάσθηκε σε 15ετή εγκλεισμό σε Μονή με την κατηγορία σοβαρών ηθικών παραπτωμάτων και με την από 7η/20η Μαΐου/1996 απόφαση του ΔΣ του ενάγοντος σωματείου διαγράφηκε από μέλος του, έκτοτε δε αυτός αποσχίσθηκε από την ενιαία έως τότε Εκκλησία ....
Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος μετά την καθαίρεση του από το αρχιερατικό του αξίωμα του ... Θεσσαλονίκης της ενιαίας μέχρι τότε Εκκλησίας ..., αυτός συνέχισε να λειτουργεί στον άνω Ιερό Ναό της ... ως ... Θεσσαλονίκης διαμένει δε και χρησιμοποιεί, όπως και πρότερον, όλους τους χώρους της ως άνω τριώροφης οικοδομής.
Ειδικότερα ο εναγόμενος μετά την καθαίρεση του ίδρυσε νέα Εκκλησία ... Θεσσαλονίκης με το πλήρωμα που τον ακολούθησε, αυτή δε είναι πλέον διάφορη της ενιαίας Εκκλησίας των ..., που προέκυψε, ως προαναφέρεται, ως θρησκευτική κοινότητα το 1924 και ήδη από το έτος 1948 διατηρούσε αυτή Μητρόπολη στη Θεσσαλονίκη εδρεύουσα επί της οδού ....
Μετά την ίδρυση από τον εναγόμενο της νέας Εκκλησίας ... ο επίδικος Ιερός Ναός αλλά και η άνω τριώροφη οικοδομή χρησιμοποιείται ως έδρα της δεύτερης Νέας Μητρόπολης ... Θεσσαλονίκης με ... τον εναγόμενο Ε. Ο.. Το εκκαλούν θρησκευτικό σωματείο ισχυρίζεται ότι το άνω οικόπεδο και ο επ’ αυτού Ιερός Ναός απώλεσε πλέον την ιδιότητα του ως εκτός συναλλαγής πράγματος, γιατί δεν χρησιμοποιείται για την άσκηση των Θρησκευτικών καθηκόντων της Εκκλησίας των ...
αλλά για την άσκηση των καθηκόντων αυτών του πληρώματος της νέας σχισματικής Εκκλησίας που ίδρυσε ο εναγόμενος. Το ως άνω οικόπεδο όμως μετά του επ’ αυτού ανεγερθέντος Ιερού Ναού και της προαναφερόμενης τριώροφης οικοδομής, μετά την αφιέρωση του Ιερού αυτού Ναού στην θεία λατρεία και τον προορισμό του για την εξυπηρέτηση του θρησκευτικού σκοπού στον οποίο αφιερώθηκε απέκτησε την ιδιότητα του εκτός συναλλαγής πράγματος, ιδιότητα την οποία ουδέποτε μέχρι την άσκηση της αγωγής απέβαλλε παρά το ότι δεν χρησιμοποιείται από το πλήρωμα της ....
Ελλάδος, αλλά από το πλήρωμα της άνω νέας Εκκλησίας και βέβαια δεν επανήλθε το ακίνητο αυτό στην απόλυτη εξουσία του ενάγοντος σωματείου, όπως αβάσιμα το εκκαλούν σωματείο ισχυρίζεται, αφού εξακολουθεί να έχει την ιδιότητα του εκτός συναλλαγής πράγματος. Και τούτο γιατί, το επίδικο ακίνητο αφιερώθηκε στην εκπλήρωση των λατρευτικών καθηκόντων των πιστών της Εκκλησίας των ...
ή Παλαιοημερολογιτών, ως χώρος λατρείας των οποίων συνεχίζει να χρησιμοποιείται. Επομένως, δεν εξέλιπε ο θρησκευτικός σκοπός για την εξυπηρέτηση του οποίου προορίσθηκε, αφού έχει εγκαινιασθεί και καθιερωθεί στη λατρεία του Θεού, σύμφωνα με τους Θείους και Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Πίστης ,ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιείται για την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων από τους πιστούς διάφορης Εκκλησίας ...
και όχι της αρχικής Εκκλησίας των ..., οι οποίες σημειωτέον δεν διαφέρουν δογματικά. Άλλωστε οι "....", όπως οι ίδιοι αποκαλούνται, προέκυψαν ως θρησκευτική κοινότητα το 1924, όταν η Εκκλησία της Ελλάδος αποδέχθηκε το Γρηγοριανό ημερολόγιο αναφορικά με τον υπολογισμό των ακίνητων εορτών, ως προαναφέρεται. Στην πορεία τους όμως διασπάσθηκαν σε περισσότερες από μία, προσωποπαγείς μάλλον, ομάδες και ίδρυσαν ιδιαίτερες θρησκευτικές κοινότητες με δική τους πλήρη διοικητική οργάνωση και ιεραρχία κοινό τους δε σημείο είναι η αντίθεση στο νέο ημερολόγιο.
Για τις ανάγκες νομικής εκφράσεως του θρησκευτικού τους βίου οι .... συνέπηξαν ομάδες προσώπων συνήθως με τον τύπο του σωματείου και παρότι δογματικά ταυτίζονται με την Εκκλησία της Ελλάδος εν τούτοις βρίσκονται αναγκαστικά έξω από την "Εκκλησία της Ελλάδος" από την οποία δε διαποιμένονται, αλλά τηρούν πλήρως και επακριβώς τα δόγματα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και διατηρούν Μητροπόλεις με τον επιχώριο ... ....
επικεφαλής και ενορίες σ’ όλη την έκταση της Ελληνικής Επικράτειας, με οργάνωση και δραστηριότητα ρυθμιζόμενη από τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και τις αποφάσεις της δικής τους Ιεράς Συνόδου.
Συνεπώς ο επίδικος Ιερός Ναός δεν έπαυσε ποτέ να χρησιμοποιείται προς τον θρησκευτικό σκοπό για τον οποίο έχει ταχθεί και εξακολουθεί να είναι προορισμένος για την άσκηση της θείας λατρείας των αυτοαποκαλουμένων ..., εφ’ όσον αυτοί ανήκουν εις το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διαφοροποιούμενοι μόνον ως προς τον χρονικό προσδιορισμό του εορτολογίου. Το ενάγον συνεπώς Θρησκευτικό σωματείο και ήδη εκκαλούν της υπό στοιχ. 2 εφέσεως διατηρεί το δικαίωμα της κυριότητος επί του άνω ακινήτου, το οποίο απέκτησε με τον προαναφερόμενο τρόπο, αδρανοποιημένο όμως με τον περιορισμό της απαγόρευσης οποιασδήποτε συναλλαγής επ’ αυτού, αντικειμένης στο Θρησκευτικό σκοπό του, οπότε αν και όποτε πάψει ο θρησκευτικός σκοπός τον οποίο το επίδικο ακίνητο επιτελεί και γίνει αποχαρακτηρισμός του θα καταστεί αντικείμενο πάλι της ιδιωτικής περιουσίας, δεκτικό οποιασδήποτε πλέον συναλλαγής".
IV. Οι επισκοπηθείσες παραδοχές άγουν την δικανική κρίση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στο σφάλμα, ότι στην εν θέματι υπόθεση κάνει μνεία για την εξυπηρέτηση του δημοσιολογικού (=θρησκευτικού) σκοπού, στον οποίον έχει αφιερωθεί ο ανωτέρω ιδιόκτητος ναός (με το εντός του οικοπέδου αυτού ανεγερθέν κτίσμα), αλλά δεν έλαβε υπόψιν, ότι ο σκοπός αυτός υπερακοντίζεται σε περίπτωση ανυπαρξίας (ή παύσεως και εν πάση περιπτώσει μη) συναινέσεως του ιδιοκτήτου, συναίνεση η οποία πρέπει να υπάρχει, όπως συδελεχώς αναπτύσσεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Η μη συναίνεση του ιδιοκτήτου με παύση του διά θρησκευτικό σκοπό προορισμού του (εκτός συναλλαγής προς τούτο τεθέντος) πράγματος. Τούτο δε συνεπάγεται την αποκατηγοριοποίηση ως εκτός συναλλαγής πράγματος και την απένταξή του από την νομοθετική πρόβλεψη της ΑΚ 966. Στην προκειμένη περίπτωση δεν παροράται, ότι το αναιρεσείον (ιδιοκτήτης του ανωτέρω ναού μετά του οικοπέδου και του εντός αυτού ανεγερθέντος κτίσματος), μετά την αποστασιοποίηση απ’ τους κόλπους του του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, έχει την δεδηλωμένη αντίθεσή του στην ένταξη του προμνησθέντος ναού (με το εντός αυτού ανεγερθέν κτίσμα) προς εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού από αυτόν (2ο αναιρεσίβλητο) και τους ανθρώπους, οι οποίοι συστοιχήθηκαν μετ’ αυτού (ως Ιερά Μητρόπολις - 1η αναιρεσίβλητη) και συναποδέχθηκαν την προειπωθείσα αποστασιοποίησή του.
Το δεδομένο δε της μη συναινέσεως του νυν αναιρεσείοντος στην εξυπηρέτηση θρησκευτικού, όπως προειπώθηκε, σκοπού, καθόσον αφορά στον ναό αυτόν της ιδιοκτησίας του, παραβλέφθηκε και διέλαθε της προσοχής του Εφετείου, ότι, δηλαδή, υπό τις διαμορφωθείσες εξελίξεις, συνθήκες και περιστάσεις το αναιρεσείον, (κατά το περί τούτου δικαίωμά του και συμφώνως προς τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα και επισκοπηθέντα), δεν συναινεί στην εξυπηρέτηση του θρησκευτικού σκοπού (από τους αναιρεσιβλήτους).
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αντιστοίχως έσφαλε και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα κατά τούτο.
V. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως και η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση πρέπει κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος, να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην των πρότερον δικασάντων (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ, ως ίσχυε και εδώ εφαρμόζεται προ της τροποποιήσεως). Τέλος, στους ηττωμένους αναιρεσιβλήτους πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του νικώντος αναιρεσείοντος, κατά παραδοχήν του (αντιστοίχου) αιτήματός του και ακόμη (πρέπει) να διαταχθεί η επιστροφή στο αναιρεσείον του υπ’ αυτού καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 176, 183, 191 § 2, 495 § 4 ΚΠολΔ, ως εφαρμόζεται προ της τροποποιήσεώς του), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2118/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης εν μέρει και δη (μόνο) κατά το κεφάλαιον αυτής, με το οποίον έχει απορριφθεί κατ’ ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στο αναιρεσείον του κατατεθέντος υπ’ αυτού παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους, την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ