Legislator Case Law & Legislation
169/2012 AI generated

169/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 169/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αναγκαστική εκτέλεση. Ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης δανειστών (άρθρο 979 ΚΠολΔ). Οι λόγοι ανακοπής μπορούν να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο και αφορούν την ύπαρξη ή το μέγεθος της απαίτησης του καταταγέντος δανειστή, είτε στο δικονομικό δίκαιο. Ειδικά, όμως, με την ανακοπή που ασκείται από τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη και απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος και καταταγέντος στον πίνακα δανειστή, μπορούν να προβληθούν πλημμέλειες αναφερόμενες στην ύπαρξη ή το μέγεθος της απαιτήσεως του επισπεύδοντος δανειστή, αλλ' αναγόμενες σε χρόνο μετά τον πλειστηριασμό. Νέοι λόγοι ανακοπής. Μπορούν να προβληθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, όχι με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ούτε με την έφεση κατά της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης.

Legislator headnote

AI generated

169/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι νέοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, λόγοι δεν είναι επιτρεπτό να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο από τον οριζόμενο στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσης κατά απόφασης απορριπτικής της ανακοπής, ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 169 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αναγκαστική εκτέλεση. Ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης δανειστών (άρθρο 979 ΚΠολΔ). Οι λόγοι ανακοπής μπορούν να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο και αφορούν την ύπαρξη ή το μέγεθος της απαίτησης του καταταγέντος δανειστή, είτε στο δικονομικό δίκαιο. Ειδικά, όμως, με την ανακοπή που ασκείται από τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη και απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος και καταταγέντος στον πίνακα δανειστή, μπορούν να προβληθούν πλημμέλειες αναφερόμενες στην ύπαρξη ή το μέγεθος της απαιτήσεως του επισπεύδοντος δανειστή, αλλ' αναγόμενες σε χρόνο μετά τον πλειστηριασμό. Νέοι λόγοι ανακοπής. Μπορούν να προβληθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, όχι με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ούτε με την έφεση κατά της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης.

Αριθμός 169/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΕΒΑΛΙΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΕΒΑΛΙΕ ΑΕ" ή "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΤΩΝ ΙΠΠΟΤΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖα ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ" (ΕΤΒΑ ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Στρατήγη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κώ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 556/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2003 του Εφετείου Δωδεκαννήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2006 αίτησή της και τους από 18-7-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε τις από 25-2-2010 και 16-9-2011 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ, η κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης πρέπει να γίνεται τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Ως ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης νοείται εκείνη που αρχικώς ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου και όχι αυτή που προσδιορίζεται μεταγενέστερα κατόπιν αναβολής ή ματαιώσεως ή κήρυξης απαράδεκτης της συζήτησης. Η μη τήρηση δε της ανωτέρω προθεσμίας συνεπάγεται το απαράδεκτο των πρόσθετων λόγων, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα (Ο.Λ. Α.Π. 654/1984, Α.Π. 137/2008, 967/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι πρόσθετοι από 18-7-2011 λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτούς υπ' αριθ. 124/2011 πράξη κατάθεσης, κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20-7-20] 1, δηλαδή όχι τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Τμήματος αυτού αρχική δικάσιμο της 8ης Μαρτίου 2010, όπως τούτο προκύπτει από την κάτω από την αίτηση αναίρεσης από 20-1-2009 πράξη αυτού, ασκήθηκαν εκπροθέσμως, μετά την με αίτηση της αναιρεσείουσας αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο. Επομένως, πρέπει αυτοί να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως για έλλειψη προδικασίας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933§ 1, 934§§1-2 και 979§2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι: α) με την ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως, την οποία νομιμοποιείται να ασκήσει και ο καθ' ου η εκτέλεση και επί της οποίας έχουν εφαρμογή τα άρθρα 933 επ. ΚΠολΔ, προσβάλλεται η διαδικασία της κατατάξεως ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η οποία αρχίζει με την αναγγελία και λήγει με τη σύνταξη του πίνακα και η διαδικασία της εκτελέσεως μέχρι του πλειστηριασμού.

Με την ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως μπορούν να προβληθούν λόγοι που ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο και αφορούν την ύπαρξη ή το μέγεθος της απαίτησης του καταταγέντος δανειστή, είτε στο δικονομικό δίκαιο. Ειδικά, όμως, με την ανακοπή που ασκείται από τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη και απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος και καταταγέντος στον πίνακα δανειστή, μπορούν να προβληθούν πλημμέλειες αναφερόμενες στην ύπαρξη ή το μέγεθος της απαιτήσεως του επισπεύδοντος δανειστή, αλλ' αναγόμενες σε χρόνο μετά τον πλειστηριασμό, διότι οι πλημμέλειες που αναφέρονται στην ύπαρξη ή το μέγεθος της απαιτήσεως και ανάγονται σε χρόνο προ του πλειστηριασμού, δυνάμενες να προβληθούν με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία που ορίζει η παρ. 1 περ.

β' του άρθρου 934 του ίδιου Κώδικα (ήτοι μέχρι τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως) και μη προβληθείσες, δεν μπορούν να προβληθούν παραδεκτά με την ανακοπή του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού, στην αντίθετη περίπτωση, θα παραβιαζόταν το σύστημα της σταδιακής προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, που καθιερώνει το άρθρο 934 ΚΠολΔ για την ανακοπή του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικα, με σκοπό την ταχεία περαίωση της διαδικασίας της εκτελέσεως και την ασφάλεια των συναλλαγών (πρβλ.

Α.Π. 485/1997). Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 585 του ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και επί της ανακοπής του άρθρου 979 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, το δικόγραφο δε αυτό, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι νέοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, λόγοι δεν είναι επιτρεπτό να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο από τον οριζόμενο στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσης κατά απόφασης απορριπτικής της ανακοπής, ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης.

Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης απορριπτικής της ανακοπής χωρίς να έχουν προταθεί νέοι λόγοι κατά την ανωτέρω ειδική διάταξη, η πρόταση τέτοιων λόγων είναι παραδεκτή μόνο αν ανακύψει, ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου, διαδικαστικό στάδιο νέας εκδίκασης της ανακοπής και εφόσον η πρόταση τους γίνει με πρόσθετο δικόγραφο κατατιθέμενο στη γραμματεία του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ήδη η ανακοπή, όπως ορίζει το άρθρο 585 παρ. 2 εδ.

β του ΚΠολΔ (Α.Π. 72/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με επίσπευση της Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΒΑ), καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς, επισπεύστηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός σε βάρος της αναιρεσείουσας για την ικανοποίηση απαιτήσεως της πρώτης κατά της δεύτερης.

Κατά τον πλειστηριασμό πλειοδότησε η επισπεύδουσα Τράπεζα με το ποσό των 350.011.000 δρχ. και στον πίνακα κατάταξης που συνέταξε ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κατατάχθηκε, μεταξύ άλλων δανειστών, και η επισπεύδουσα οριστικά και προνομιακά ως ενυπόθηκε δανείστρια για το ποσό των 181.276.854 δρχ. Κατά του πίνακα κατάταξης άσκησε η καθής η εκτέλεση οφειλέτρια την από 14-5-1999 ανακοπή της με την οποία αμφισβήτησε την ύπαρξη της εκ δανείου απαίτησης της ΕΤΒΑ ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι "η αντίδικος ΕΤΒΑ κατά τον εκτοκισμό των οφειλών μου χρησιμοποίησε επιτόκια κατά πολύ υψηλότερα αυτών που καθόριζαν κάθε φορά οι ως άνω ΠΔ/ΤΕ (Πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος) και έτσι παράνομα διόγκωσε υπέρμετρα την οφειλή μου.

Επί πλέον δεν προέβαινε σε ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων κατ' άρθρο 12 Ν. 2601/1998 και επί πλέον πολλοί από τους τόκους παρεγράφησαν στη διάρκεια του δανείου. Για τον ακριβή υπολογισμό της πραγματικής οφειλής μου επιφυλάσσομαι να καταθέσω εν καιρώ πρόσθετους λόγους". Ζήτησε δε η ανακόπτουσα να μεταρρυθμιστεί ο πίνακας κατάταξης, να καταταγεί σ' αυτόν η ΕΤΒΑ μόνο για το πραγματικό ύψος της απαίτησης της και να αποβληθεί από το υπόλοιπο ποσό της αναγγελίας της, στο οποίο να καταταγεί η ίδια (ανακόπτουσα).

Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 556/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, η οποία απέρριψε ως αόριστη την ανακοπή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η ανακόπτουσα, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 162/2003 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Το Εφετείο έκρινε ότι η ανακοπή, ανεξάρτητα από την αοριστία της, αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν ο εσφαλμένος από την ΕΤΒΑ τρόπος υπολογισμού της απαιτήσεως της, το ύψος της πραγματικής οφειλής της και τα επιτόκια που η καθής υπολόγισε για τον εκτοκισμό των τόκων, είναι απαράδεκτη, διότι με αυτήν προσβάλλονται πλημμέλειες που αναφέρονται στο μέγεθος της απαιτήσεως της επισπεύδουσας δανείστριας και ανάγονται σε χρόνο προ του πλειστηριασμού, οι οποίες έπρεπε να προβληθούν με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μέσα στα χρονικά πλαίσια του άρθρου 934 του ίδιου Κώδικα και περαιτέρω έκρινε ότι απαραδέκτως το πρώτον με την έφεση της η ανακόπτουσα προέβαλε πλημμέλειες κατά του πίνακα κατάταξης που αφορούν το μέγεθος της απαίτησης της επισπεύδουσας που κατετάγη στον πίνακα και ανάγονται σε χρόνο μετά τον πλειστηριασμό, με την επίκληση ότι σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του επακολουθήσαντος τον πλειστηριασμό Ν. 2789/2000 η απαίτηση της αναιρεσίβλητης περιορίστηκε στο ποσό των 82.775.026 δρχ. .

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά τον νόμο ακυρότητα (απαράδεκτο), αφού, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, η από το άρθρο 979 του ΚΠολΔ ανακοπή που ασκεί ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης κατά του καταταγέντος επισπεύδοντος δανειστή δεν μπορεί να έχει ως περιεχόμενο πλημμέλειες που αναφέρονται στην ύπαρξη και το μέγεθος της απαίτησης και ανάγονται σε χρόνο προ του πλειστηριασμού, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, και περαιτέρω, νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο ανακοπής και όχι με λόγο έφεσης.

Ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης που, κατ' επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα όμως του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει στο αίτημα του αναιρεσείοντος για επίδειξη εγγράφου από την αναιρεσίβλητη, ήτοι κατάστασης με ανάλυση του ύψους της οφειλής της. Ο λόγος αυτός, προεχόντως προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού η ανακοπή κρίθηκε και είναι απαράδεκτη.

Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-7-2006 αίτηση και τους από 18-7-2001 πρόσθετους λόγους της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΕΒΑΛΙΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 162/2003 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011.Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ