169/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated169/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση την παρ. 61 του πιο πάνω παραρτήματος η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να υλοποιήσει το έργο εκτελώντας προσηκόντως όλες τις επί μέρους εργασίες που αυτό περιλαμβάνει διαθέτοντας το προσωπικό της ομάδας έργου και της Γραμματειακής υποστήριξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στον όρο 8 του ως άνω παραρτήματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 169 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 169/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Καλλιόπης Μόφορη-Σουρή.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΤΑΞ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Φίλιππος Φιλιππόπουλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.10.1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5396/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27.07.2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 11.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/43, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του προς αυτές (ΟλΑΠ 28/2005 ΕλλΔ 46.721).
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση μισθώσεως εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων για να κριθεί -ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν- με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής:
Με την από 21-9-1998 έγγραφη "Σύμβαση ανάθεσης έργου" που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΑΕ -ΕΛ.ΣΥ.Π." με την ιδιότητα της ως ενδιάμεσος φορέας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας σύμφωνα με το άρθρο 5 του Π.Δ. 113/1992, ως εργοδότιδος, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΑΕ" και της εναγόμενης εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως αναδόχων, οι τελευταίες ανέλαβαν την υλοποίηση του Έργου "Αντιμετώπιση του προβλήματος το έτος 2000 στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημόσιου Τομέα".
Ειδικότερα, με βάση το παράρτημα 6 της πιο πάνω αρχικής σύμβασης η ανάδοχος, αναιρεσίβλητη, και η προαναφερόμενη εταιρεία "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΑΕ" ανέλαβαν την υλοποίηση του έργου "Σύμβουλος Τεχνικής Υποστήριξης και Παρακολούθησης" σκοπός του οποίου είναι η συνολική υποστήριξη του Εργοδότη και συγκεκριμένα της "Ομάδας Δράσης 2000", η οποία έχει συσταθεί προς το σκοπό του συντονισμού και της εποπτείας της υλοποίησης από τους φορείς του Δημοσίου Τομέα των επί μέρους μέρων που είχαν ως αντικείμενο τους την επίλυση του προβλήματος του έτους 2000 έτσι ώστε να διασφαλιστεί η επιτυχής και εμπρόθεσμη επίλυση του εν λόγω προβλήματος.
Με βάση την παρ. 61 του πιο πάνω παραρτήματος η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να υλοποιήσει το έργο εκτελώντας προσηκόντως όλες τις επί μέρους εργασίες που αυτό περιλαμβάνει διαθέτοντας το προσωπικό της ομάδας έργου και της Γραμματειακής υποστήριξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στον όρο 8 του ως άνω παραρτήματος.
Κατά τον όρο αυτό η Ομάδα έργου της αναδόχου αποτελείται, από 4 μέλη ήτοι έναν Σύμβουλο, δύο Ειδικούς Διοικητικής Υποστήριξης και μία Γραμματέα. Υπεύθυνος της Ομάδας Έργου, αρμόδιος για την ευθύνη της παρακολούθησης του συνόλου των φορέων του Δημόσιου Τομέα, της διοίκησης της Ομάδας έργου ήταν ο Α. Ειδικός διοικητικής Υποστήριξης 2000 ήταν και ο αναιρεσείων, που με βάση τον όρο 81 του ως άνω παραρτήματος είχε την ευθύνη της εκπόνησης των επί μέρους δραστηριοτήτων στα πλαίσια της παρακολούθησης της προόδου των έργων των φορέων, κατάρτισης εισηγήσεων σε θέματα της αρμοδιότητάς του σε συμφωνία με τους κατά περίπτωση αρμόδιους της Ομάδας Δράσης 2000 και παράδοσης στον Εργοδότη, μέσω του Υπεύθυνου της Ομάδας Έργου, των εβδομαδιαίων εκθέσεων πεπραγμένων και των μηνιαίων εκθέσεων προόδου με τις εκτιμήσεις και τις παρατηρήσεις.
Κατ' εφαρμογή των πιο πάνω η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στον αναιρεσείοντα έργο της εκπόνησης των επί μέρους δραστηριοτήτων στα πλαίσια της παρακολούθησης της προόδου των έργων των φορέων, ως ειδικό διοικητικής υποστήριξης 2000. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο αναιρεσείων πρόσφερε το ανατεθέν σ' αυτόν έργο από τα μέσα Απριλίου του έτους 1999 έως 17-9-1999 και για την εκτέλεση αυτού προήρχετο στο Υπουργείο Εσωτερικών, τόπο που είχε αναλάβει να εξασφαλίσει ο εργοδότης στον ανάδοχο χωρίς να έχει υποχρέωση να τηρεί προκαθορισμένο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας και δεν ελεγχόταν, ούτε ως προς την τήρηση ωραρίου ούτε ως προς την προσέλευση ή μη στον ως άνω τόπο από την αναιρεσίβλητη.
Ο αναιρεσείων επισκέπτετο τους φορείς του Δημοσίου Τομέα με βάση το πρόγραμμα που καθόριζε η Ομάδα Δράσης 2000 και όχι η αναιρεσίβλητη, όπου είχε συζητήσεις και συνεργασία με υπηρεσιακούς παράγοντες των φορέων του Δημοσίου και εκπροσώπων της Ομάδας Δράσης 2000 και κατόπιν αυτών προέβαινε στην κατάρτιση εκθέσεων Εισηγήσεων που παρέδιδε μέσω του υπευθύνου της Ομάδας Έργου της αναιρεσίβλητης Α στην προαναφερόμενη Ομάδα Δράσης 2000.
Στην εκτέλεση του έργου αυτού ο αναιρεσείων προέβαινε με βάση τις εξειδικευμένες επιστημονικές του γνώσεις στην πληροφορική χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και εποπτεία εκ μέρους των εξουσιοδοτημένων οργάνων της αναιρεσίβλητης, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο εκτέλεσης και χωρίς η τελευταία να παρέχει δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση εκ μέρους του της άνω παροχής.
Το γεγονός ότι ο αρμόδιος της ομάδας Έργου της αναιρεσίβλητης Α σε δύο περιπτώσεις εκθέσεων του αναιρεσείοντος προέβη σε συντακτικές και γραμματικές διορθώσεις των κειμένων δεν αποδεικνύει έλεγχο από την αναιρεσίβλητη του έργου του αναιρεσείοντος, σε ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος λόγω της φύσης και του είδους της παρέμβασης που δεν διαφοροποιεί την παροχή.
Αποδείχθηκε στη συνέχεια ότι το προαναφερόμενο έργο ανατέθηκε στον αναιρεσείοντα έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος για το οποίο αυτός εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και το οποίο (εργολαβικό αντάλλαγμα) καταβάλλονταν σ' αυτόν ανάλογα με την πρόοδο του έργου.
Με βάση τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά την εκτέλεση του ως άνω έργου δεν υπόκειτο σε νομική εξάρτηση έναντι της αναιρεσίβλητης εκδηλούμενη με το διευθυντικό δικαίωμα αυτής να του δίδει δεσμευτικές εντολές και να υπόκειται σε έλεγχο της ως άνω εταιρείας ως προς τον τρόπο εκτέλεσης αυτού, ούτε ήταν υποχρεωμένος να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο.
Ακόμη, η παραχώρηση γραφείου στο χώρο στέγασης του Υπουργείου Εσωτερικών όπου συνεδρίαζε και η Ομάδα Δράσης 2000 προς τον αναιρεσείοντα δεν έγινε ως εκδήλωση υποβολής του πρώτου σε αντίστοιχη νομική εξάρτηση από την αναιρεσίβλητη που εδρεύει στο ......, αφού ο χώρος αυτός εξασφαλίστηκε από την εργοδότρια εταιρεία στην ανάδοχο αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με όρο του παραρτήματος 6 της σύμβασης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση είναι αυτή της συμβάσεως έργου και όχι της εξηρτημένης παροχής υπηρεσιών και έτσι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του για τον ίδιο λόγο, και με την οποία ζητούσε την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 επ., 681 του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 του Εισ.Ν.ΑΚ). Επιπλέον το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό λόγο.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο του αναιρεσείοντος, που είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη παραδεκτού και νομικά βάσιμου ισχυρισμού και όχι όταν έλαβε μεν υπόψη τούτο, έκρινε όμως ότι δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντα με αίτημα την επιδίκαση διαφόρων εργατικών απαιτήσεων του κατά της εργοδότριας-αναιρεσίβλητης έλαβε υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι". Από τη διατύπωση αυτή καθώς και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το αντίγραφο λογαριασμού μισθοδοσίας του της Τράπεζας Εργασίας που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων. Επομένως ο αντίθετος τρίτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης, ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 3/1997). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα που είχαν προταθεί προς υποστήριξη της αγωγής, ούτε δε και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι από τις αιτιάσεις αυτές δεν ιδρύεται λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν αποτελούν "πράγματα", έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ. .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 5396/20-7-2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία προσδιορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ