Legislator Case Law & Legislation
169/2008 AI generated

169/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 169/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

169/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνος ε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 169 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 169/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Νιανιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 192/2002 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-1-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 17-11-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνος ε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων στην από 17-7-2000 αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου εξέθετε ότι είναι κύριος σταφιδαμπέλου, ευρισκόμενης στην κτηματική περιοχή του Δήμου Κορίνθου, έκτασης 4-9-6 στρεμμάτων, για την άρδευση της οποίας χρησιμοποιούσε αρδευτικό σύστημα υπόγειων σωλήνων, τύπου ......., οι οποίοι (σωλήνες) διέρχονταν υπογείως επί μήκους 100 μ.

μεταξύ των ιδιοκτησιών ...... και ........., επί μήκους 200 μ. μεταξύ των ιδιοκτησιών Γ1 και Γ2, επί μήκους 200 μ. μεταξύ των ιδιοκτησιών ....... και ......... και κατέληγε σε άλλη ιδιοκτησία του επί της οποίας είχε κατασκευάσει δεξαμενή ύδατος. Ότι αρχές Φεβρουαρίου 1994 η εναγομένη ανέλαβε την κατασκευή της ΝΕΟ ....... - ...........

και στο τμήμα αυτής πλησίον της αμπέλου του, στις ιδιοκτησίες των Γ1 - Γ2η, δια των προστηθέντων της διάνοιξε όρυγμα βάθους 30 μ. και πλάτους 250 μ., το οποίο διήλθε στο μέσον ακριβώς το αρδευτικού του συστήματος με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς κατά το μεγαλύτερο τμήμα του. Ότι στην παράνομη αυτή πράξη η εναγομένη προέβη από δόλο άλλως επέδειξε αμέλεια διότι γνώριζε άλλως όφειλε να γνωρίζει ότι στο σημείο εκείνο διήρχετο αρδευτικό δίκτυο και παρά ταύτα δεν το απομάκρυνε επιμελώς έτσι ώστε να μη καταστραφεί.

Ότι συνεπεία της παράνομης ως άνω και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης υπέστη θετική ζημία συνιστάμενη στην αξία των καταστραφέντων σωλήνων ποσού 1.019.856 δραχμών και στην αξία της εσοδείας 1994 που καταστράφηκε λόγω έλλειψης ύδατος για το πότισμα της σταφιδαμπέλου ανερχόμενης στο ποσό των 6.000.000 δραχμών, ως και αποθετική ζημία συνιστάμενη στη μείωση της αξίας της εσοδείας του έτους 1995 ποσού 5.300.000 δραχμών.

Ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή των παραπάνω χρηματικών ποσών καθώς επίσης στην καταβολή 200.000 δραχμών για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το κεφάλαιο της θετικής και αποθετικής ζημίας που αφορά στην εσοδεία της αμπέλου για τα έτη 1994 και 1995, δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 360.000 εντόκως από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, δικάζοντας ως Εφετείο, ...........ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της εναγομένης, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο της θετικής και αποθετικής ζημίας της αμπέλου για τα έτη 1994 και 1995, δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και επεδίκασε τον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 2.669,35 ευρώ νομιμοτόκως από 11-101996.

Ειδικότερα ως προς το ενδιαφέρον στην προκειμένη κεφάλαιο της θετικής και αποθετικής ζημίας της αμπέλου, το δικάσαν δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, δέχθηκε ότι "η αγωγή δεν είναι νόμιμη ως προς τα κεφάλαια της θετικής και αποθετικής ζημίας που αφορά στην εσοδεία της σταφιδαμπέλου και ειδικότερα στην καταστροφή της του έτους 1994 και μείωση αυτής του έτους 1995.

Πιο συγκεκριμένα η διακοπή του αρδευτικού δικτύου του ενάγοντα στο σημείο που αυτό διήρχετο από τις όμορες ιδιοκτησίες, οι οποίες, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, είχαν απαλλοτριωθεί νόμίμα, συνεπεία της οποίας (διακοπής) αποστερήθηκε η σταφιδάμπελός του της δυνατότητας αρδεύσεώς της, με αποτέλεσμα να υποστούν τα κλήματα και οι καρποί αυτής ξήρανση και κατά συνέπεια να καταστραφούν ή αντίστοιχα να μειωθούν οι εσοδείες του, δεν αποτελεί το αιτιατό μιας άδικης πράξης, διότι η διακοπή του αρδευτικού δικτύου είναι άμεσο αποτέλεσμα της απαλλοτριώσεως, η οποία είναι πράξη νόμιμη και σύμφωνη με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξης, εφόσον συντελείται με τους όρους του Συντάγματος και τους περιορισμούς του νόμου, για δε τη θεμελίωση του αντιθέτου (δηλ.

περί μη νομίμου συντελέσεως της απαλλοτρίωσης ή μη νομίμου ανάληψης του έργου από την εναγομένη) δεν εκτίθενται σχετικά περιστατικά στην αγωγή. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την πορεία των πραγμάτων, η διακοπή του αρδευτικού δικτύου στο συγκεκριμένο σημείο οφείλεται σε αιτία (διακοπή του δικτύου - ανεξάρτητα της καταστροφής των σωλήνων- προς εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση), η οποία δεν είναι παράνομη, επομένως και η ζημία που προκλήθηκε στον ενάγοντα εξ αυτής δεν είναι αποκαταστατέα με νόμιμο λόγο ευθύνης αδικοπραξία της εναγομένης. 'Αλλωστε ουδεμία επίκληση συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης γίνεται στην αγωγή, έτσι ώστε αυτή (σύμβαση αποκατάστασης της λειτουργίας του δικτύου) να μπορεί να αποτελέσει τον νόμιμο λόγο ευθύνης της εναγομένης".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η διακοπή του αρδευτικού δικτύου και εντεύθεν η στέρηση δυνατότητας άρδευσης, μέσω αυτού, της αμπέλου, οφείλονται αποκλειστικά στην εκτέλεση του έργου, για το οποίο απαλλοτριώθηκαν οι ιδιοκτησίες από τις οποίες διέρχονταν και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την καταστροφή των σωλήνων που διέρχονταν από τις ανωτέρω ιδιοκτησίες, αφού η διακοπή αυτή θα επέρχονταν και σε περίπτωση μη καταστροφής τούτων, δεν συνιστά παράνομη πράξη της εναγομένης που να δημιουργεί σ' αυτήν υποχρέωση αποζημίωσης, ενόψει και της μη επίκλησης στην αγωγή, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει ορισμένη συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, προς αποκατάσταση του αρδευτικού δικτύου, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ..

Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη του αγωγικού ισχυρισμού κατά τον οποίο η αναιρεσίβλητη ανέλαβε συμβατικά την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας του ενάγοντος, πέραν της μη επίκλησης στην αγωγή ορισμένου ισχυρισμού περί της άνω συμφωνίας, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, γιατί στην εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεν περιέχεται λόγος αναίρεσης, όπως εκείνος του άρθρου 559 αριθ. 8 ίδιου Κώδικα.

Τέλος, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, περιέλαβε διάταξη με την οποία καταδίκασε την εναγομένη στο ορισθέν μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το υποβληθέν από τον ενάγοντα αίτημα και τις διατάξεις των άρθρων 178, 183 και 191 ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παραβίασε και ο εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-1-2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 192/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ