169/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated169/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): μέτρων. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, τα δικόγραφα της αίτησης αναψηλάφησης και των πρόσθετων λόγων της στρέφονται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Μ. Σ. που ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Full text
Απόφαση 169 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 169/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αιτούντος: Β. Ψ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Μαζαράκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ .
Των καθ' ών η αίτηση : 1)Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κ. Γεωργάκη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και 2) Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., το όνομα του οποίου δεν εκφωνήθηκε λόγω μη εγγραφής του στο πινάκιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-1971 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Μ. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/1971,27/1971,62/1972 μη οριστικές,48/1973 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/1975 του Εφετείου Ναυπλίου. Επί της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκαν οι αποφάσεις 486/1977 και 665/1978 του Αρείου Πάγου, η οποίες, η μεν πρώτη αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, η δε δεύτερη ανέβαλε την συζήτηση μέχρις ότου προσκομισθεί το πιστοποιητικό ή βεβαίωση που αναφερόταν στο σκεπτικό. Η υπόθεση εισάγεται εκ νέου στο ανωτέρω Δικαστήριο ύστερα από την 29-8-1978 κλήση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και με την από 5-4-1979 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αιτούντος. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 1031/1979 απόφαση του. Την αναψηλάφηση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αιτών με την από 31-3-2005 αίτησή του και με τους από 1-4-2005 προσθέτους λόγους αναψηλάφησης. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 19-10-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναψηλάφησης και του προσθέτου αυτής λόγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 543 Κ.Πολ.Δ., η αναψηλάφηση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναψηλάφηση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου, σύμφωνα με τη 14 διάταξη του άρθρου 548 Κ.Πολ.Δ, στη διαδικασία της κατ' αναψηλάφηση δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270 παρ. 2, 4, 6 και 7, 271 έως 312 και 524 παρ. 2 επ. έως 534 Κ.Πολ.Δ. Η τελευταία διάταξη παραπέμπει στην εφαρμογή κατά τη διαδικασία της κατ' αναψηλάφηση δίκης των προβλεπόμενων δικονομικών διατάξεων. Δεν αποκλείεται όμως και η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1-226 Κ.Πολ.Δ., που περιλαμβάνονται στις γενικές διατάξεις του δικονομικού δικαίου, αφού η αναψηλάφηση ασκείται με δικόγραφο, που πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 (άρθρο 575 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), το πρωτότυπο του οποίου κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ 1, Κ.Πολ.Δ. κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης, καθώς και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ζητείται η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης 1031/1979 οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που δίκασε κατ' ουσίαν την από 19-2-1971 αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας δικαιοπραξίας .......... του Μ. Σ., υπέρ του οποίου άσκησε ο αιτών πρόσθετη παρέμβαση στη δίκη εκείνη, ως ειδικός διάδοχός του λόγω της πώλησης και μεταβίβασης σ' αυτόν της κυριότητας του επίδικου ακίνητου κατά τη διάρκεια της δίκης, η οποία αγωγή στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, και δέχθηκε δε το Δικαστήριο τούτο ως και κατ' ουσία βάσιμη εν μέρει την εν λόγω αγωγή, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο της σε εκείνη (απόφαση), ειδικότερα, περιγραφόμενης έκτασης, εμβαδού 55.820 τετρ.
μέτρων. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, τα δικόγραφα της αίτησης αναψηλάφησης και των πρόσθετων λόγων της στρέφονται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Μ. Σ. που ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Μετά όμως, την άσκηση αυτών πέθανε ο δεύτερος από τους καθ' ων Μ. Σ., ο οποίος κληρονομήθηκε από τον γιό του Κ. και τη σύζυγό του Ε. (βλ. τις από 1-11-2005 προτάσεις που κατέθεσε ο αιτών ενόψει της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, καθώς και τις με αριθμούς 8472Γ, 8473Γ, 8474Γ και 8475Γ/21-9-2005, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Β.
Ε. Α., με τις οποίες, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του αιτούντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβή αντίγραφα των πιο πάνω δικογράφων επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους καθολικούς διαδόχους του δεύτερου από τους καθ' ων, με κλήση προς εμφάνισή τους κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο).
Κατά τη συζήτηση, όμως, της υπόθεσης, όταν εκφωνήθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, με αριθμό 37, δεν εμφανίσθηκαν οι παραπάνω, προκειμένου να γνωστοποιήσουν το θάνατο του άμεσου δικαιοπαρόχου, δεύτερον από τους καθ' ων, πατέρα και συζύγου τους, αντίστοιχα και να δηλώσουν ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως τη δίκη, ούτε άλλωστε, υπέβαλαν έγγραφη δήλωσή τους για παράστασή τους στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολ.Δ.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι ο ήδη αιτών δεν επανέλαβε νόμιμα τη δίκη, που έχει διακοπεί με το θάνατο του αρχικού ομοδίκου του και ήδη αντιδίκου του, δεύτερον από τους καθ' ων, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 291 Κ.Πολ.Δ., όπως δε διαπιστώθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ο τελευταίος - δεύτερος από τους καθ' ων - δεν έχει εγγραφεί στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, πρέπει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναψηλάφησης, καθώς και των πρόσθετων λόγων της να κηρυχθεί απαράδεκτη, κατά την αυτεπάγγελτη από το παρόν Δικαστήριο έρευνας του παραδεκτού της (άρθρα 549 και 576 παρ. 3 ΚΠολ.Δ), ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 31-3-2005 αίτησης αναψηλάφησης, καθώς και των από 1-4-2005 πρόσθετων λόγων της ως προς όλους τους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ