Supreme Court dismisses appeal against final judgment in asset dispute, ruling additional grounds inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal and supplementary grounds against a final judgment in an asset dispute. The appellant argued procedural errors and lack of reasoning regarding the rejection of a specific objection, but the court found these arguments inadmissible or baseless. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if it raises substantive grounds; supplementary grounds must be examined together with the main appeal and are rejected if they rely on objections already ruled inadmissible or baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1699 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1699/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Τρίμμη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2020 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 426/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/10/2022 αίτησή του και τους από 29/2/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 10-10-2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 29-2-2024 πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με αριθμό 426/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ανακόπτοντος, ήδη αναιρείοντος, κατά της 4/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε απορρίψει την από 30-7-2020 ανακοπή του, κατά της εκτέλεσης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1). Επίσης, παραδεκτοί είναι και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, στις 7-3-2024, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. την ...-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Λάρισας, Ο. Μ. - Σ.).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 1640/2022) και ακολούθως να ερευνηθούν, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ανακόπτων, ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη από 30-7-2020 ανακοπή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αφού εξέθεσε ότι, στις 23-5-2019 ο καθού η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητος, του κοινοποίησε ακριβές αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της 416/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την από 10-5-2019 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία ζήτησε να του καταβάλει εντόκως, το επιδικασθέν με την άνω απόφαση ποσό των 50.000 ευρώ, ως κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων, ότι ακολούθως, στις 2-6-2020, ο καθού η ανακοπή χορήγησε εντολή στη δικαστική Επιμελήτρια Βόλου, Ε.
Γ., για την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης στο αναφερόμενο ακίνητό του, εμπορικής αξίας 99.000 ευρώ, για το ποσό των 50.000 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση των αξιώσεών του, ότι κατόπιν της εντολής αυτής, η δικαστική επιμελήτρια προέβη στην αναγκαστική κατάσχεση του άνω ακινήτου του, με την ...-2020 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και ότι η αναγκαστική αυτή κατάσχεση είναι άκυρη, για τους αναφερόμενους λόγους, ζήτησε μεταξύ άλλων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, την ακύρωση, της ...-2020 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και του με αριθμό .../2020 αποσπάσματος της άνω κατασχετήριας έκθεσης.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που απέρριψε αυτή (ανακοπή), ενώ κατόπιν έφεσης του ανακόπτοντος κατά της παραπάνω απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση, με αριθμό 426/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915 και 916 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση με βάση εκτελεστό τίτλο, όπως η τελεσίδικη απόφαση, αν από τον τίτλο δεν προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης. Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής (ΑΠ 442/2024, ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014).
Η δε χρηματική απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη, ακόμη και όταν το ποσό αυτής, δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 442/2024, ΑΠ 1048/2022, ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013).
Στην αντίθετη περίπτωση, η αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτέλεσης. Αναγκαία, επομένως, προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο της έκτασης, του είδους και του περιεχομένου της αξίωσης που ενσωματώνει. Κατά συνέπεια, αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη (ΑΠ 169/2023, ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 758/2014, ΑΠ 905/2011, ΑΠ 1124/2010).
Εξάλλου, η κατάσχεση δεν πάσχει, επειδή αυτή επιβλήθηκε για ποσό μικρότερο από το πράγματι οφειλόμενο, λόγω περιορισμού της απαίτησης, εφόσον βεβαίως ο περιορισμός είναι ορισμένος και δεν επιφέρει μετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, ακυρότητα δεν υπάρχει και αν ακόμα η κατάσχεση έχει επιβληθεί για ποσό μεγαλύτερο του πράγματι οφειλόμενου, μπορεί, όμως, να ακυρωθεί για το επιπλέον ποσό (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 758/2014).
Ο περιορισμός αυτός δεν προσβάλλει τα συμφέροντα του οφειλέτη, αφού συνεπάγεται τη μείωση των εξόδων που τον βαρύνουν. Για την αποτροπή, όμως, του κινδύνου προβολής μεταγενέστερα του ισχυρισμού του ότι χώρησε παραίτηση του δανειστή από το υπόλοιπο μέρος της απαίτησής του, καθώς και επίσης και του κινδύνου προσβολής της εκτέλεσης για αοριστία, σε σχέση με το ζήτημα για ποιά κονδύλια της απαίτησης διενεργήθηκε, θα πρέπει να γίνεται αφενός μεν ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα κονδύλια για τα οποία αυτή επισπεύδεται έκτοτε, αφετέρου δε ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης.
Έτσι, ο περιορισμός στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται επακριβώς ο εν λόγω περιορισμός, ήτοι τα ακριβή κονδύλια για τα οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, είναι αόριστος, επιφέροντας στην ουσία την μετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη και συνακόλουθα καθιστά άκυρη την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, λόγω έλλειψης στην ουσία της προϋπόθεσης του εκκαθαρισμένου της απαίτησης (ΑΠ 442/2024).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο ''απαράδεκτο'' νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων, των πρόσθετων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1790/2024 ΑΠ 754/2023, ΑΠ 169/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το λόγο της έφεσής του, με τον οποίο επανέφερε τον απορριφθέντα πρωτοδίκως πρώτο λόγο της ανακοπής του, περί ακυρότητας της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του αναφερόμενου ακινήτου του, λόγω της επιβολής της για περιορισμένη σε σχέση με τον εκτελεστό τίτλο απαίτηση, κρίνοντας ότι και μετά τον περιορισμό η απαίτηση ήταν εκκαθαρισμένη, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης άκυρης της αναγκαστικής κατάσχεσης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: ".... Στην προκείµενη περίπτωση ο εκκαλών (αναιρεσείων) µε τον πρώτο λόγο της έφεσής του παραπονείται για την απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής του, σύμφωνα µε τον οποίο, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, το ποσό για το οποίο επισπεύδεται η κρινόµενη αναγκαστική εκτέλεση είναι αόριστο, διότι στην από 2-6-2020 εντολή προς εκτέλεση προς τη δικαστική επιμελήτρια ο καθού η ανακοπή αναφέρει ότι περιορίζει το ποσό της απαίτησής του από το ποσό των 86.239,19 ευρώ στο ποσό των 50.000 ευρώ, ενώ στην υπ' αριθµ. .../2020 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιµελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, µε έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου, Ε.
Γ., και στο υπ' αριθμ. .../2020 απόσπασμα της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης αναφέρεται το ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο αποτελεί µέρος της συνολικής απαίτησης του καθού η ανακοπή, δίχως να αναφέρεται εάν αντιστοιχεί σε έξοδα, τόκους ή κεφάλαιο ή ποια επιµέρους κονδύλια περιλαμβάνονται σε αυτό και ότι, λόγω της ως άνω αοριστίας, ο ανακόπτων υφίσταται ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι δεν δύναται να υπολογίσει σε τι αντιστοιχεί το ως άνω ποσό και ποιο θα είναι το υπόλοιπο της οφειλής του.......
Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: ..... Το γεγονός ότι, κατά την επιβολή της εν λόγω κατάσχεσης για µέρος της ένδικης απαίτησης και δη για το ποσό των 50.000 ευρώ, δεν καθορίσθηκε υπό του καθού η ένδικη ανακοπή, εάν αυτό το ποσό αφορά το κεφάλαιο, τους τόκους ή τα έξοδα της ένδικης απαίτησης, δεν καθιστά ασαφή και αόριστο τον περιορισμό και κατά συνέπεια άκυρη, εκ του λόγου τούτου, την επιβληθείσα κατάσχεση κατά την ορθότερη άποψη την οποία και το παρόν Δικαστήριο ακολουθεί, ούτε καθιστά ανεκκαθάριστη την απαίτηση (.......), ενόψει μάλιστα του ότι το επίδικο χρέος προέρχεται από µία σύμβαση δανείου και εκτός από την κύρια υποχρέωση του οφειλέτη για καταβολή του κεφαλαίου υπάρχει η υποχρέωση αυτού και για καταβολή τόκων και εξόδων, ήτοι παρεπόµενων υποχρεώσεων που παρά την αυτοτέλεια αυτών δεν αναιρούν το γεγονός ότι πρόκειται για ένα χρέος (........ ).
Εξάλλου, το ζήτημα του καταλογισμού του ποσού αυτού σε περίπτωση, που πραγµατοποιηθεί ο επίδικος πλειστηριασµός ή σε περίπτωση κατά την οποία ο αιτών καταβάλει το εν λόγω ποσό, που ο αιτών θέτει µε τον υπό κρίση λόγο ανακοπής, ρυθμίζεται επαρκώς µε τις διατάξεις του άρθρου 423 ΑΚ, το οποίο ισχύει και σε καταβολή, που γίνεται κατόπιν αναγκαστικής εκτέλεσης (.......), δεδομένου μάλιστα ότι, όπως ο ίδιος ο αιτών αναφέρει ο καθού επιφυλάχθηκε για το υπόλοιπο της απαίτησής του και δεν παραιτήθηκε από αυτό, µε αποτέλεσµα η ένδικη απαίτηση για την οποία επεβλήθη η προσβαλλόμενη αναγκαστική κατάσχεση, να είναι και μετά τον ανωτέρω περιορισμό της, βέβαιη και εκκαθαρισµένη......".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να ακυρώσει την ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, λόγω της επιβολής της για περιορισμένη σε σχέση με τον εκτελεστό τίτλο απαίτηση του αναιρεσίβλητου. Και τούτο διότι, η απαίτηση του αναιρεσίβλητου, για την ικανοποίηση της οποίας αυτός επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στο άνω ακίνητο του αναιρεσείοντος, μετά τον περιορισμό της, δεν κατέστη ανεκκαθάριστη. Αντίθετα, εγκύρως προχώρησε η εκτέλεση για το ποσό των 50.000 ευρώ, που αποτελεί μέρος από τη συνολική απαίτηση του επισπεύδοντος (αναιρεσίβλητου), ποσού 86.239,19 ευρώ (για κεφάλαιο, τόκους, δικαστική δαπάνη και έξοδα) και το οποίο ταυτίζεται με το επιδικασθέν κεφάλαιο της απαίτησης (50.000 ευρώ), το δε υπόλοιπο ποσό της απαίτησης, για παρεπόμενες υποχρεώσεις (τόκους επί του άνω κεφαλαίου, δικαστική δαπάνη και έξοδα εκτέλεσης) παραμένει απαιτητό, δεδομένου ότι, ο αναιρεσίβλητος επιφυλάχθηκε για το υπόλοιπο της απαίτησής του και δεν παραιτήθηκε από αυτό, με αποτέλεσμα η ένδικη απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε η προσβαλλόμενη αναγκαστική κατάσχεση, να είναι και μετά τον ανωτέρω περιορισμό της, βέβαιη και εκκαθαρισµένη.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 954 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο για το κύρος της έκθεσης κατάσχεσης είναι, μεταξύ άλλων, η αναφορά του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση (περ. δ'), το οποίο στην προκείμενη περίπτωση ορίστηκε με την προσβαλλόμενη έκθεση στο ποσό των 50.000 ευρώ και όχι ο καταλογισμός αυτού σε ένα ή περισσότερα κονδύλια της τυχόν μεγαλύτερης εκτελούμενης αξίωσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ανακόπτων - αναιρεσείων.
Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 906/2024). Το γεγονός, πάντως, ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως π.χ.
όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίσει να εισπράξει την απαίτησή του, γιατί τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 526/2024, ΑΠ 83/2023, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 311/2020).
Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης (ΑΠ 1260/2024 ΑΠ 69/2021, ΑΠ 261/2017, ΑΠ 758/2014), ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμο-ποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΟλΑΠ 12/2009, ΑΠ 523/2024, ΑΠ 789/2023, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 939/2019, ΑΠ 1202/20218, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 261/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 521/2023, ΑΠ 1096/2022).
Ακολούθως, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο.
Έτσι, για την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.
Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1310/2024, ΑΠ 905/2024, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 818/2017, 414/2017, ΑΠ 103/2017). Τέλος, σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και με την αναίρεση πλήττεται η μια μόνο από αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 439/2025, ΑΠ 526/2024, ΑΠ 42/2023, ΑΠ 1261/2021, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 99/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τις αιτιάσεις ότι, κρίνοντας ως αόριστη και ως μη νόμιμη την προβληθείσα με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του, από το άρθρο 281 ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, για την ικανοποίηση της απαίτησής του, με την αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου του, α) παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας την την ένσταση αυτή, ως αόριστη, λόγω της μη αναφοράς των δυσμενών επιπτώσεων που θα επέλθουν σε βάρος του, από τη συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου σε συνάρτηση µε τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του τελευταίου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του και β) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων, 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος (αρχή αναλογικότητας), με τη μη εφαρμογή τους.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, ο αναιρεσείων (ανακόπτων), με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του, ισχυρίστηκε ότι, η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου προς ικανοποίηση της αξίωσής του, με την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης στο αναφερόμενο ακίνητό του, είναι καταχρηστική, διότι, α) αυτός επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση με ιδιαίτερα σκληρά μέσα, δυσανάλογα προς την προσδοκώμενη ωφέλειά του, δεδομένου ότι επέλεξε να κατάσχει για μέρος των αξιώσεών του, ύψους 50.000 ευρώ, το ως άνω ακίνητό του, δυσανάλογης εμπορικής αξίας, ποσού 99.000 ευρώ, σε σχέση με την αξίωση του, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της αναλογικότητας, λόγω της δυσαναλογίας μεταξύ του μέσου της εκτέλεσης που επέλεξε και του σκοπού για τον οποίο επιβλήθηκε και β) κινούμενος από κακοβουλία, με σκοπό την οικονομική καταστροφή του, δεν κίνησε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση ολόκληρης της απαίτησής του, µε σκοπό στο μέλλον, να επιδιώξει την κατάσχεση και έτερου ακινήτου του, ήτοι διαμερίσματος που βρίσκεται στην Κατερίνη Πιερίας και είναι μισθωμένο στον αναφερόμενο τρίτο, στα χέρια του οποίου ως τρίτου, κατέσχεσε αναγκαστικά το μηνιαίο μίσθωμα, ύψους 170 ευρώ, αλλά και όλης της υπόλοιπης περιουσίας του.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη με αριθμό 4/2021 απόφασή του, απέρριψε ως αόριστο το λόγο αυτό της ανακοπής. Ο αναιρεσείων, επανέφερε το λόγο αυτό στο Εφετείο, με το δεύτερο λόγο της έφεσής του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε ως προς τον άνω αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: "Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του (ο ανακόπτων - αναιρεσείων) παραπονείται για την απόρριψη του δεύτερου λόγου της ανακοπής του, με τον οποίο ο ανακόπτων εκθέτει ότι το δικαίωµα του καθού η ανακοπή να επισπεύσει την κρινόµενη αναγκαστική εκτέλεση ασκείται καταχρηστικά, αφενός διότι το κατασχεθέν αναγκαστικό ακίνητο έχει εμπορική αξία δυσανάλογα μεγαλύτερη σε σχέση με το επισπευδόμενο ποσό και αφετέρου διότι ο καθ' ου η ανακοπή δεν κίνησε την κρινόµενη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης για ολόκληρη την απαίτησή του, µε σκοπό στο μέλλον, να επιδιώξει την κατάσχεση και έτερου ακινήτου του ανακόπτοντος.
Σύµφωνα µε όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθώς ο ανακόπτων δεν εκθέτει ποιες δυσµενείς επιπτώσεις θα επέλθουν εις βάρος του από την επικαλούµενη ως καταχρηστική συμπεριφορά του καθου η ανακοπή σε συνάρτηση µε τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του τελευταίου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο καθού έχει δικαίωμα να ασκήσει το δικαίωμά του για ικανοποίηση της απαίτησής του, µε τον τρόπο, που εκείνος ελεύθερα επιλέγει, προκειµένου, να εξασφαλίσει την καλύτερη διαχείριση της περιουσίας του. Στα πλαίσια αυτά επέλεξε την κατάσχεση του ένδικου ακινήτου και για το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό.
Υπό τα εκτιθέµενα στην ανακοπή, η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται σε ένα ακίνητο του ανακόπτοντος, αντικειμενικής αξίας 90.000 ευρώ, προς ικανοποίηση αξίωσης, ποσού 50.000 ευρώ. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υφίσταται υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, διότι δεν υπάρχει προσβολή της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του συνολικού ποσού της, οφειλής και της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου (....), ούτε προκύπτει ότι µε τον τρόπο αυτό επιδιώκει την κατάσχεση και έτερου ακινήτου του ανακόπτοντος.....".
Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο ο αναιρεσείων πρόβαλε την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, είναι αφενός αόριστος και αφετέρου μη νόμιμος, απορρίπτοντας κατόπιν τούτων, το σχετικό λόγο της έφεσης.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμο το σχετικό λόγο της ανακοπής, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 ΚΠολΔ, και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες, καθόσον τα επικαλούμενα με αυτόν πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 AK, καθώς δεν συνεπάγονται από μόνα τους υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν στην ένδικη υπόθεση η καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω νομική σκέψη.
Ειδικότερα, υπό τις προβαλλόμενες περιστάσεις, και μόνον η επίσπευση αναγκαστικής κατάσχεσης από τον αναιρεσίβλητο στο αναφερόμενο ακίνητο του αναιρεσείοντος για την ικανοποίηση μέρους της σχετικής αξίωσης του, ύψους 50.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, χωρίς την επίκληση περαιτέρω περιστατικών, στοιχειοθετούντων κακοβουλία του έναντι του ανακόπτοντος-αναιρεσείοντος, με την επιβολή κατάσχεσης στο συγκεκριμένο ακίνητο, ενόψει και του ότι δεν εκτίθεται ότι ο αναιρεσίβλητος είχε τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτηση του με άλλον τρόπο, ούτε εκτίθενται περιστατικά δικαιολογούντα πρόθεση του αναιρεσίβλητου οικονομικής καταστροφής του αναιρεσείοντος, με την κατάσχεση όλης της περιουσίας του.
Η δε συμπεριφορά του καθού να κατάσχει το ανωτέρω ακίνητο δεν έγινε κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον από τη σύγκριση του ύψους της απαίτησης του καθού (ποσού 50.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων) και της αξίας του ακινήτου του ανακόπτοντος, ανερχόμενης σε 99.000 ευρώ, δεν προκύπτει δυσαναλογία τέτοια, ώστε να δύναται να χαρακτηριστεί η πράξη της κατάσχεσης ως μέτρο εξαιρετικής σκληρότητας για τον αναιρεσείοντα που υπερβαίνει τα ανεκτά όρια της θυσίας.
Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα, ο ίδιος, δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ως αόριστο το δεύτερο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο πρόβαλε την άνω από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, ενώ, κατά τα εκτιθέμενα ήταν πλήρως ορισμένος, αποβαίνει αλυσιτελής.
Τούτο δε, διότι, ο ίδιος λόγος της ανακοπής, εκτός από αόριστος απορρίφθηκε και ως μη νόμιμος, με την ως άνω επάλληλη σκέψη που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η προσβολή της οποίας, κατά τα αμέσως παραπάνω, δεν επλήγη αποτελεσματικά και η τυχόν ευδοκίμηση του παρόντος αναιρετικού λόγου δεν άγει σε αναίρεσή της (ΑΠ 90/2021).
Τέλος, με τον ίδιο ως άνω, (δεύτερο) πρόσθετο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην πρσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο απορρίπτοντας το δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη του άνω δεύτερου λόγου της ανακοπής του, στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, καθόσον ουδόλως διαλαμβάνει παραδοχές περί παραίτησης του αναιρεσίβλητου από τις υπόλοιπες αξιώσεις του (μετά το γενόμενο περιορισμό) και περί ύπαρξης άλλου νόμιμου λόγου που αποκλείει την επίσπευση εκτέλεσης από τον αναιρεσίβλητο για τις λοιπές αξιώσεις του, επί της λοιπής περιουσίας του.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ως προς το λόγο αυτό δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του Εφετείου και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αλλά αντίθετα ο λόγος αυτός κρίθηκε ως αόριστος και ως μη νόμιμος. Κατ' ακολουθία, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 10-10-2022 αίτηση και τους από 29-2-2024 πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 426/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης