Legislator Case Law & Legislation
1699/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance judgment but dismisses appeal against second-instance judgment due to procedural rules.

Case Number 1699/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the second-instance judgment while allowing the appeal against the first-instance judgment. The appellant argued for the annulment of both decisions, but the court held that the second-instance ruling was final and not subject to appeal under the Civil Procedure Code. Consequently, the court annulled only the first-instance decision and remitted the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 518 § 1, 553 § 1, 564 § 1 of the Civil Procedure Code; Appeals are permitted only against final judgments that cannot be challenged by appeal, and the time limit for appeal begins from the expiration of the appeal period against the first-instance judgment if the second-instance judgment was rejected as untimely.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Annulment Appeal Final Judgment Time Limit Remittal for Retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 518 § 1 of the Civil Procedure Code
Article 553 § 1 of the Civil Procedure Code
Article 564 § 1 of the Civil Procedure Code
Article 566 § 2 of the Civil Procedure Code
Article 580 § 3 of the Civil Procedure Code
Article 495 § 3 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191 § 2 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1699 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1699/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μαρκογιαννάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λιονάκη, ο οποίος ανακάλεσε τη δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 449/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείο Χανίων. Την αναίρεση αμφοτέρων των αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), σε αναίρεση υπόκειται τόσο η πρωτόδικη, όσο και η εφετειακή απόφαση, η τελευταία όμως μόνο ως προς το σχετικό με την απόρριψη της έφεσης κεφάλαιο (Α.Π. 760/2021, Α.Π. 1488/2018, Α.Π. 505/2011, Α.Π. 1687/2010).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518 § 1, 553 § 1 εδ. β και 564 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών αποφάσεων που κατέστησαν τελεσίδικες, ασκείται δε από τον διαμένοντα στην Ελλάδα διάδικο μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών, η οποία αρχίζει, αν η απόφαση μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, από την πάροδο άπρακτης της προς έφεση προθεσμίας, που είναι, επίσης, για τους διαμένοντες στην Ελλάδα, τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης.

Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 § 1, 552, 553 § 1, 554, 564 και 565 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το διάδικο, που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία και απορρίφθηκε από το εφετείο ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία προς άσκηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης αρχίζει όχι από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης του εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο διάδικος θα μπορούσε, ασκώντας οποτεδήποτε ήθελε εκπρόθεσμη έφεση, να καταστρατηγεί τις διατάξεις για την προθεσμία άσκησης αναιρέσεως (Α.Π. 1488/2018, Α.Π. 539/2014, Α.Π. 818/2002).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 § 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τις γενικές διατάξεις του άρθρου 495 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (Α.Π. 351/2023, Α.Π. 760/2021, Α.Π. 1274/2020, Α.Π. 483/2020).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 119 §§ 1, 3 και 120 ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι οι διάδικοι οφείλουν να αναγράφουν στα δικόγραφά τους την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας τους, ιδίως οδό και αριθμό, ότι κάθε μεταβολή της διεύθυνσης πρέπει να γνωστοποιείται με τα δικόγραφα που κοινοποιούνται εκατέρωθεν ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, επισυνάπτεται στη δικογραφία και κοινοποιείται στον αντίδικο, και ότι η επίδοση εγγράφου, που αφορά εκκρεμή δίκη και γίνεται στη διεύθυνση κατοικίας, η οποία είχε αναφερθεί σύμφωνα με το άρθρο 119, είναι έγκυρη, και αν ακόμα ο αποδέκτης της επίδοσης δεν είχε πια εκεί την κατοικία του, εφόσον αυτός δεν είχε δηλώσει (γνωστοποιήσει) με κάποιον από τους περιοριστικώς ως άνω αναφερόμενους τρόπους μεταβολή της κατοικίας του, προκύπτει ότι με τις διατάξεις αυτές διαγράφεται η υποχρέωση εκείνου που ενεργεί τη διαδικαστική πράξη για αναγραφή της διεύθυνσης της κατοικίας ή του καταστήματός του προς προσδιορισμό του τόπου νομίμου επιδόσεως, και όχι του αντιδίκου του.

Συνάγεται δε από τις ίδιες διατάξεις, και ιδίως εκείνη του άρθρου 120 ΚΠολΔ, ότι ως εκκρεμής δίκη νοείται το διαδικαστικό στάδιο από την κατάθεση κάποιου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 119 δικόγραφα και εωσότου το δικαστήριο απεκδυθεί της εξουσίας του επί της ανοιγείσας δίκης, είτε με την έκδοση οριστικής απόφασης, είτε με την κατ' άλλο τρόπο περάτωση αυτής (δίκης), καθώς και ότι η παράλειψη της υποχρέωσης κάθε διαδίκου, που καθιερώνεται με τις διατάξεις αυτές, να γνωστοποιεί τη μεταβολή της κατοικίας του κ.λπ.

παρέχει στον αντίδικό του το δικαίωμα να την θεωρήσει αμετάβλητη. Επίσης, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι εκείνος, προς τον οποίον έγινε η επίδοση της οριστικής απόφασης, προκειμένου να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι άσκησε εμπρόθεσμο ένδικο μέσο, πρέπει να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει ότι ο επισπεύδων την επίδοση γνώριζε την πραγματική κατοικία του, ή ότι ο ίδιος, πριν από την επίδοση, είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο τη μεταβολή της (Ολ.Α.Π. 3/2007, Α.Π. 352/2024, Α.Π. 800/2019, Α.Π. 1277/2017, Α.Π. 724/2013, Α.Π. 1750/2009).

Σκοπός των ανωτέρω διατάξεων, κατά τις οποίες είναι έγκυρη η επίδοση στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, την οποία αυτός δήλωσε είτε αρχικώς είτε μετά νόμιμη, ως άνω, γνωστοποίηση μεταβολής της κατοικίας του, ακόμη και αν πράγματι δεν κατοικεί εκεί, ούτε έχει κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο (πλασματική κατοικία), είναι η παρακώλυση της στρεψοδικίας με την επίκληση ακυροτήτων της επίδοσης από τον παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, ώστε να διασφαλίζονται τα έννομα συμφέροντα του αντιδίκου του για την ομαλή και κατά το δυνατό χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης με την έκδοση δικαστικής απόφασης επί της αιτουμένης παροχής έννομης προστασίας (Α.Π. 352/2024, Α.Π. 800/2019, Α.Π. 1277/2017, Α.Π. 724/2013, Α.Π. 1553/2008).

Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 124 § 2 και 126 § 1 ΚΠολΔ, η επίδοση γίνεται προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στον τόπο όπου είναι η κατοικία του. Ως κατοικία του παραλήπτη, στην οποία μπορεί να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 128 του ΚΠολΔ, θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, προς τους οποίους εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από τον δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του.

Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτήν ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής.

Αντίθετα, η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία του παραλήπτη, είναι περιστατικό που δεν υποπίπτει από τη φύση του στην άμεση αντίληψή του, καθότι την αλήθεια αυτού οφείλει να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, και συνεπώς κατά τούτο η βεβαίωση αυτή δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, αλλά είναι δεκτική ανταπόδειξης (Α.Π. 670/2024, Α.Π. 352/2024, Α.Π. 477/2019).

Συνεπώς, η αναγραφόμενη στο προς επίδοση έγγραφο διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, δεν δεσμεύει τον δικαστικό επιμελητή, που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει αν πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του και όχι στην αναφερομένη στο επιδοτέο έγγραφο.

Διαφορετική από την παντελή έλλειψη επίδοσης του αναιρετηρίου είναι η ελαττωματική επίδοσή του, που επίσης συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης σε περίπτωση ερημοδικίας. Με παντελή έλλειψη επίδοσης ισοδυναμεί και η επίδοσή του σε διεύθυνση άσχετη με την πραγματική κατοικία του απολιπόμενου διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται πράγματι για επίδοση προς αυτόν (Ολ.Α.Π. 3/2007, Α.Π. 670/2024, Α.Π. 477/2019, Α.Π. 1081/2014).

Τέλος, στην περίπτωση που είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, αυτή μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (Α.Π. 378/2021, Α.Π. 361/2004, Α.Π. 455/1993). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται ν` αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (Α.Π. 348/2021, Α.Π. 445/2019).

Ο Άρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο τρίτου βαθμού δικαιοδοσίας και δεν ερευνά πραγματικά περιστατικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Α.Π. 313/2024, Α.Π. 1311/2015), όμως, κατ' εξαίρεση, εκτιμά αποδείξεις, όταν αυτό είναι απαραίτητο για να διαπιστώσει το παραδεκτό ή μη της αναίρεσης, όπως συμβαίνει και όταν ο αναιρεσείων αμφισβητεί την αλήθεια του περιεχομένου έκθεσης επίδοσης, ως προς περιστατικά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, που διενήργησε την επίδοση και η αλήθεια ή μη των περιστατικών αυτών είναι κρίσιμη για να αποφανθεί για το παραδεκτό ή μη της αναίρεσης (πρβλ.

Α.Π. 480/1978).

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 27-4-2021 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Μ. Κ. στρέφεται α) κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσας 449/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων και β) κατά της 166/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Οι ως άνω προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι η κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης:

Με την από 29-4-2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία επιδόθηκε νομότυπα στην εναγόμενη-αναιρεσείουσα προσωπικά την 10-9-2014 στην κατοικία της επί της οδού ... στα Χανιά, όπως προκύπτει από την ...-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων Δ. Β., η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη-αναιρεσείουσα να της καταβάλει 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή παράνομες και υπαίτιες πράξεις της εναγόμενης εις βάρος της.

Κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-11-2014, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την 22-9-2015, οπότε ματαιώθηκε λόγω των βουλευτικών εκλογών. Η ενάγουσα επέσπευσε εκ νέου τη συζήτηση με την από 24-11-2015 κλήση της για τη δικάσιμο της 25-10-2016, και η κλήση επιδόθηκε στην εναγόμενη την 7-3-2016 με θυροκόλληση στην ανωτέρω διεύθυνση κατοικίας της, όπως προκύπτει από την ...-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κρήτης Γ.

Τ. Κατά τη δικάσιμο αυτή (25-10-2016) η εναγόμενη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και εκδόθηκε η 449/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων (πρώτη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), η οποία, δικάζοντας ερήμην της, δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό των 20.000 ευρώ νομιμοτόκως.

Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στην εναγόμενη με θυροκόλληση στην ίδια ως άνω διεύθυνση κατοικίας της στα Χανιά την 20-2-2017, όπως προκύπτει από την ...-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Κρήτης Σ. Μ., και η εναγόμενη άσκησε κατ' αυτής την από 13-10-2017 έφεσή της, που κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου.

Η έφεσή της απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη με την 166/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (δεύτερη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Ακολούθως η εναγόμενη άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατ' αμφοτέρων των αποφάσεων, η οποία κατατέθηκε, μαζί με τα νόμιμα παράβολα, στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Χανίων την 10-5-2021 και τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Χανίων την 10-5-2021, αναφέροντας ότι παραιτείται από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου.

Από τα έγγραφα, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, μεταξύ των οποίων οι ...-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της Ε. Γ. και Κ. Π., οι ...-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της Δ. και Ν. Κ. και οι ...-2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της Ν. και Δ. Κ., αντίστοιχα, που ελήφθησαν επ' αφορμή άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής (10-9-2014) κατοικούσε πράγματι επί της οδού ...

στα Χανιά, όμως περί τα τέλη του μηνός ... μετοίκησε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της Λεωφόρου ... στη ..., όπου έκτοτε κατοικεί. Επομένως η επίδοση σε αυτήν της 449/2016 ερήμην απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, που έγινε την 20-2-2017 με θυροκόλληση στην προηγούμενη κατοικία της στα Χανιά, δεν ήταν νόμιμη και δεν είχε ως αποτέλεσμα την έναρξη της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατ' άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ, ούτε της προθεσμίας των τριάντα ημερών για την άσκηση έφεσης κατ' άρθρο 518 § 1 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που προβάλλεται με το αναιρετήριο, εφόσον μέχρι το χρονικό σημείο της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσείουσα δεν είχε καταθέσει κάποιο δικόγραφο από τα αναφερόμενα στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 119 ΚΠολΔ, αναφέροντας την αρχική κατοικία της, και συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένη να γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη τη μεταβολή με κάποιον από τους τρόπους της τρίτης παραγράφου του ίδιου άρθρου, προκειμένου να μην επέλθουν οι συνέπειες του άρθρου 120 ΚΠολΔ, ενώ για τον ίδιο λόγο δεν απαιτείται για το νόμιμο του ισχυρισμού της περί άκυρης επίδοσης να ισχυριστεί ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε την επίδοση ή ότι η ίδια είχε γνωστοποιήσει τη μεταβολή.

Συνεπώς, η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως κατ' άρθρα 553 § 1 και 564 § 1 ΚΠολΔ δεν άρχισε, και δεν είχε παρέλθει την 10-5-2021, όταν η αίτηση ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου. Εφόσον δε η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας με το αναιρετήριο, που επιδόθηκε νομότυπα στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την ...-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Ε. Λ., και η ασκηθείσα έφεσή της απορρίφθηκε με την 166/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά της 449/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, αλλά και κατά της ανωτέρω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 152 § 1 KΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η επαναφορά αποτελεί έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται προστασία για την απώλεια γνήσιας δικονομικής προθεσμίας, η δε απώλεια αυτής έχει ως συνέπεια την έκπτωση από το δικαίωμα για ενέργεια της διαδικαστικής πράξης που αφορά η προθεσμία και την απόρριψή της ως εκπρόθεσμης, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για πράξη σύγχρονη ή προγενέστερη της αίτησης επαναφοράς.

Έτσι και ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη, κατά το άρθρο 518 § 1 KΠολΔ, έφεση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης, αν διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημερών, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Κατά την έννοια αυτή, η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σε αυτήν με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (Ολ.Α.Π. 29/1992), δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη.

Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης (Α.Π. 1012/2023, Α.Π. 932/2020, Α.Π. 350/2017). Επιπλέον, ειδικώς επί ασκήσεως ενδίκων μέσων, η άγνοια του διαδίκου για την γενομένη προς αυτόν έγκυρη επίδοση απόφασης υποκείμενης σε έφεση, και εντελώς ανυπαίτια αν είναι, δεν αποτελεί καθ` εαυτή περιστατικό ανώτερης βίας, το οποίο παρακωλύει την εκ μέρους του τήρηση της προθεσμίας για την άσκησή της (Α.Π. 1012/2023, Α.Π. 932/2020, Α.Π. 153/2015).

Ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ.Α.Π. 29/1992, Α.Π. 625/2022, Α.Π. 1115/2019, Α.Π. 741/2016). Αποτελεί, δηλαδή, η δικονομική ανώτερη βία, έννοια που ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 35/2024, Α.Π. 1115/2019, Α.Π. 484/2010).

Κατά το περιεχόμενό της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της αδυναμίας του διαδίκου ή και του πληρεξουσίου του να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο (Α.Π. 35/2024, Α.Π. 194/2023, Α.Π. 1115/2019). Γεγονότα ανώτερης βίας είναι δυνατόν να θεωρηθούν, μεταξύ άλλων, η αιφνίδια ασθένεια ή τυχόν ατύχημα, υπό ορισμένες περιστάσεις, του διαδίκου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, όπως και κάθε άλλο γεγονός, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος του περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανιστεί στο δικαστήριο ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκτέλεσης της εν λόγω πράξης, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επί πλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (Α.Π. 289/2020, Α.Π. 544/2016, Α.Π. 1778/2013).

Η διάταξη του άρθρου 152 § 1 KΠολΔ, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας, είναι ουσιαστικού δικαίου (πρβλ. για τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, Α.Π. 35/2024, Α.Π. 294/2023, Α.Π. 194/2023, Α.Π. 1115/2019) και οι σχετικές πλημμέλειες ελέγχονται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ και την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (Α.Π. 35/2024, Α.Π. 294/2023, Α.Π. 194/2023, Α.Π. 816/2020, Α.Π. 1540/2017), αλλά και με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ και την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ιδίου Κώδικα (Α.Π. 35/2024, Α.Π. 741/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ., "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η ως άνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει εφαρμογή σε κάθε περίπτωση όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα και θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ειδικότερα η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου (επομένως και του αστικού δικονομικού δικαίου), συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Άρα στην έννοια του δόλου υπάγονται σωρευτικά ως πραγματικά περιστατικά, τόσο η γνώση (πρόβλεψη) για το παράνομο αποτέλεσμα, όσο και η βούληση (συγκατάθεση) της επέλευσης αυτού. Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο, ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται. Κατά τον προσδιορισμό της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου, ο Ποινικός Κώδικας ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία για την ύπαρξη της συγκεκριμένης μορφής υπαιτιότητας πρέπει να διακριβωθεί ότι ο δράστης προέβλεψε το αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το αποδέχθηκε.

Η αποδοχή εκφράζει το βουλητικό στοιχείο του δόλου και υποδηλώνει τη συγκατάθεση του δράστη στην επέλευση του αποτελέσματος, χωρίς να ασκεί επιρροή αν το αποτέλεσμα που προέβλεψε ως πιθανό του ήταν επιθυμητό ή όχι. Σε όσες όμως περιπτώσεις ο δράστης προέβη στην πράξη του, αν και δεν επιθυμούσε πράγματι το αποτέλεσμα, το βουλητικό στοιχείο αναζητείται στην εκ μέρους του στάθμιση των αιτίων που τον ώθησαν και του σκοπού που επιδίωξε, προκειμένου να κριθεί αν αυτά συνιστούν λόγο ικανό να δικαιολογήσει την αποδοχή του.

Έτσι, η αποδοχή αυτή, στην οποία αποτυπώνεται ο ψυχικός σύνδεσμος του δράστη με το παράνομο αποτέλεσμα, πρέπει πάντοτε να αποδεικνύεται και δεν τεκμαίρεται από το βαθμό πιθανότητας με την οποία τούτο προβλέφθηκε. Ο βαθμός αυτός, όταν μάλιστα αξιολογείται ως ιδιαίτερα υψηλός, παρέχει ισχυρή ένδειξη για την ψυχική στάση του δράστη και συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο τελευταίος αποδέχθηκε το αποτέλεσμα, ουδέποτε όμως υποκαθιστά το βουλητικό στοιχείο του δόλου (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 863/2023).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια, επομένως ελέγχεται αναιρετικώς η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 983/2023, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 933/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 400/2020), παρέπεται δε ότι η διάταξη του άρθρου 152 § 1 KΠολΔ είναι ουσιαστικού δικαίου και ως προς τη νομική έννοια του δόλου και οι τυχόν πλημμέλειες ως προς την υπαγωγή των περιστατικών στην έννοια αυτή ελέγχονται αναιρετικά βάσει των ανωτέρω διατάξεων.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη-αναιρεσείουσα άσκησε κατά της 449/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, η οποία της επιδόθηκε την 20-2-2017, την από 13-10-2017 έφεσή της, που κατατέθηκε την ίδια ημέρα στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου. Με το εφετήριο η αναιρεσείουσα ανέφερε ότι ασκεί εμπρόθεσμα έφεση, επειδή η επίδοση της απόφασης του Ειρηνοδικείου ήταν άκυρη, επικουρικώς δε άσκησε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση κατ' άρθρο 152 § 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν μπόρεσε να τηρήσει τη νόμιμη προθεσμία, α) εξαιτίας δόλου της αναιρεσίβλητης, η οποία προέβη στην επίδοση της απόφασης στην προηγούμενη κατοικία της στα Χανιά, παρόλο που η αναιρεσείουσα είχε ήδη μετοικήσει στη ...

από τα τέλη του έτους 2014, γεγονός που γνώριζαν όλοι οι γείτονες στην παλαιά κατοικία της, και παρόλο που γνώριζε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της και αυτού των αδελφών της, καθώς και τη διεύθυνση εργασίας της στα Χανιά, επομένως όφειλε και μπορούσε ευχερώς να την αναζητήσει και να εξακριβώσει τη νέα της κατοικία, και β) εξαιτίας ανώτερης βίας, συνιστάμενης στα ανωτέρω περιστατικά.

Η έφεσή της απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη με την προσβαλλόμενη 166/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη [αναιρεσίβλητη] κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων την από 29-4-2013 αγωγή της ... κατά της ήδη εκκαλούσας [αναιρεσείουσας], αιτούμενη την καταβολή του ποσού των 20.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία και επέδωσε νομίμως σ? αυτήν την ίδια, στην κατοικία της στα Χανιά, επί της οδού ..., όπως προκύπτει από την ...

έκθεση επίδοσης ... Κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18ης-11-2014, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα παραστάθηκε δια της τότε πληρεξούσιας δικηγόρου της ... , η οποία υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης. Γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος, η συζήτηση της αγωγής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 22-9-2015, οπότε και ματαιώθηκε η υπόθεση λόγω της διενέργειας βουλευτικών εκλογών.

Ακολούθως, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη επανέφερε προς συζήτηση την από 29-4-2013 αγωγή της με την από 24-11-2015 κλήση της ... αντίγραφο της οποίας, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 25-10-2016, επιδόθηκε με θυροκόλληση στην καθ ης η κλήση - εναγομένη και πάλι στην ίδια ως άνω διεύθυνση (...), όπου ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής διαπίστωσε ότι βρισκόταν η κατοικία της και αφού δεν βρήκε την ίδια σ' αυτήν, ούτε κανένα άλλο σύνοικο συγγενή ή υπηρέτη ή άλλο σύνοικο αυτής, αλλά την πόρτα της κλειστή, κόλλησε στην πόρτα της κατοικίας της το δικόγραφο της κλήσης, παρουσία και της μάρτυρος ...

τηρούμενης εν συνεχεία και της διαδικασίας του άρθρου 128 παρ. 4β' και γ' ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επίδοσης ... Κατόπιν δε της συζήτησης της από 29-4-2013 αγωγής κατά την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο της 25-10-2016, ερήμην της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 449/2016 ήδη εκκαλούμενη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων (τακτική διαδικασία), με την οποία η αγωγή έγινε καθ’ ολοκληρίαν δεκτή, λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης και του εξ αυτής ισχύοντος τεκμηρίου ομολογίας της, και ειδικότερα υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 20.000,00 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και έως την ολοσχερή εξόφληση.

Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε με θυροκόλληση στην εναγομένη και πάλι στην ίδια ως άνω διεύθυνση (...), όπου ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής διαπίστωσε ότι βρισκόταν η κατοικία της και αφού δεν βρήκε την ίδια σ’ αυτήν, ούτε κανέναν άλλο σύνοικο συγγενή ή υπηρέτη ή άλλο σύνοικο αυτής, αλλά την πόρτα της κλειστή, κόλλησε στην πόρτα της κατοικίας της το δικόγραφο της απόφασης, παρουσία και της μάρτυρος ...

τηρούμενης εν συνεχεία και της διαδικασίας του άρθρου 128 παρ. 4β' και γ' ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επίδοσης ... Κατά της απόφασης αυτής, η ως άνω εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, ως ηττηθείσα διάδικος, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την υπό κρίση έφεση, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την 13-10-2017 ...

Η εκκαλούσα, με το δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης αλλά και με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ισχυρίζεται, ότι οι προς αυτήν επιδόσεις τόσο της από 24-11-2015 κλήσης όσο και της εκκαλουμένης, με θυροκόλληση στην ανωτέρω διεύθυνση, έλαβαν χώρα ακύρως, διότι, κατά το χρόνο των επιδόσεων (7-3-2016 και 20-2-2017 αντίστοιχα), δεν κατοικούσε πλέον στην εν λόγω διεύθυνση στα Χανιά, αλλά στη ..., επί της Λεωφ. ..., και ότι δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης της εκκαλουμένης απόφασης παρά μόνο στις 22-09-2017, όταν αντίγραφο της τελευταίας με επιταγή προς εκτέλεση της επιδόθηκε εκ νέου αυτή τη φορά στην πραγματική της κατοικία στη Βούλα.

Πράγματι, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από αυτήν έγγραφα ... προέκυψε ότι από τον Ιανουάριο του 2015 η κατοικία της εκκαλούσας δεν βρίσκεται πλέον στα Χανιά, επί της οδού ..., όπου έλαβαν χώρα οι επίμαχες επιδόσεις, αλλά στη ..., επί της Λεωφ. ... ... Το γεγονός όμως αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των επιδόσεων τόσο της από 24-11-2015 κλήσης όσο και της εκκαλουμένης απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, εφόσον η εκκαλούσα δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει, ότι η αντίδικός της γνώριζε τη νέα διεύθυνση της κατοικίας της κατά το χρόνο των επιδόσεων, ή ότι η ίδια είχε προηγουμένως γνωστοποιήσει σ’ αυτήν τη μεταβολή της.

Η εκκαλούσα για πρώτη φορά γνωστοποίησε στην εφεσίβλητη τη διεύθυνση της νέας κατοικίας της στη Βούλα, στις 20-10-2017, επιδίδοντάς της την από 13-10-2017 ... έφεσή της. Μέχρι τότε η μόνη γνωστή στην εφεσίβλητη διεύθυνση κατοικίας της εκκαλούσας ήταν αυτή των Χανίων, επί της οδού ..., η οποία είχε δηλωθεί από την εκκαλούσα-εναγομένη κατά τη διάρκεια της προανάκρισης που διενεργήθηκε μετά την υποβολή από την εφεσίβλητη-ενάγουσα της από 23-2-2012 έγκλησης ...

και στην οποία (διεύθυνση) άλλωστε είχε επιτυχώς επιδοθεί στις 10-9-2014 η από 29-4-2013 αγωγή της εφεσίβλητης-ενάγουσας. Επομένως, δικαιολογημένα δόθηκε στη συνέχεια εντολή από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της τότε ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης να επιδοθεί αρχικά η από 24-11-2015 κλήση της και στη συνέχεια η επί της αγωγής εκδοθείσα και ήδη εκκαλούμενη απόφαση, με θυροκόλληση στη διεύθυνση ...

στα Χανιά, εφόσον, όπως ήδη προεκτέθηκε: α) η διεύθυνση αυτή είχε δηλωθεί από την ίδια την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ως διεύθυνση κατοικίας της στα πλαίσια της ανοιγείσας κατά τα ως άνω ποινικής δίκης ... β) σ' αυτή τη διεύθυνση είχε προηγηθεί επιτυχώς η επίδοση της από 29-4-2013 αγωγής και γ) κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-11-2014 για τη συζήτηση της από 29-4-2013 αγωγής, η τότε εναγομένη και ήδη εκκαλούσα παραστάθηκε χωρίς να γνωστοποιήσει έστω προφορικά στην τότε ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη τη μεταβολή της κατοικίας της, παρόλο που το Νοέμβριο του 2014 είχε ήδη μετακομίσει στην Αθήνα και φιλοξενούνταν στο διαμέρισμα του συντρόφου της, επί της οδού ...

στη Γλυφάδα, ώσπου στα τέλη Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, μίσθωσε το διαμέρισμα στη Βούλα, όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου, η τότε εναγομένη και ήδη εκκαλούσα έπρεπε εύλογα να αναμένει ότι θα ήταν δυνατόν να διενεργηθούν επιδόσεις δικογράφων ή άλλων έγγραφων στην ως άνω δηλωθείσα από την ίδια διεύθυνση επί της οδού ...

στα Χανιά. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού και κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 119 και 120 ΚΠολΔ, η εκκαλούσα όφειλε να ενημερώσει την εφεσίβλητη, κάτι το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι έπραξε η πρώτη, για οποιαδήποτε αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας της, κοινοποιώντας της συγχρόνως κάποια διεύθυνση προς επιχείρηση των επιδόσεων, τις οποίες θα ανέμενε στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης.

Εντούτοις, η εκκαλούσα προφανώς προς το σκοπό στρεψοδικίας απέφυγε να προβεί στις ενέργειες αυτές, με αποτέλεσμα να προκρίνεται και στην περίπτωση αυτή η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 120 ΚΠολΔ, ήτοι η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης δέον όπως θεωρηθεί έγκυρη, παρότι η εκκαλούσα κατά την ημερομηνία της 20-2-2017 δεν διέμενε πλέον στα Χανιά ...

Για όλους τους ανωτέρω λόγους η εν λόγω επίδοση κρίνεται ως έγκυρη, απορριπτόμενου ως νόμω αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εκκαλούσας, από την επομένη δε αυτής, ήτοι από την 21-2-2017 ξεκίνησε η τριακονθήμερη προθεσμία άσκησης έφεσης, η οποία και παρήλθε άπρακτη, αφού η από 13-10-2017 ... έφεση της εκκαλούσας κατατέθηκε το πρώτον την 13-10-2017, δηλαδή επτά και πλέον μήνες αργότερα και για το λόγο αυτό είναι εκπρόθεσμη και κατ' επέκταση απαράδεκτη. ...

Με το ίδιο δικόγραφο της εφέσεως η εκκαλούσα υπέβαλε επικουρικά αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση την προηγούμενη της παρελεύσεως της τριακονθήμερης προθεσμίας ασκήσεως, εκ μέρους της, εφέσεως εναντίον της με αριθ. 449/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χανίων. Η ως άνω αίτηση επαναφοράς ασκήθηκε αρμόδια και παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με το ίδιο δικόγραφο της εφέσεως (άρθρα 154 επ.

ΚΠολΔ) και είναι εμπρόθεσμη, ασκηθείσα εντός της προθεσμίας του άρθρου 153 ΚΠολΔ ... Με την εν λόγω αίτηση επαναφοράς η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εφεσίβλητη επέδειξε δόλια συμπεριφορά κατά την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, όπως άλλωστε και κατά την επίδοση του προγενέστερα επιδοθέντος δικογράφου της από 24-11-2015 κλήσεως, προκειμένου να απωλέσει [ορθό:

απολέσει] η εκκαλούσα την προθεσμία άσκησης της έφεσης, καθώς δεν κατέβαλε τη δέουσα επιμέλεια προς ανεύρεση της πραγματικής κατοικίας της (εκκαλούσας), την οποία ήταν εύκολο να εξακριβώσει. Ότι η δόλια συμπεριφορά της εφεσίβλητης δημιούργησε κατάσταση ανώτερης βίας με την έννοια ότι, έτσι, η εκκαλούσα δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει, ότι της επιδόθηκε η εν λόγω απόφαση, με συνέπεια την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης από ανυπαίτια άγνοιά της.

Όμως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η ανυπαίτια άγνοια του διαδίκου για τη γενομένη προς αυτόν έγκυρη επίδοση της υποκείμενης σε έφεση απόφασης, δεν συνιστά, καθ' εαυτή, περιστατικό ανωτέρας βίας, παρακωλυτικό της εκ μέρους του τήρησης προθεσμίας, η δε εκκαλούσα δεν επικαλείται ότι, χωρίς τη γνώση της επιδόσεως προς αυτήν της εκκαλούμενης απόφασης, δεν θα μπορούσε να έχει γίνει, με συνετή και επιμελή ενέργεια, εγκαίρως ενήμερη της δημοσίευσης της εν λόγω απόφασης για την, έως τη λήξη της ως άνω τριακονθήμερης προθεσμίας, άσκηση έφεσης.

Εξάλλου, η επικαλούμενη υπαίτια άγνοια της εφεσίβλητης για την κατά το χρόνο της επιδόσεως μετοίκηση της εκκαλούσας στην Αθήνα δεν συνιστά, όπως αναφέρθηκε, δόλο αυτής, αφού δεν πρόκειται για παράσταση ψευδών γεγονότων ή αποσιώπηση αληθινών με τον προαναφερόμενο σκοπό ...

Συνεπώς, οι ως άνω εκτεθέντες λόγοι της αιτήσεως επαναφοράς είναι μη νόμιμοι, καθόσον τα περιστατικά που επικαλείται η εκκαλούσα-αιτούσα και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν ανώτερη βία ή δόλο της εφεσίβλητης-καθ? ης." Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο και απέρριψε την αίτηση επαναφοράς ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 152 § 1 ΚΠολΔ ως προς το περιεχόμενο των αναφερόμενων σε αυτήν αόριστων νομικών εννοιών του δόλου και της ανώτερης βίας, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην έφεση της αναιρεσείουσας πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Ειδικότερα, τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν δόλο, εφόσον δεν γίνεται επίκληση (θετικής) γνώσης της αναιρεσίβλητης περί μεταβολής της κατοικίας της αναιρεσείουσας ή και περί του νέου τόπου αυτής, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση πρόβλεψης του παράνομου αποτελέσματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και συνεπώς συγκατάθεσης για την επέλευσή του, χωρίς να αρκεί η επίκληση παράλειψής της (αναιρεσίβλητης) να πληροφορηθεί τη μεταβολή και τη νέα κατοικία της από τους γείτονες ή την ίδια ή τους αδελφούς της ή το εργασιακό της περιβάλλον, εφόσον η υποχρέωση γνωστοποίησης των ανωτέρω (μεταβολής και νέας κατοικίας) βάρυνε εν προκειμένω την αναιρεσείουσα κατ' άρθρο 119 § 3 ΚΠολΔ και η μη γνωστοποίηση παρείχε στην αναιρεσίβλητη το δικαίωμα να θεωρήσει την κατοικία της αναιρεσείουσας αμετάβλητη, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, αλλά ούτε ανώτερη βία, αφού η επικαλούμενη παράλειψη δεν συνιστά γεγονός ανυπαίτιο, απρόβλεπτο και εξαιρετικό, που δεν ήταν δυνατόν να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος. Σημειωτέον, ότι με τον ανωτέρω λόγο δεν πλήττεται η παραδοχή του Πρωτοδικείου ότι ήταν έγκυρη η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε άλλωστε θα ήταν παραδεκτός τέτοιος λόγος αναιρέσεως, αφού ο λόγος σχετικά με την παρά τον νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι ταυτόσημος με το λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και με τον οποίο προσβάλλονται αποφάσεις των ειρηνοδικείων, καθώς και αποφάσεις των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου, προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς, που προέβαλε με την έφεσή της, και συγκεκριμένα α) ότι ήταν άκυρη και η επίδοση της κλήσης, με την οποία η αναιρεσίβλητη επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου, β) ότι η αναιρεσίβλητη επέδωσε την κλήση, αλλά και την απόφαση του Ειρηνοδικείου, στην παλαιά κατοικία της στα Χανιά, παρόλο που γνώριζε ότι η αναιρεσείουσα δεν εργαζόταν και δεν κατοικούσε πλέον στην πόλη αυτή, επομένως συντρέχει δόλος που δικαιολογεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, και γ) ότι τα ανωτέρω περιστατικά συνιστούν και ανώτερη βία.

Ως προς το σκέλος αυτό, ο λόγος είναι αβάσιμος κατά το πρώτο μέρος του, επειδή το αναφερόμενο γεγονός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αποτελεί τμήμα της επιχειρηματολογίας της αναιρεσείουσας σχετικά με την ακυρότητα της επίδοσης της απόφασης του Ειρηνοδικείου και το εμπρόθεσμο της έφεσής της, και γιατί, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε με την αιτιολογία ότι οι επιδόσεις της κλήσης και της εκκαλουμένης απόφασης ήταν έγκυρες, παρόλο που η αναιρεσείουσα είχε μετοικήσει κατά τον χρόνο που έγιναν, διότι η αναιρεσείουσα αφενός δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει γνώση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της διεύθυνσης της νέας κατοικίας της, και αφετέρου δεν είχε γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη τη μεταβολή.

Κατά τα λοιπά μέρη του, το σκέλος του λόγου αυτού πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αβάσιμο, επειδή ο ισχυρισμός, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επιχείρησε να θεμελιώσει περίπτωση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση λόγω δόλου και ανώτερης βίας της αντιδίκου της, με το περιεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην επίδοση της απόφασης στην παλαιά κατοικία της, παρόλο που μπορούσε ευχερώς να πληροφορηθεί τη μετοίκησή της και να εξακριβώσει τη νέα της κατοικία, δεν συνιστά ούτε δόλο, ούτε ανώτερη βία, και συνεπώς δεν είναι νόμιμος, όπως προαναφέρθηκε, αφενός επειδή η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται (θετική) γνώση της αναιρεσίβλητης περί μεταβολής της κατοικίας της ή και περί του νέου τόπου αυτής, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση πρόβλεψης του παράνομου αποτελέσματος εκ μέρους της και συνεπώς συγκατάθεσης για την επέλευσή του, χωρίς να αρκεί η επίκληση παράλειψής της να πληροφορηθεί τα ανωτέρω, αφού η υποχρέωση γνωστοποίησης της μεταβολής και της νέας κατοικίας ανήκει κατά νόμο στην αναιρεσείουσα, και αφετέρου επειδή τα ανωτέρω δεν συνιστούν γεγονός ανυπαίτιο, απρόβλεπτο και εξαιρετικό, που δεν ήταν δυνατόν να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, επομένως ο ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη και δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι αυτός ελήφθη ρητώς υπόψη από το Πρωτοδικείο και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης." Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο κρίνει ως εύλογο, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Α.Π. 22/2023, Α.Π. 917/2022, Α.Π. 1146/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε εξ ολοκλήρου την αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης και επιδίκασε εις βάρος της εναγόμενης-αναιρεσείουσας το ποσό των 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Με την παρούσα αγωγή ...

η ενάγουσα [αναιρεσίβλητη] εκθέτει ότι ... μίσθωσε από την εναγόμενη [αναιρεσείουσα] ένα διαμέρισμα ... Ότι, το Δεκέμβριο του έτους 2011 η τελευταία εισήλθε παράνομα στο μίσθιο και την απέβαλλε [ορθό: απέβαλε] από αυτό, χρησιμοποιώντας τόσο απειλή σωματικής βίας όσο και σωματική βία επ’ αυτής (ενάγουσας), ασκώντας έτσι αυθαίρετα την αξίωση απόδοσης της χρήσης του μισθίου, που θεωρούσε πως είχε, της προκάλεσε ανησυχία και τρόμο, με απειλές κατά της σωματικής της ακεραιότητας και με δυσφήμηση της στο εκπαιδευτικό Ίδρυμα που φοιτά και τέλος τη χαρακτήρισε - ενώπιον μάλιστα τρίτου προσώπου - αναξιοπρεπές άτομο, αν και γνώριζε πως το γεγονός αυτό είναι ψευδές.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλλει [ορθό: καταβάλει] το ποσό των 20.000 ευρώ ... ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη συμπεριφορά της ... Με το περιεχόμενο αυτό ... η ένδικη αγωγή, αρμοδίως και παραδεκτώς, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να τη δικάσει ...

κατά την παρούσα τακτική διαδικασία. Είναι δε νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 εδάφιο α', 330 εδάφιο β', 346, 914, 932 του ΑΚ ...

Συνεπώς ... πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω και κατ’ ουσίαν ... Κατά της αγωγής δεν υπάρχει ένσταση που να εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και για τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που περιέχονται στο δικόγραφο της, επιτρέπεται η ομολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση - εφόσον η εναγόμενη ερημοδικεί - αποδεικνύονται πλήρως οι πραγματικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφό της, δεδομένου ότι θεωρούνται ομολογημένοι από μέρους της (άρ. 271 παρ. 1, 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η δε ομολογία ανάγεται σε παραδοχή της αλήθειας των προτεινομένων πραγματικών ισχυρισμών από μέρους της ομολογησάσης κι έτσι αναγνωρίζονται ως αληθινά από μέρους της τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής.

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη." Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο και επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης ολόκληρο το αιτούμενο από αυτήν ποσό των 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις αναφερόμενες στην αγωγή παράνομες και υπαίτιες πράξεις της εναγόμενης-αναιρεσείσουσας, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού για τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα κριτήρια του είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, των συνθηκών τέλεσης των αδικοπραξιών, της βαρύτητας του πταίσματος της εναγόμενης και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών, όπως όφειλε να πράξει, χωρίς να ασκεί επιρροή εν προκειμένω η ερημοδικία της εναγόμενης, αφού τα ανωτέρω κριτήρια καθορισμού του εύλογου χαρακτήρα της χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για παράβαση της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ. με την ανωτέρω αιτίαση, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση του Ειρηνοδικείου, μόνο κατά το μέρος της, με το οποίο καθορίζεται το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, και όχι κατά το μέρος, με το οποίο κρίθηκαν αποδεδειγμένοι λόγω της ερημοδικίας της εναγόμενης και ουσιαστικά βάσιμοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί της αγωγής, που αφορούν την τέλεση της αδικοπραξίας (σημειωτέον, ότι το μέρος αυτό της απόφασης δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση, αφού ο αναιρετικός λόγος περί άκυρης ερημοδικίας του αρ. 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ), κατόπιν αυτού δε παρέλκει η εξέταση του σκέλους του ίδιου λόγου, με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για παράβαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.

Ακολούθως, μετά την κατάργηση των ειρηνοδικείων και την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, που θεσμοθετήθηκε με το άρθρο 4 § 1 ν. 5108/2024, καθώς και την αναδιάρθρωση των πολιτικών δικαστηρίων πρώτου βαθμού και τον καθορισμό της τοπικής αρμοδιότητάς τους, που έγινε, ως προς την Περιφερειακή Ενότητα Χανίων, με το άρθρο 6 § 1 περ.

νβ' του ίδιου νόμου, ο οποίος ισχύει από 16-9-2024 σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 76 § 2 περ. α' αυτού, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο ισόβαθμο και ομοειδές, κατά τόπο και καθ' ύλη αρμόδιο κατ' άρθρο 14 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 3 ν. 5134/2024, Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, το οποίο θα δικάσει κατά την τακτική διαδικασία.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ α) η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, και β) η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού βάσιμου αιτήματός της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-4-2021 αίτηση της Μ. Κ. για αναίρεση της 166/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Δέχεται την ίδια από 27-4-2021 αίτηση αυτής για αναίρεση της 449/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων.

Αναιρεί την ανωτέρω 449/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, μόνο κατά το μέρος της, που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το μέρος της αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως κατά της 166/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως κατά της 449/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ