Legislator Case Law & Legislation
1699/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting forced declaration of will for bank account activation.

Case Number 1699/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred by refusing to order the bank to declare its will to reactivate accounts following contract cancellation. The court held that activating accounts is a material act, not a legal act subject to forced declaration of will under Article 949 of the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected due to lack of legal interest.

Legislator headnote

AI generated

Art. 949 KPolD; Forced declaration of will applies only to legal acts, not material acts like bank account reactivation.

Keywords

AI generated
forced declaration of will material act legal act bank account reactivation contract cancellation civil procedure code lack of legal interest

Cited Legislation

AI generated
Art. 949 KPolD
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 559 KPolD
Art. 495 para. 3 lit. e KPolD
Arts. 176, 183, 191 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1699 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1699/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον ... του Νομού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Γ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ως εγγυητή του δευτέρου των εξωδίκως δηλούντων και 4) Α. Α. του Κ., συζύγου Δ. Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάρκου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. Ι. Μ., 3) Ι. Ά. - Ρ. του Π. και 4) Α. Σ. του Χ.. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο -Μάρκο Αχουζαρίδη, ενώ οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 8-11-2011 αγωγές των ήδη δεύτερου, τρίτου και τέταρτης αναιρεσειόντων και των ήδη πρώτης και δεύτερου αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3881/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3859/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 500/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμούς 3046Α/13-9-2021, 9978Γ/20-9-2021 και 5950Γ/6-10-2021 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου Αντωνίου Πουλή η πρώτη, της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Σπάρτης Παναγιώτη Ζούζουλα η δεύτερη και της περιφέρειας του Εφετείου Καλαμάτας με έδρα το Πρωτοδικείο Γυθείου Νικολάου Λεβεντζώνη η τρίτη, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου και πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους. Με την από 12/3/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3859/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:

Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν οι παρακάτω αγωγές: α) η από 8/11/2011 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 10482/10-11-2011) αγωγή των εναγόντων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων και ήδη τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, λόγω καταχρηστικότητας, αντίθεσης στα χρηστά ήθη και παράβασης του νόμου περί προστασίας των καταναλωτών, της καταγγελίας από την πρώτη εναγόμενη Τράπεζα της αναφερόμενης σύμβασης ανοίγματος πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και να καταδικασθεί αυτή σε δήλωση βούλησης και δη στην ανάκληση της καταγγελίας και την επανενεργοποίηση των εξυπηρετούντων τη σύμβαση αυτή λογαριασμών, να υποχρεωθούν δε οι εναγόμενοι, σε ολόκληρο έκαστος τους (τα φυσικά πρόσωπα με την ιδιότητά τους ως προστηθέντες της Τράπεζας), να καταβάλουν, καθώς και να αναγνωριστεί ότι οφείλουν, σε έκαστο των εναγόντων, τα αιτούμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και β) η από 8/11/2011 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 10481/10-11-2011) αγωγή των δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσειόντων κατά των πρώτης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, λόγω καταχρηστικότητας, αντίθεσης στα χρηστά ήθη και παράβασης του νόμου περί προστασίας των καταναλωτών, της καταγγελίας από την πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα των αναφερόμενων τριών (3) συμβάσεων στεγαστικών δανείων και να καταδικασθεί αυτή σε δήλωση βούλησης και δη στην ανάκληση της καταγγελίας και την επανενεργοποίηση των εξυπηρετούντων τις επίδικες συμβάσεις λογαριασμών, να υποχρεωθούν δε οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι (τα φυσικά πρόσωπα με την ιδιότητά τους ως προστηθέντες της Τράπεζας), να καταβάλουν, αλλά και να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν, σε έκαστο των εναγόντων, εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών, τα αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 3881/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία: Ι) όσον αφορά την υπό στοιχείο α' αγωγή: α) την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, κατά το σκέλος που αφορούσε το χρηματικά αποτιμητό αντικείμενό της (τόσο το καταψηφιστικό, όσο και το αναγνωριστικό) όπως και τα αιτήματα περί καταδίκης της εναγομένης σε δήλωση βούλησης, β) απέρριψε την αγωγή, καθόσον αυτή στρεφόταν σε βάρος του δευτέρου και τρίτης των εναγομένων, αναφορικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, γ) απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το σκέλος που οι ενάγοντες επιχειρούσαν τη θεμελίωσή της στις διατάξεις του νόμου "περί προστασίας των καταναλωτών", καθώς και την βάση αυτής που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στην επικαλούμενη εκβιαστική συμπεριφορά της Τράπεζας και δ) έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή κατά το μη χρηματικά αποτιμητό σκέλος αυτής και ακολούθως την δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 25/10/2011 καταγγελίας της υπ' αριθμ. ...

σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μεταξύ της πρώτης των εναγόντων και της πρώτης των εναγομένων και

ΙΙ) όσον αφορά την υπό στοιχείο β αγωγή: α) απέρριψε αυτήν, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, αναφορικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των επιδίκων συμβάσεων, ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, β) απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα περί καταδίκης της εναγομένης σε δήλωση βούλησης, γ) απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το σκέλος που οι ενάγοντες επικαλέστηκαν τις διατάξεις του νόμου "περί προστασίας των καταναλωτών", καθώς και την βάση αυτής που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στην επικαλούμενη εκβιαστική συμπεριφορά των εναγομένων, δ) έκρινε κατά τα λοιπά ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή και την δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 25/10/2011 καταγγελίας των τριών (3) δανειακών συμβάσεων και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις και από τα δύο διάδικα μέρη και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 3859/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία: α) εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο που απέρριψε την υπό στοιχείο α' αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, λόγω μη καταβολής του προσήκοντος στο αντικείμενο αυτής τέλους δικαστικού ενσήμου ως προς το χρηματικά αποτιμητό αίτημά της, β) εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο που έκρινε μη νόμιμες αμφότερες τις αγωγές κατά την βάση τους, που στηρίζεται στις διατάξεις του νόμου "περί προστασίας καταναλωτών", την οποία (βάση) έκρινε νόμιμη, γ) έκρινε μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα να καταδικασθεί η εναγομένη, με βάση το άρθρο 949 του ΚΠολΔ, σε δήλωση βούλησης και δη στην ανάκληση της καταγγελίας, προκειμένου να επανενεργοποιήσει τους εξυπηρετούντες, πριν την άκυρη καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων, λογαριασμούς, δ) δέχτηκε εν μέρει την υπό στοιχείο α' αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 25/10/2011 μονομερούς καταγγελίας της σύμβασης ανοίγματος πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και ε) δέχτηκε εν μέρει την υπό στοιχείο β' αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 25/10/2011 μονομερούς καταγγελίας των δύο από τις τρεις (με αριθμούς ...

και ...) δανειακές συμβάσεις, που συνήφθησαν μεταξύ του πρώτου των εναγόντων και της πρώτης των εναγομένων, ενώ ως προς την τρίτη δανειακή σύμβαση (με αριθμό ...) έκρινε νόμιμη την καταγγελία. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/3/2019 αίτησή τους. Η αίτηση έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Επομένως, με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ανακοπή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 27 και 29/1998, ΑΠ 1115/2019). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 319/2017, 130/2016).

Η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ` αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998 ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1432/2004, ΑΠ 1353/2001). Επίσης, απορρίπτεται ως αόριστος ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ όταν δεν προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου οι οποίες φέρονται ότι παραβιάσθηκαν με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, καθώς και τα σφάλματα του εφετείου ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 625/2022, ΑΠ 882/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 601/2021, ΑΠ 2133/2007, ΑΠ 2104/2007, ΑΠ 2101/2007, ΑΠ 1850/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το Εφετείο: α) έκρινε ότι η συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας να κλείσει άνευ ειδοποίησης τον με αριθμό ... λογαριασμό στεγαστικού δανείου και να καταγγείλει την δανειακή σύμβαση ήταν σύννομη και δικαιολογημένη από το γεγονός ότι ο δεύτερος αναιρεσείων παραβίασε τους όρους της σύμβασης λόγω μη χορήγησης πρώτης προσημείωσης, ενώ έπρεπε να ερμηνεύσει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ την αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών, τα οποία εφάρμοσαν κοινή συναινέσει και με πλήρη επίγνωση κατά τρόπο διαφορετικό τη σύμβαση αποκλίνοντας από τους τυπικά αναγραφόμενους σκοπούς της (πρώτος λόγος, πρώτο σκέλος), β) αμέλησε να κρίνει επί του αιτήματος αποζημίωσης των αναιρεσειόντων προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αποδεδειγμένα, σύμφωνα με την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη, αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης (δεύτερος λόγος, πρώτο σκέλος) και γ) έκρινε ότι η εγγραφή στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ των δυσμενών που προέκυψαν από τις, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, άκυρες και καταχρηστικές καταγγελίες των δανείων δεν συνιστά δυσφήμιση (έκτος λόγος).

Οι ως άνω λόγοι, κατά το σκέλος τους που γίνεται επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι πέρα από το ότι δεν προσδιορίζονται ενάριθμα οι παραβιασθείσες διατάξεις (στους δεύτερο και έκτο εξ αυτών), δεν προσδιορίζονται ούτε οι παραδοχές της προσβαλλομένης με αριθμό 3859/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οι θεμελιωτικές της κρίσης της, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα (εν μέρει) των αγωγών, ώστε με βάση τις εν λόγω ουσιαστικές παραδοχές να ελεγχθεί τυχόν νομική πλημμέλεια αυτής. Για τον ίδιο λόγο, της μη παράθεσης δηλαδή των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του σε σχέση με την αποδιδόμενη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 38/2020, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 662/2016).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 β ΚΠολΔ, ΑΠ 43/2021). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, επειδή, όπως ισχυρίζονται, η κρίση του Εφετείου ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός τους ότι το επίδικο δάνειο ήταν επιχειρηματικό και όχι στεγαστικό έρχεται σε αντίφαση με την κρίση του ιδίου δικαστηρίου ότι αποδείχθηκε η αποκλίνουσα συμπεριφορά της Τράπεζας από το τυπικό της σύμβασης, η αντίφαση δε αυτή ευρίσκεται μεν στην αιτιολογία πλην, όμως, η αιτιολογία αυτή συνιστά εν τοις πράγμασι διατακτικό.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί η αποδιδόμενη πλημμέλεια αποδίδεται στο σκεπτικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος διότι δεν υφίσταται η με την αποσπασματική και επιλεκτική παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, εμφανιζόμενη από τους αναιρεσείοντες αντίφαση.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017, ΑΠ 1088/2014).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 54/2017), όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 54/2017).

Ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την απόφαση προκύπτει ότι η αίτηση εξετάσθηκε και απορρίφθηκε (ΑΠ 29/2021). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το δικαστήριο αμέλησε να κρίνει επί του αιτήματός τους για αποζημίωση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, αποδεδειγμένη αδικοπρακτική συμπεριφορά της Τράπεζας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθώς το Εφετείο απάντησε επί του ως άνω ισχυρισμού κρίνοντας ότι οι προστηθέντες της Τράπεζας δεν αδικοπράκτησαν και, κατά συνέπεια, ούτε εκείνη, η οποία είχε εναχθεί με την ιδιότητά της ως προστήσασα και μόνο.

Ο, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής τους αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίαση εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι εντελώς αυθαίρετα το Εφετείο έκρινε: α) ότι ευλόγως οι υπάλληλοι της Τράπεζας προέβησαν σε καταγγελία των δανείων θεωρώντας ότι θα υποστούν πειθαρχικό έλεγχο χωρίς όχι μόνο να έχει αποδειχθεί αλλά ούτε καν να έχει προταθεί τέτοιος ισχυρισμός και β) ότι ο δεύτερος αναιρεσείων μετέβαλε την περιουσία του κατά το χρονικό διάστημα από 2008-2011, κρίση ενάντια στην παραδοχή του ίδιου Εφετείου περί της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την με αριθμό 86/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, περιουσία μάλιστα που παραμένει αμετάβλητη μέχρι σήμερα παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα σε ουδέν διωκτικό μέτρο έχει προβεί.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος καθώς οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος ενώ ως προς την αιτίαση περί αμετάβλητης περιουσίας του δεύτερου αναιρεσείοντος ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και εκ του λόγου ότι με πρόσχημα την επικαλούμενη πλημμέλεια, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τις νόμιμα προσκομισθείσες από τους διαδίκους, αποδείξεις.

Εάν γίνει δεκτή εν όλω ή εν μέρει η έφεση και εξαφανισθεί ολικώς ή μερικώς η εκκαλουμένη απόφαση, συνεξαφανίζεται, ακόμα κι αν δεν προσβάλλεται με την έφεση, και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, επί ολικής εξαφάνισης, ως αναγκαίο επακόλουθο της εξαφάνισης της απόφασης, επί μερικής δε εξαφάνισης, εν όψει της αναγκαιότητος ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της απόφασης (ΑΠ 1037/2019, ΑΠ 192/2016).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδίδεται με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εσφαλμένα απέρριψε τον λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων περί της δικαστικής δαπάνης, κρίνοντας ότι συνεξαφανίζεται με την απόφαση, ενώ ο λόγος της έφεσης δεν αφορούσε στη δικαστική δαπάνη αλλά στο ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν επιδίκασε ως δικαστική δαπάνη το υπέρογκο ποσό του δικαστικού ενσήμου, ύψους άνω των 25.000 ευρώ, που οι αναιρεσείοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, αφήνοντας επιπλέον και το αίτημά τους αδίκαστο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθώς ορθά το δικαστήριο δεν ερεύνησε τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης και ούτε άφησε αίτημα αδίκαστο, δεδομένου ότι με την αποδοχή λόγου έφεσης και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ολική ή μερική συνεξαφανίζεται και η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης και τα έξοδα υπολογίζονται ενιαίως.

Εξάλλου, όπως προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση της από 18/2/2015 έφεσης οι εκκαλούντες παραπονούντο με τον τέταρτο λόγο τους (ως προς την με αριθμό 10482/2011 αγωγή τους) για την καταδίκη των αντιδίκων τους "σε καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων, τα οποία όρισε στο ποσό των μόλις; 600 ευρώ παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι είχε καταβληθεί από εμάς ποσόν 2.748 ευρώ" και όχι για το αναφερόμενο με τον ως άνω λόγο αναίρεσης δικαστικό ένσημο άνω των 25.000 ευρώ.

Κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, "όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της".

Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται ειδικός τρόπος αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επέρχεται κατά πλάσμα του νόμου από την τελεσιδικία της απόφασης που καταδικάζει σε δήλωση βούλησης τον οφειλέτη. Προϋπόθεση είναι αφ` ενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφ` ετέρου η ιδιότητα του εναγόμενου ως οφειλέτη της.

Η υποχρέωση του εναγόμενου να δηλώσει τη βούλησή του προς τον ενάγοντα πρέπει να απορρέει είτε από δικαιοπραξία, την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα, είτε απ` ευθείας από το νόμο. Αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 76/2004). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., επικαλούμενοι παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας και των συναλλακτικών ηθών επειδή το Εφετείο απέρριψε το αίτημά τους για καταδίκη της πρώτης αναιρεσίβλητης σε δήλωση βούλησης προκειμένου να υποχρεωθεί να ανακαλέσει την καταγγελία και να προβεί σε ενεργοποίηση εκ νέου των δανειακών συμβάσεων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, καθώς στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία των επίδικων συμβάσεων (πλην της με αριθμό ... σύμβασης στεγαστικού δανείου) ήταν άκυρη και συνεπώς εφόσον η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας συνεπάγεται ότι αυτή (καταγγελία) λογίζεται ως μη γενόμενη, επέρχεται ως αυτόθροη συνέπεια η ενεργοποίηση των λογαριασμών που εξυπηρετούσαν τις εν λόγω συμβάσεις.

Σε κάθε περίπτωση ορθά έκρινε το Εφετείο ως μη νόμιμο το εν λόγω αίτημα αφού η ενέργεια της Τράπεζας να ενεργοποιήσει τους λογαριασμούς που θα εξυπηρετήσουν μια σύμβαση δεν αποτελεί νομική πράξη (δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία) αλλά πρόκειται περί υλικής πράξης, για την οποία δεν προβλέπεται η καταδίκη σε δήλωση βούλησης, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της σχετικής υποχρέωσης προς επιχείρησή της.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από την 12/3/2019 αίτηση των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", 2) Δ. Δ. του Γ., 3) Γ. Δ. του Δ. και 4) Α. Α. του Κ., για αναίρεση της με αριθμό 3859/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ