Legislator Case Law & Legislation
1699/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, remanding for new sentencing under more lenient post-judgment law.

Case Number 1699/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a conviction for false sworn declaration. The court found the appeal procedurally valid but noted that a more lenient penal code provision came into effect after the original judgment was published. Consequently, the court set aside the original sentence to apply the newer, more favorable law while remanding the case for a new sentencing hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474, 504 § 1 & 505 § 1 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court must automatically apply the more lenient law in force after the publication of the appealed judgment if the appellant appears in court and the appeal is admitted.

Keywords

AI generated
appeal admissibility retroactive application more lenient law false sworn declaration sentencing remand automatic application procedural validity

Cited Legislation

AI generated
Article 473 § 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 504 § 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 505 § 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 589 § 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 211 of the Code of Criminal Procedure
Article 463 § 2 of the Penal Code
Article 460 of the Penal Code
Article 511 of the Code of Criminal Procedure
Article 522 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1699 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1699/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Στυλιανό Δαρέλλη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 16 Ιουλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Ζηκογιάννη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 197/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 681/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η από 18 Απριλίου 2019 κρινόμενη αίτηση, για αναίρεση της απόφασης ΗΤ 197/2019 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, Βασιλείου Σκανδάλη, και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 40/2019 και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18-4-2019 αίτηση, που υποβλήθηκε με δήλωση στον αρμόδιο Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. 40/2019 εκθέσεως αναιρέσεως, για αναίρεση της ΗΤ197/2019 απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 § 3 εδ. α' ΚΠΔ βιβλίο στις 10-4-2019 έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473, 474, 504 § 1 & 505 § 1 περ. α' του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, οι οποίες είναι εφαρμοστέες κατά τη διάταξη του άρθρου 589 παρ. 3 του νέου Κ.Π.Δ., ως αφορώσες τις διατυπώσεις άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε πριν την 1.7.2019, και συνεπώς είναι παραδεκτή. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του εγκλήματος της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται με το άρθρο 22 § 6 Ν. 1599/1986 και του επεβλήθη ποινή φυλάκισης 8 μηνών με τριετή αναστολή.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211 του ισχύοντος νέου ΚΠΔ (Ν 4620/11-6-2019 που ισχύει κατ' άρθρο 585 από 1-7-2019), "Μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Όπως δε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση αυτού (νέου ΚΠΔ), αντί της προηγούμενης διατύπωσης του σχετικού άρθρου 211Α του προϊσχύσαντος ΚΠΔ "Μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου" που παρέπεμπε ευθέως σε έλεγχο της επάρκειας του αποδεικτικού αυτού μέσου και στην ανάγκη συναξιολόγησής του με άλλες αποδείξεις, στο νέο ΚΠΔ επικράτησε η διατύπωση "δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη", ώστε να είναι απολύτως σαφές ότι η τυχόν αξιολόγησή της συνιστά πλήρη αποδεικτική απαγόρευση, η παραβίαση της οποίας έχει ως αποτέλεσμα την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω προσβολής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Με βάση την διάταξη αυτή απαγορεύεται να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνης της μαρτυρικής κατάθεσης ή της παροχής εξηγήσεων ή της απολογίας συγκατηγορουμένου του. Συγκατηγορούμενος είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 45-49 ΠΚ, ο συναυτουργός, ο ηθικός αυτουργός και ο άμεσος ή απλός συνεργός.

Η διάταξη αναφέρεται σε "μαρτυρική κατάθεση ή παροχή εξηγήσεων ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου", δηλαδή ο συγκατηγορούμενος να εξετάστηκε ως μάρτυρας ή να παρείχε εξηγήσεις ή να απολογήθηκε ως κατηγορούμενος και μάλιστα στα πλαίσια της ίδιας ποινικής διαδικασίας από την οποία και δη απ' ευθείας έγινε η άντληση των πληροφοριών για την καταδίκη.

Δεν παραβιάζεται, όμως η διάταξη αυτή του άρθρου 211 νέου ΚΠΔ (211Α προϊσχύσαντος ΚΠΔ) όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στην παροχή εξηγήσεων ή στην απολογία συγκατηγορουμένου του, αλλά συνδυαστικά και σε άλλα στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων και αναγνωσθέντα έγγραφα (ΑΠ 2108/2017).

Ειδικά, η υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 Ν. 1599/1986, στα πλαίσια της ποινικής δίκης και αν ακόμη περιέχει δυσμενή για τον συγκατηγορούμενο του δηλούντος στοιχεία, εκτιμάται, σύμφωνα με την καθιερούμενη από το άρθρο 177 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, ως έγγραφο του άρθρου 178 § 1στ' ΚΠΔ (ΑΠ 2546/2005).

Από την παραδεκτώς επισκοπούμενη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή στο μεν σκεπτικό της δέχθηκε (μεταξύ άλλων) τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, την κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν νομότυπα, από την απολογία του 1ου κατηγορουμένου και από τους ισχυρισμούς της υπερασπίσεως της 2ης κατηγορουμένης, σε συνδυασμό με την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο α' κατηγορούμενος Κ.

Δ., στην ...., στις 29-11-2012, εν γνώσει του δήλωσε σε δημόσια αρχή ψευδή γεγονότα, που δεν αποδεικνύονται με δελτίο ταυτότητας ή άλλα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6 του Ν. 1599/86, με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ιδίου νόμου, και ειδικότερα, ως υπεύθυνος της Σχολής Επαγγελματικής Κατάρτισης Μεταφορέων (ΣΕΚΑΜ), με την επωνυμία "...

ΕΕ", κατά την υποβολή προς τη Δ/νση Μεταφορών και Επικοινωνιών Περιφ. Αττικής της ....345/29-11-2012 αιτήσεως της ανωτέρω Σχολής, με θέμα "κατάσταση υποψηφίων για συμ/οχή στις εξετάσεις Δ' περιόδου (Δεκεμβρίου 2012) για την απόκτηση Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Επάρκειας οδικών Μεταφορέων - Εμπορευμάτων - Επιβατών", με συνημμένες στην αίτηση αυτή θεωρημένες καταστάσεις υποψηφίων που είχαν φοιτήσει, στην ανωτέρω σχολή, στις οποίες (καταστάσεις), στον αριθμό 38, είχε συμπεριληφθεί και το όνομα της κατηγορουμένης Π.

Α., προσκόμισε και την από 29-11-2012 υπεύθυνη δήλωσή του στην οποία δήλωνε, εν γνώσει του, επί λέξει, τα κάτωθι ψευδή: "Οι συνημμένες καταστάσεις που υποβάλλονται περιλαμβάνουν τους υποψηφίους που έχουν παρακολουθήσει τις απαραίτητες ώρες σεμιναρίων και δύνανται να συμμετάσχουν στις εξετάσεις Δεκεμβρίου 2012", ενώ το αληθές ήταν, ότι η Π.

Α., ουδέποτε είχε παρακολουθήσει πρόγραμμα διδασκαλίας στην ανωτέρω ΣΕΚΑΜ, όπως η ίδια δήλωσε και στην από 6-12-2012 υπεύθυνη δήλωσή της προς την Περιφέρεια Αττικής κατά την ημέρα διεξαγωγής των εξετάσεων, την 6-12-2012, αποχωρώντας αυτή από την αίθουσα της εξέτασης. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί της ακρίβειας των ανωτέρω γεγονότων εδράζεται στην κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Χ.

Π. του Α., η οποία, κατά το χρόνο τέλεσης των αποδιδόμενων πράξεων στους κατηγορούμενους, παρευρέθη με την ιδιότητα του Επιθεωρητή Ελεγκτή κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος οδικών μεταφορών των σχολών ΣΕΚΑΜ. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι μέλος της Εξεταστικής Επιτροπής ανέφερε στους υποψηφίους, κατά την έναρξη των εξετάσεων, ότι θα έπρεπε να υπογράψουν υπεύθυνες δηλώσεις ότι πληρούσαν τους όρους συμμετοχής στον διαγωνισμό, επισημαίνοντας τις πιθανές κυρώσεις για ενδεχόμενες (εκ μέρους τους) παρατυπίες.

Εκείνη τη στιγμή, η 2η κατηγορουμένη δήλωσε μεγαλόφωνα, εντός του ακροατηρίου, ότι δεν είχε συμπληρώσει τις ώρες διδασκαλίας, επαναλαμβάνοντας τη δήλωση αυτή και στην υπεύθυνη δήλωση που της δόθηκε για να συμπληρώσει. Σύμφωνα με την επ' ακροατηρίω κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος, η δεύτερη κατηγορουμένη τελούσε σε πλήρη γνώση της παραδοχής που γνωστοποίησε, ήτοι της μη εκ μέρους της συμπλήρωσης των απαιτούμενων ωρών διδασκαλίας, τα δε περί αντιθέτου ισχυριζόμενα από τον πρώτο κατηγορούμενο αλλά και τους μάρτυρες υπεράσπισης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αναπόδεικτα...".

Στο δε διατακτικό κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι "... στην ...., στις 29-11-2012, εν γνώσει του δήλωσε σε δημόσια αρχή ψευδή γεγονότα που δεν αποδεικνύονται με Δελτίο Ταυτότητας ή άλλα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6 του Ν. 1599/86, με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ίδιου Νόμου και ειδικότερα ως υπεύθυνος της Σχολής Επαγγελματικής Κατάρτισης Μεταφορέων (ΣΕΚΑΜ), με την επωνυμία "...

Ε.Ε.", κατά την υποβολή προς τη Δ/νση Μεταφορών και Επικοινωνιών Περιφ. Αττικής της ...345/29-11-2012 αιτήσεως της ανωτέρω Σχολής με θέμα "Κατάσταση υποψηφίων για συμμετοχή στις εξετάσεις Δ περιόδου (Δεκεμβρίου 2012) για την απόκτηση Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Επάρκειας οδικών Μεταφορέων - Εμπορευμάτων - Επιβατών" με συνημμένες στην αίτηση αυτή θεωρημένες καταστάσεις υποψηφίων που είχαν φοιτήσει στην ανωτέρω Σχολή, στις οποίες (καταστάσεις) στον αριθμό 38, είχε συμπεριληφθεί και το όνομα της κατηγορουμένης Π.

Α., προσκόμισε και την από 29-11-2012 υπεύθυνη δήλωση στην οποία δήλωνε, εν γνώσει του, επί λέξει, τα κάτωθι ψευδή "Οι συνημμένες καταστάσεις που υποβάλλονται περιλαμβάνουν τους υποψηφίους που έχουν παρακολουθήσει τις απαραίτητες ώρες σεμιναρίων και δύνανται να συμμετάσχουν στις εξετάσεις Δεκεμβρίου 2012" , ενώ το αληθές ήταν ότι η Π.

Α., ουδέποτε είχε παρακολουθήσει πρόγραμμα διδασκαλίας στην ανωτέρω ΣΕΚΑΜ, όπως η ίδια δήλωσε και στην από 6-12-2012 υπεύθυνη δήλωσή της προς την Περιφέρεια Αττικής κατά την ημέρα διεξαγωγής των εξετάσεων, την 6-12-2012, αποχωρώντας αυτή από την αίθουσα της εξέτασης".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι για να οδηγηθεί στην καταδίκη του παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠΔ, διότι στήριξε την κρίση της για την ενοχή του αποκλειστικά στην κατάθεση της συγκατηγορουμένης του Α.

Π. στην από 6-12-2012 υπεύθυνη δήλωση αυτής ότι δεν είχε παρακολουθήσει πρόγραμμα διδασκαλίας στη σχολή του αναιρεσείοντα, σε αντίθεση με ό,τι είχε δηλώσει αυτός με τη δική του με ημερομηνία 29-11-2012 υπεύθυνη δήλωση. Όπως ισχυρίζεται, δεν αμφισβητεί ότι η συγκατηγορουμένη του προέβη στην εν λόγω παραδοχή και προς τούτο υπέγραψε τη σχετική υπεύθυνη δήλωσή της.

Αυτό που προβάλλει και που προκύπτει (κατά τους ισχυρισμούς του) από την προσβαλλόμενη απόφαση είναι ότι αυτή η εκ μέρους της παραδοχή αποτελεί το μοναδικό στοιχείο από το οποίο διαπιστώνεται η δήθεν δική του ενοχή και ότι δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο που να οδηγεί σ' αυτή. Σύμφωνα με όσα παραπάνω (στη μείζονα σκέψη) αναφέρονται, η συγκεκριμένη αιτίαση του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμη, καθόσον η κρίσιμη Υπεύθυνη Δήλωση του άρθρου 8 Ν. 1599/1986 της συγκατηγορουμένης του Α.

Π. που δεν εμφανίστηκε στη δίκη (εκπροσωπήθηκε από συνήγορο) και ουδέποτε απολογήθηκε, η οποία (δήλωση) απευθυνόταν προς την Περιφέρεια Αττικής και δεν έγινε στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, αποτελεί έγγραφο και όχι κατάθεση και επομένως, ορθά εκτιμήθηκε ελεύθερα από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 177 ΚΠΔ και σύμφωνα με το περιεχόμενό της κατέληξε σε καταδικαστική κρίση.

Σε κάθε περίπτωση, η περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του Δικαστηρίου δεν εδράζεται αποκλειστικά στην από 6-12-2012 υπεύθυνη δήλωση της συγκατηγορουμένης του, αλλά (όπως προκύπτει από το σκεπτικό της) στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα στην επ' ακροατηρίω κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Χ.

Π., την οποία ανελέγκτως έκρινε ότι παρέχει αυξημένα εχέγγυα αξιοπιστίας, δεδομένου ότι ήταν παρούσα κατά το χρόνο διεξαγωγής των εξετάσεων, με την ιδιότητα του Επιθεωρητή Ελεγκτή και έχει ιδία αντίληψη ως προς τα διαμειφθέντα μεταξύ της εξεταστικής επιτροπής και της Α. Π..

Συνεπώς, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω στηρίξεως της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο, συνεπεία παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 211Α ΚΠΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και ο πρώτος λόγος αναίρεσης (άρθρα 510 § 1 περ. Α' σε συνδ. με 211Α και 171 ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510 § 1 περ. Δ' ΚΠΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, διότι πλην της κατάθεσης της συγκατηγορουμένης του (ανύπαρκτη κατά τα άνω, εννοεί την επίμαχη από 6-12-2012 υπεύθυνη δήλωση αυτής) δεν διαπιστώθηκε από άλλο αποδεικτικό στοιχείο ότι η Α. Π. δεν παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή του αναιρεσείοντος, ενώ ο δικός του αντίθετος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναπόδεικτος. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο διέλαβε στην καταδικαστική του απόφαση την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλεται από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς του με βάση τους οποίους έκρινε ότι ο αναιρεσείων είναι αυτουργός του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε.

Όπως ορίζει το άρθρο 2 § 1 του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019, ο οποίος κατά το άρθρο 460 αρχίζει να ισχύει από 1-7-2019) "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 511 του νέου ΚΠΔ (Ν. 4620/2019 που κατ' άρθ. 585 ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019) "Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.

Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως που προσβάλλεται με αναίρεση μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη ή και την επιβληθείσα ποινή κύρια ή παρεπόμενη, εφόσον ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο και κρίθηκε παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 463 § 2 νΠΚ "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα". Στην εκδικαζόμενη υπόθεση, ο κατηγορούμενος -αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του εγκλήματος της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται με το άρθρο 22 § 6 εδ.

α' Ν. 1599/1986 με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Η νέα αυτή διάταξη του άρθρου 463 § 2 νΠΚ, ο οποίος κατά το άρθρο 460 αυτού αρχίζει να ισχύει από 1-7-2019, ήτοι μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εισάγει ευμενέστερη ως προς την ποινή μεταχείριση του κατηγορουμένου, σε σχέση με την προβλεπόμενη κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, διότι προβλέπεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή.

Κατ' ακολουθίαν, εφόσον εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο αναιρεσείων (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο) και κρίθηκε παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 511 εδ. δ του νέου Κ.Π.Δ. την ανωτέρω επιεικέστερη διάταξη, πρέπει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά την περί ποινής διάταξη αυτής που αφορά τον κατηγορούμενο -αναιρεσείοντα, προκειμένου το δικαστήριο ουσίας να επιβάλλει σ' αυτόν νέα ποινή για την πράξη της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης στο πλαίσιο των άρθρων 22 § 6 εδ.

α' Ν. 1599/1986 και 463 § 2 του νέου ΠΚ. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του (ΚΠΔ 522) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. ΗΤ197/2019 απόφαση του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δικάσαντος ως Εφετείου και δη κατά την περί ποινής διάταξη αυτής που αφορά τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, προκειμένου το δικαστήριο ουσίας να επιβάλλει σ' αυτόν νέα ποινή για την πράξη της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης στο πλαίσιο των άρθρων 22 § 6 εδ. α' Ν. 1599/1986 και 463 § 2 του νέου ΠΚ.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της, περί επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα για την πράξη της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από τους ίδιους δικαστές, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 18.4.2019 αίτηση του Δ. Κ. του Λ. για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ