1699/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 118/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1699/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως "έδρα" νοείται κατά τη διάταξη αυτή η πραγματική και όχι η καταστατική, δηλαδή ο τόπος, όπου είναι εγκαταστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, στον οποίο (τόπο) συντελούνται οι σπουδαιότερες εκδηλώσεις της υποστάσεώς του και στον οποίον ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις.
Full text
Απόφαση 1699 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1699/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 118/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λαμπίρη, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 448α, 821/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Mε πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ηρειώτη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2015 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2016.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 10 ΑΚ, η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Τα επί μέρους ζητήματα, που ρυθμίζονται από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου είναι, μεταξύ άλλων, η ίδρυση του νομικού προσώπου, η έναρξη και η έκταση της ικανότητας δικαίου, η λύση του, η επωνυμία, η διαχείριση, η αντιπροσωπευτική εξουσία και η ευθύνη των οργάνων του.
Ως "έδρα" νοείται κατά τη διάταξη αυτή η πραγματική και όχι η καταστατική, δηλαδή ο τόπος, όπου είναι εγκαταστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, στον οποίο (τόπο) συντελούνται οι σπουδαιότερες εκδηλώσεις της υποστάσεώς του και στον οποίον ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις.
Έτσι, οι αλλοδαπές εταιρίες, οι οποίες έχουν ως πραγματική έδρα την Ελλάδα, δεν έχουν, όμως, συσταθεί συμφώνως προς τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, πάσχουν ακυρότητα ως εταιρίες του αντιστοίχου εταιρικού τύπου και λειτουργούν ως ομόρρυθμες εταιρίες "εν τοις πράγμασι". Τούτο, όμως, δεν ισχύει προκειμένου περί:
α) εταιριών των Η.Π.Α., συνεστημένων δυνάμει των νόμων και κανονισμών των Η.Π.Α. (άρθρο 24 παρ. 3 εδ. 2 της από 3ης Αυγούστου 1951 Συνθήκης Φιλίας, Εμπορίου και Ναυτιλίας μεταξύ Ελλάδος και Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, κυρωθείσης δια του άρθρου μόνου του ν. 2893/1954, β) εταιριών συσταθεισών συμφώνως προς την νομοθεσία κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εντός του εδάφους του οποίου έχουν την καταστατική έδρα αυτών (άρθρα 43, 48 και 293 της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ως έχει τροποποιηθεί μεταγενεστέρως, η οποία έχει κυρωθεί δια του άρθρου πρώτου του ν. 945/1979), γ) ναυτιλιακών εταιριών του άρθρου 1 του ν.791/1978, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήσαν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό Ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του ν.27/1975 ή των α.ν. 89/1967 και 378/1968, οι οποίες διέπονται ως προς την σύσταση και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται, κατά το καταστατικό τους, η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους.
Σημειωτέον ότι, η εφαρμογή των διατάξεων αυτών του άρθρου 1 του ν.791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές ναυτιλιακές εταιρίες πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία αυτών διαχειρίζονται ή διεχειρίζοντο γραφεία ή υποκαταστήματα εταιριών εγκατεστημένων εντός της ημεδαπής δυνάμει αδείας, χορηγούμενης δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, ως και των εταιριών χαρτοφυλακίου αυτών, υπό την ιδία ως άνω (υπό στοιχείο γ’ ) εξαίρεση (άρθρα 1 του ν. 791/1978 και 25 του ν. 27/1975, ως αντικ.
δια του άρθρου 4 του ν. 2234/1994, 11Δ του ν. 3816/2010), οι οποίες διέπονται ως προς τη σύσταση, τη νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, όπου ευρίσκεται η καταστατική έδρα αυτών, ανεξαρτήτως του τόπου διευθύνσεως των εταιρικών υποθέσεών τους και δ) ναυτιλιακών εταιριών, μη πλοιοκτητριών ή διαχειριστριών πλοίων υπό ελληνική σημαία κατά τον ενεστώτα χρόνο ή κατά το παρελθόν, εγκατεστημένων εντός της ημεδαπής δυνάμει αδείας χορηγούμενης δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, ως και των εταιριών χαρτοφυλακίου αυτών, υπό την αυτήν ως άνω (υπό στοιχείο γ’ ) εξαίρεση (ΟλΑΠ 2/2003, ΑΠ 201/2014, 803/2010, 812/2008, ΑΠ 186/2008).
Επομένως, αλλοδαπές ναυτιλιακές εταιρίες, που έχουν την πραγματική τους έδρα στην Ελλάδα, αλλά δεν έχουν εγκατασταθεί & αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων, ούτε ήταν ποτέ πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων με ελληνική σημαία δεν εμπίπτουν στις ανωτέρω ρυθμίσεις και, επειδή δεν συστήθηκαν συμφώνως προς τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, είναι άκυρες ως εταιρίες του αντιστοίχου εταιρικού τύπου και λειτουργούν στην Ελλάδα και αυτές ως ομόρρυθμες εταιρίες "εν τοις πράγμασι" (ΑΠ 803/2010).- Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 932 του ΑΚ και 63, 64 παρ. 1, 68 παρ. 2, 82, 83 παρ. 1, 84, 85 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι δικαίωμα να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες, με σχετική δήλωση τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, έχουν μόνον, το μεν τα φυσικά πρόσωπα, που έχουν υποστεί άμεση περιουσιακή ζημία ή άμεση ηθική βλάβη ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, το δε τα νομικά πρόσωπα, που έχουν υποστεί άμεση περιουσιακή ζημία ή άμεση ηθική βλάβη, που αφορά την πίστη και το κύρος τους έναντι τρίτων, από την αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, και όχι όσοι βλάπτονται έμμεσα από αυτήν (ΑΠ 909/2016, ΑΠ 1345/2015).
Για την παράσταση της πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί προφορική δήλωση του δικαιούχου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας της πρώτης ή της μετ’ αναβολή συζητήσεως. Στη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει να περιέχεται συνοπτική έκθεση της υποθέσεως που αφορά και των λόγων που στηρίζουν το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή πρέπει να διατυπώνεται στη δήλωση η αξιόποινη πράξη και η σχέση που συνδέει το υποκείμενο της δηλώσεως με το πληττόμενο από την αξιόποινη πράξη δικαίωμα ή συμφέρον.
Επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στη δήλωση αν ο πολιτικώς ενάγων παρίσταται για αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ δεν είναι απαραίτητος ο καθορισμός του σχετικού ποσού. Η νομιμοποίηση και το παραδεκτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωση του και από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της απαιτήσεως κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία.
Οι ανωτέρω διατυπώσεις ανάγονται στην τυπική νομιμοποίηση και συνιστούν διαδικαστικές προϋποθέσεις της πολιτικής αγωγής, ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η τυχόν έλλειψή τους οδηγεί στην απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης. Όταν δε, με βάση τη δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος και την αξιόποινη πράξη που τελέστηκε σε βάρος του, υπάρχει ενεργητική νομιμοποίηση, αλλά αμφισβητείται η ουσιαστική βάση αυτής από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και η κρίση για τη συνδρομή της συνάπτεται με την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων της υποθέσεως, μπορεί το δικαστήριο να αποφασίσει για την αποβολή της πολιτικής αγωγής μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις των συνηγόρων, οπότε η συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντος μέχρι αυτό το χρονικό σημείο στην ακροαματική διαδικασία δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως για παράσταση παρά τον νόμο της πολιτικής αγωγής (ΑΠ 533/2016).- Εξ άλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α’ ΚΠΔ και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ουσιαστικής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ και όταν παραβιάσθηκε η τηρητέα, κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ, διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής αυτής (πολιτικής αγωγής), ο οποίος εξικνείται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου.
Είναι δε αυτονόητο, ότι η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται από την μη προβολή αντιρρήσεως κατά της παράνομης παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος, αν από την ίδια τη διαδικασία προκύπτει έλλειψη νομιμοποιήσεως, η οποία και ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και οδηγεί στην απόρριψη της πολιτικής αγωγής ως απαράδεκτης (ΑΠ 611/2016, ΑΠ 533/2016).
Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, όπως προκύπτει διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2, 174 παρ.1, 63 και 68 παρ. 2 του ΚΠΔ, δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν την δημόσια τάξη.
Σημειωτέον ότι, όταν ο παραστάς, ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου, δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως προκαλείται σχετική ακυρότητα, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως και η οποία καλύπτεται αν δεν προβληθεί σχετική αντίρρηση του κατηγορουμένου (ΑΠ 684/2015, ΑΠ 2409/2009).- Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε (ΑΠ 12/2016).- Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου επισκόπηση της υπ’ αριθμ. 3491,3680/2013 αποφάσεως και πρακτικών της του Τριμελούς Εφετείου (επί κακ/των) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση και της υπ’ αριθμ. 448α, 821/2015 αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μετά των πρακτικών της, του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ένοχη υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, άνω των 73.000 ευρώ, κατ’ εξακολούθηση, ως εντολοδόχος και διαχειριστής ξένης περιουσίας.
Προκύπτει επίσης, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απερρίφθη η, το πρώτον ενώπιον του ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προβληθείσα από την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, ένσταση, με αίτημα αποβολής, της παραστάσης ως πολιτικώς ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εδρεύουσας στην ...
εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία (παράσταση της εταιρείας αυτής ως πολιτικώς ενάγουσας) είχε δηλωθεί και πρωτοδίκως, χωρίς τότε να προβληθεί αντίρρηση κατά της παραστάσεως αυτής από την κατηγορουμένη, είχε γίνει δεκτή και είχε επιδικασθεί στην παραστάσα ως πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία αυτή το ποσό των 44 ευρώ για την ως άνω αιτία, και επανελήφθη (η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής) με το αυτό περιεχόμενο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης (σελ. 3-6) η ανωτέρω ένσταση μετά αιτήματος αποβολής της πολιτικώς ενάγουσας προεβλήθη από την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα στο κατ’ έφεσιν δικάζον ως άνω δικαστήριο υπό το εξής, επί λέξει, σαφές και ορισμένο περιεχόμενο: "Ενίσταμαι κατά της παράστασης, ως πολιτικώς ενάγουσας της εταιρίας με την επωνυμία "..." με φερόμενη έδρα την ..., για τους παρακάτω λόγους:
Η εξωχώρια εταιρία (offshore), "..." που εδρεύει στην ..., για την σύσταση της, δε, φαίνεται από τα προσκομισθέντα έγγραφα, ότι έχει ακολουθηθεί η διαδικασία της καταστατικής έδρας, δηλαδή της Λιβερίας. Όμως σύμφωνα με την υπ’ αρ. 2/03 Απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για τη σύσταση της offshore εταιρίας έπρεπε να ακολουθεί η διαδικασία της πραγματικής της έδρας, η οποία πραγματική έδρα είναι αυτή στην οποία ασκείται η διαχείριση της εταιρίας.
Αν διαπιστωθεί ότι η πραγματική έδρα της εταιρίας που φέρεται ως αλλοδαπή, βρίσκεται στην Ελλάδα και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ιδρύσεως (συστάσεως και δημοσιεύσεως) που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για τον συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρία είναι άκυρη (2/03 Ολ.Αρ. Πάγου). Επομένως, αφού η εν, λόγω εταιρία προκύπτει αδίστακτα και από την κατηγορία την ίδια, ότι έχει πραγματική έδρα τον Πειραιά, αφού και εγώ η ίδια στο παρελθόν εκπροσωπούσα την παραπάνω εταιρία από την έδρα της στον Πειραιά, παρανόμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα, πρωτοδίκως και παρανόμως δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής και ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης. 2) Η παραπάνω απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου εξαιρεί βεβαίως τις ναυτιλιακές εταιρίες, όμως η δηλώσασα ενώπιον Σας παράσταση πολιτικής αγωγής εταιρία με την επωνυμία "..." δεν είναι ναυτιλιακή εταιρία γιατί ουδέποτε είχε τη διαχείριση οποιουδήποτε πλοίου, μόνο δε, το "..." παραπέμπει αμυδρώς σε ναυτιλιακή εταιρία, γεγονός που δεν μετατρέπει οποιαδήποτε εταιρία σε ναυτιλιακή εταιρία, μόνο επειδή αναφέρεται το "..." στο τίτλο της, κυρίως, όταν από τα υπάρχοντα στην δικογραφία στοιχεία προκύπτει μόνον η διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών και αγοραπωλησίες μετοχών οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με διαχείριση πλοίου. 3) Από τα προσκομισθέντα έγγραφα, προκύπτει ότι προσκομίσθηκαν από την παραπάνω εταιρία, για την νομιμοποίηση της ως πολιτικώς ενάγουσας, πρωτοδίκως, τα παρακάτω έγγραφα:
Α) Το από 17.6.2013 Πρακτικό Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας "..." που εδρεύει στην ... και Β) Το από 17/6/13 Ειδικό Πληρεξούσιο του πιστοποιούντος υπαλλήλου της Κύπρου, Δημητρίου Σωφρονίου, τα οποία και ανεγνώσθησαν. Όμως στο από 31.10.2014 Πρακτικό Διοικητικού Συμβουλίου που προσκομίσθηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, αφενός μεν, δεν διευκρινίζεται πόθεν οι εμφανισθέντες ως εκπρόσωποι της εταιρίας αντλούν την δικαιοδοσία τους, και δη δυνάμει ποιου καταστατικού και από ποιο όργανο διορίσθηκαν, ο μεν α’ Φ.
Φ. ως Πρόεδρος /Διευθυντής, ο β’ Σ. Π. ως Ταμίας /Διευθυντής, ο δε γ’ ως Γραμματέας/ Διευθυντής, αφετέρου δε, η εις το τέλος του παραπάνω πρακτικού υπογραφή, του πιστοποιούντος υπαλλήλου της Λευκωσίας Σ. Δ., δεν αποτελεί ειδικό πληρεξούσιο κατά την έννοια του νόμου, αφού σύμφωνα με την παρ. 5 του ως άνω πρακτικού, δίδεται η ειδική εντολή σε κάθε μέλος του Δ.Σ κάτοικο Λευκωσίας Κύπρου να προβεί στην σύνταξη ειδικού πληρεξούσιου εγγράφου ενώπιον του Έλληνα Προξένου στην Λευκωσία Κύπρου, με το οποίο να διορίζει ως πληρεξούσιο και αντίκλητο, έναν από τους τρεις αναφερόμενους στο πρακτικό, να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, τέτοιο δε, ειδικό πληρεξούσιο δεν υπάρχει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΛΟΓΟΥΣ Ζητώ την αποβολή της πολιτικής αγωγής". Το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του κατά πρώτον δέχθηκε ως νόμιμη την παράσταση ως πολιτικώς ενάγουσας της ως άνω εταιρείας, με την επί λέξει αιτιολογία ότι: "κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις περί την παράσταση και εκπροσώπηση της εταιρείας "..." ως πολιτικώς ενάγουσας και ζητείται η αποβολή της (θέμα, δηλαδή, που δεν ετέθη καν πρωτοδίκως, ούτε προεβλήθη ως λόγος εφέσεως) αυτές είναι απορριπτέες ως μη νόμιμες, ενώ ως προς το μέρος της ενεργητικής νομιμοποίησης, αυτές ανάγονται στην κατ’ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως.", ενώ στην συνέχεια, μετά την επαναφορά της ένστασης περί αποβολής της πολιτικής αγωγής το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ως προς την ένσταση αυτή.
Ακολούθως, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, την πρόταση του εισαγγελέως περί απορρίψεως της ενστάσεως αποβολής της πολιτικής αγωγής και την αγόρευση των συνηγόρων υπερασπίσεως της πολιτικής αγωγής και της κατηγορουμένης, απέρριψε την ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής με την, επίσης επί λέξει, αιτιολογία ότι: "το έτος 1977 η κατηγορουμένη προσελήφθη ως υπάλληλος στον όμιλο εταιρειών του επιχειρηματία Α.
Α., στον οποίο (όμιλο) ανήκει (και η εδρεύουσα στην ... εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "...", για την ενεργητική νομιμοποίηση της οποίας δεν προέκυψε λόγος, που να την αποκλείει και συνεπώς η ένσταση αποβολής της ως πολιτικώς ενάγουσας είναι απορριπτέα.".- Με τις παραδοχές αυτές και δεδομένου, ότι με την άσκηση της εφέσεως εκ μέρους της κατηγορουμένης και την εισαγωγή της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η υπόθεση επαναφέρθηκε στο σύνολο της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, συνεπώς και ως προς το κεφάλαιο περί πολιτικής αγωγής (ΑΠ 584/2016), το ανωτέρω δικαστήριο δεν διέλαβε στην συμπροσβαλλόμενη, απορριπτική της ενστάσεως της κατηγορουμένης για την αποβολή της πολιτικής αγωγής, παρεμπίπτουσα απόφασή του, την, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Ειδικότερα δεν διέλαβε (παντελώς) και μάλιστα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της ενεργητικής νομιμοποιήσεως ως πολιτικώς ενάγουσας της ανωτέρω αλλοδαπής, ως εδρεύουσας στην ..., εταιρείας με την επωνυμία "...", βάσει των οποίων, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις του νόμου, είχε την ικανότητα, ως νομικό πρόσωπο και δη αλλοδαπή εταιρεία να είναι, και κατά το ελληνικό δίκαιο, νομίμως συνεστημένο νομικό πρόσωπο, εξ αυτού του λόγου υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και έτσι να νομιμοποιείται ενεργητικώς να παρίσταται, όπως στην προκειμένη περίπτωση αξιώσεως της αποκαταστάσεως της μη περιουσιακής ζημίας της από την ζημιώσασα αυτό κατηγορουμένη, ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων ως πολιτικώς ενάγουσα, και μάλιστα χωρίς, κατά τα σχετικώς προαναφερθέντα, να δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και εξ αυτού του λόγου λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α’ του ΚΠΔ. Δεν διέλαβε επίσης το δικαστήριο στην ως άνω απόφασή του τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών, που δέχθηκε ότι απεδείχθησαν, στις διατάξεις που εφάρμοσε, για την κρίση του αυτή.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθ’ όσον αφορά την απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί μη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ως άνω εδρεύουσας στην ..., εταιρείας με την επωνυμία "..." να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα και απορρίψεως του συναφούς αιτήματος της να αποβληθεί της διαδικασίας, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.- Κατόπιν αυτών και χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, των οποίων παρέλκει η έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 448α, 821/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές και στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 448α, 821/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ