1699/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/3/2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1699/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1699 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1699/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γ. Δ. Β. Κ. Ν.Π.Δ.Δ." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τζήμο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/3/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 28/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη νομίμως από τον αναιρεσείον υπ' αριθμ. 687 ΣΤ'/3-1-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κοζάνης Δ. Ι. Ι. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε δήλωση παραστάσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
Περαιτέρω, με τη 2026439/3480/0022/1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β`462/6-6-1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997, "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", οι διατάξεις του νόμου αυτού επεκτάθηκαν και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ.
Το ίδιο επαναλαμβάνεται για τους εργαζομένους στους ΟΤΑ και στις από 17-2-2001 και 18-7-2002 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των ΟΤΑ (πράξη κατάθεσης Υπ. Εργασίας 92/17-12-2001 και 82/22-7-2002 αντίστοιχα). Με το άρθρο 13 του ν. 2470/1997 προβλέπεται χορήγηση σε διάφορες κατηγορίες των δημοσίων υπαλλήλων μηνιαίου χρηματικού ποσού ως κινήτρου απόδοσης, για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και την πρόσθετη εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, καθορίζονται δε τα κριτήρια για τη χορήγηση αυτού.
Εξάλλου, στην παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 2349/1995 ορίζεται ότι ποσοστό εννέα τοις εκατό (9%) των εσόδων του Εθνικού Τυπογραφείου από καταχωρήσεις στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ετήσιες συνδρομές, πωλήσεις φύλλων ή διάθεση φωτοαντιγράφων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως κατατίθεται υπέρ του Δημοσίου και η αντίστοιχη πίστωση εγγράφεται στον κρατικό προϋπολογισμό.
Το προϊόν του προηγουμένου εδαφίου διατίθεται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών για την παροχή επιδόματος αυξημένης ευθύνης στους τακτικούς και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους της κεντρικής υπηρεσίας του πρώην Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης, του Εθνικού Τυπογραφείου και της Γραμματείας του Α.Σ.Ε.Π., περιλαμβανομένων και των με απόσπαση υπηρετούντων από το πρώην Υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης, με εξαίρεση τους αποσπασμένους από άλλες υπηρεσίες ελεγκτές δημόσιας διοίκησης.
Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (πρώην Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης), του Εθνικού Τυπογραφείου και του Α.Σ.Ε.Π., αντίστοιχα και τακτοποιούνται απολογιστικώς από τα έσοδα του προηγουμένου εδαφίου. Με την ίδια ή όμοια απόφαση ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά τη διαχείριση και διάθεση του σχετικού ποσού.
Με τα άρθρα 1-4 του ν. 2880/2001 "Πρόγραμμα ΠΟΛΙΤΕΙΑ για τη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις" θεσπίσθηκε για τη διαρκή βελτίωση της Δημόσιας Διοίκησης με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και την επιμόρφωση και βέλτιστη χρήση του ανθρώπινου δυναμικού της, η εκπόνηση κάθε τρία χρόνια από το Υπουργείο Εσωτερικών του Εθνικού Σχεδίου Δράσεων για τη Δημόσια Διοίκηση (Πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ"), το οποίο εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και διαρθρώνεται ενδεικτικά στα αναφερόμενα υποπρογράμματα εξειδικεύεται δε σε κεντρικά και περιφερειακά επιχειρησιακά προγράμματα, τα τελευταία των οποίων αποτελούν την κατά περιφέρεια και τους υπαγόμενους σ` αυτή ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας εξειδίκευση των στόχων του προγράμματος (άρθρο 1), καθορίσθηκε το όργανο παρακολούθησης του προγράμματος αυτού (άρθρο 2), προσδιορίσθηκαν οι πόροι του (άρθρο 3) και προβλέφθηκε η θέσπιση Κανονισμού Εφαρμογής του (άρθρο 4).
Με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου αυξήθηκε το ποσοστό της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 2349/1995 από 9% σε 25% και ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών καθορίζονται οι δικαιούχοι του προϊόντος της παραπάνω αυξήσεως, το ύψος της ειδικής πρόσθετης αμοιβής, ο τρόπος καταβολής του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Κατ` εξουσιοδότηση της τελευταίας διάταξης εκδόθηκε η 2/19691/0022/28.3.2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών (ΦΕΚ Β`341/2001), με την οποία χορηγήθηκε στους μόνιμους με θητεία καθώς και στους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθώς και άλλων υπηρεσιών αυτού, περιλαμβανομένων και των μεταταγέντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Π.Δ. 30/1996 ή μελλόντων να μεταταγούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 2738/1999, στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, ειδική πρόσθετη αμοιβή, καλυπτόμενη από την αύξηση του ποσοστού της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 2349/1995, με την αιτιολογία ότι αυτή (πρόσθετη αμοιβή) "συμπλέκεται με τα καθήκοντα των υπηρετούντων στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, λόγω της σοβαρότητας που παρουσιάζουν τα αντίστοιχα θέματα, της πολυμορφίας τους και της ταχείας αντιμετώπισής τους, πολλές φορές και εκτός των εκάστοτε ισχυόντων ωραρίων εργασίας".
Από το περιεχόμενο της τελευταίας κοινής υπουργικής απόφασης σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 2470/1997 και 1-5 του ν. 2880/2001 προκύπτει ότι, η χορηγηθείσα με την παραπάνω υπουργική απόφαση ειδική πρόσθετη αμοιβή είναι διαφορετική από το κίνητρο απόδοσης που θεσπίζεται με το άρθρο 13 του ν. 2470/1997 για όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και δεν συναρτάται με το πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ", ώστε να έχει καθ` οιονδήποτε τρόπο σχέση με υπαλλήλους των ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ.
Η προαναφερόμενη ειδική αμοιβή χορηγήθηκε στις προαναφερόμενες κατηγορίες υπαλλήλων, ενόψει των καθηκόντων τους και των υπηρεσιών που προσφέρουν, οι οποίες είναι διαφορετικές από τις υπηρεσίες των υπαλλήλων των ΟΤΑ και παρέχονται υπό διαφορετικές συνθήκες. Κατά συνέπεια, η αμοιβή αυτή δεν μπορεί να χορηγηθεί σε όλους γενικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ κατ` εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, όπως δεν μπορούν να χορηγηθούν στους δημοσίους υπαλλήλους, κατ` εφαρμογή της ίδιας αρχής και άλλες παροχές που χορηγήθηκαν σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων και για εκτέλεση συγκεκριμένου έργου, με την επίκληση του άρθρου 13 του ν. 2470/1997, όπως είναι 1) η αποζημίωση ύψους 100.000 δραχμών κατά μήνα, που χορηγήθηκε για το αναφερόμενο διάστημα στους υπαλλήλους μονίμους κλπ του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, με την 2/89161/0022/4.12.2000 (ΦΕΚ 97/31-1-2001) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας, 2) διάφορα ποσά, που χορηγήθηκαν για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ως διαφορά επιδομάτων ειδικών λογαριασμών και του κινήτρου απόδοσης του ν. 2470/1997, στους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας με την 63753/29.12.2000 απόφαση του υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 9/10-1-2001) και 3) η χρηματική παροχή που χορηγήθηκε στους υπαλλήλους του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
με τη 1567/22-12-2000 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ (ΑΠ 989/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Ο εφεσίβλητος- ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) απασχολείται στο εκκαλούν - εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ήδη αναιρεσείον) ως υπάλληλος ΥΕ με ειδικότητα φύλακα από την 1-11-1987 και οι αποδοχές του ρυθμίζονται από το Νέο Μισθολόγιο, όπως ισχύει μετά το Ν. 2470/1997 που αντικατέστησε το Ν. 1505/1984.
Εκτός των τακτικών μηνιαίων αποδοχών που καταβάλλονταν σ' αυτόν, εδίδοντο και διάφορες παροχές ή επιδόματα, τα οποία με το Νέο Μισθολόγιο ενσωματώθηκαν στις μηνιαίες αποδοχές σκοπεύοντας στην ισότιμη αντιμετώπιση όλων των κατηγοριών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και 0.Τ.Α. και καθιερώνοντας το κίνητρο απόδοσης (συνδυασμός άρθρων 2 παρ. 15 Ν. 2349/1995, 10 παρ. 4, 13 παρ. 2 εδ. 4, 13 παρ. 7 και 8, 26 Ν. 2470/1997).
Κατ' αυτόν τον τρόπο καθορίστηκε το πλαίσιο μισθοδοσίας των ανωτέρω υπαλλήλων και ορίστηκε ότι κάθε άλλη παροχή, εκτός των όσων προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν μπορεί να χορηγηθεί χωρίς τροποποίησή του (άρθρο 27 Ν. 2470/1997). Εντούτοις, με διάφορες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκαν σε μισθωτούς διαφόρων υπουργείων χρηματικές παροχές με την ονομασία "ειδική αποζημίωση", "ειδική πρόσθετη αμοιβή", μεταξύ των οποίων και η Κ.Υ.Α με αριθμό 2/19691/0022/23-3-2001 (ΦΕ.Κ.
Β' 341/28-3-2001, καθώς και οι μεταγενέστερες τροποποιητικές αυτής με αριθμούς 2/22335/0022/10-5-2002, 2/69280/0022/23-1-2003, 2/75109/0022/18-2-2003 και 2/7617/0022/5-3-2003). Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.15 Ν. 2349/1995 (που είναι προγενέστερος του ανωτέρω Ν. 2470/1997) ορίστηκε ότι ποσοστό 9% των εσόδων του Εθνικού Τυπογραφείου που κατατίθεται υπέρ του Δημοσίου διατίθεται για την παροχή επιδόματος αυξημένης ευθύνης στους τακτικούς και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους της κεντρικής υπηρεσίας του πρώην Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης, του Εθνικού Τυπογραφείου και της Γραμματείας του Α.Σ.Ε.Π.
Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 Ν. 2880/2001 το ανωτέρω ποσοστό αυξήθηκε σε 25% και με την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση (2/19691/0022/23-3-2001) το εν λόγω επίδομα χαρακτηρίστηκε ειδική πρόσθετη αμοιβή και ορίστηκε να καταβάλλεται, λόγω της σοβαρότητας των θεμάτων που αντιμετωπίζουν και της ανάγκης ταχείας αντιμετώπισης αυτών, στους μόνιμους με θητεία καθώς και στους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπηρετούν με διάθεση ή απόσπαση) της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, Δημόσιας Διοίκησης, Ισότητας των Φύλων, του Εθνικού Τυπογραφείου, του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης, στο κάθε είδους προσωπικό που υπηρετεί με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στα Πολιτικά Γραφεία Υπουργού, Υφυπουργού και στα Γραφεία των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α., στους διατιθεμένους - αποσπασμένους υπαλλήλους του κλάδου ΔΕ Τεχνικού (οδηγών) από τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης, στους μόνιμους με θητεία καθώς και στους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του πρώην Υπουργείου Εσωτερικών που έχουν μεταταγεί ή θα μεταταγούν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης που υπηρετούν στην Προεδρία της Δημοκρατίας, στη Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου και σε Βουλευτές του Ελληνικού και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Κατόπιν τούτων, από τον τρόπο που προσδιορίζονται οι δικαιούχοι της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής στην ανωτέρω υπουργική απόφαση, ήτοι χωρίς να εξειδικεύεται ο ειδικός σκοπός της αμοιβής σε συγκεκριμένους μόνο υπαλλήλους, παρά μόνο γίνεται αόριστα επίκληση της σοβαρότητας των θεμάτων που αντιμετωπίζουν και της ανάγκης ταχείας αντιμετώπισης αυτών ως ειδικού λόγου της παροχής, αυτή παραπέμπει ευθέως στο κίνητρο απόδοσης, στο οποίο ενσωματώθηκαν και ενοποιήθηκαν όλα τα μέχρι της εισαγωγής του νέου μισθολογίου "επιδόματα", "πριμ" ή "κίνητρα παραγωγικότητας" ή "αποδοτικότητας" που καθιερώθηκε με το Ν. 2470/1997, κατά τον οποίο (άρθρο 27) καμία παροχή, εκτός των όσων προβλέπονται από τις διατάξεις του, δεν μπορεί να χορηγηθεί χωρίς τροποποίησή του.
Επομένως, καθόσον η εν λόγω διάκριση δεν επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, αλλά αφορά υπαλλήλους για τους οποίους δεν γίνεται κανείς διαχωρισμός σχετικά με το περιεχόμενο και το αντικείμενο εργασίας τους, παρά μόνο με την υπηρεσία ή τον φορέα στον οποίο παρέχουν αυτή, ο εφεσίβλητος - ενάγων δικαιούται ως υπάλληλος, ο οποίος υπηρετεί σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και οι αποδοχές του ρυθμίζονται από το μισθολόγιο του Ν. 2470/1997, να απολαμβάνει την ανωτέρω μισθολογική παροχή που χορηγείται σε συναδέλφους του υπαλλήλους Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ..
Στην αντίθετη περίπτωση θίγεται η μισθολογική ισότητα που καθιερώθηκε με το Ν. 2470/1997 και παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας των πολιτών (άρθρο 4 παρ.1 Σ), καθώς επίσης και η αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή ίσης εργασίας (22 παρ. 1 Σ).
Συνεπώς, η χορήγηση της εν λόγω ειδικής πρόσθετης αμοιβής πρέπει να επεκταθεί και στον εφεσίβλητο - ενάγοντα, ο οποίος κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα τελεί σε όμοιες συνθήκες απασχόλησης με τους ανωτέρω συναδέλφους του, και ως εκ τούτου πρέπει να καταβληθεί στον ίδιο για το χρονικό διάστημα από την 1-3-2001 έως την 31-12-2003, το συνολικό ποσό των 9.478,86 ευρώ (34 μήνες χ 278,79 ευρώ)...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 15 του ν. 2349/1995, 13 και 27 παρ. 2 του ν. 2470/1997, 16 παρ. 1 ν. 1405/1983, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και τις διατάξεις της 2/19691/28-3-2001 ΚΥΑ, αφού η χορηγηθείσα με την παραπάνω υπουργική απόφαση ειδική πρόσθετη αμοιβή είναι διαφορετική από το κίνητρο απόδοσης που θεσπίζεται με το άρθρο 13 του ν. 2470/1997 για όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και δεν συναρτάται με το πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ", ώστε να έχει καθ` οιονδήποτε τρόπο σχέση με υπαλλήλους των Ν.Π.Δ.Δ. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Σύµφωνα µε το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012 και την εκ νέου αντικατάστασή του από το 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, µπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με την από 30-12-2003 αγωγή του, (πράξη καταθ. 249/31-12-2003) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κοζάνης ισχυρίσθηκε ότι είναι υπάλληλος του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) Δήμου Κοζάνης (Ο.Τ.Α.) με ειδικότητα φύλακα, με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, ότι υπάγεται στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997, ότι ο εναγόμενος παραλείπει να του καταβάλει από 1-3-2001 την προβλεπόμενη από την Κ.Υ.Α. 2/19691/0022/28-3-2001 παροχή, η οποία έχει χορηγηθεί σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, ότι η παράλειψη χορηγήσεως της παροχής αυτής και σε αυτόν συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, διότι η παροχή αυτή αποτελεί προσαύξηση του καταβαλλόμενου με βάση το άρ. 13 ν. 2470/1997 κινήτρου αποδοτικότητας που καταβάλλεται σε όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και ΟΤΑ, λόγω της εφαρμογής του προγράμματος "ΠΟΛΙΤΕΙΑ", στην οποία εμπλέκεται και ο ίδιος ως εργαζόμενος στον Δήμο Κοζάνης. Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό, επικουρικά το ποσό αυτό δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και όλως επικουρικά την καταβολή του ίδιου ποσού με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ και 914 ΑΚ.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Επομένως, αφού η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα, µετά την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει και δικάσει την υπόθεση αυτή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο), με την 74/2005 απόφασή του, αν και η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, όπως σημειώθηκε, όμως, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια τη δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατ' αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων Δήμος, προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι βάσιμες. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη. Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 13/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης που δίκασε ως Εφετείο.
Κρατεί την υπόθεση.
Δέχεται, κατ' ουσίαν, την 32/2005 έφεση του αναιρεσείοντος.
Εξαφανίζει την 74/2005 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κοζάνης.
Δικάζοντας επί της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.
Απορρίπτει την αγωγή. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - εναγομένου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Αυγούστου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ