Legislator Case Law & Legislation
1699/2012 AI generated

1699/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1699/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 16 αναιρεσίβλητος Ι. Η. του Γ. απεβίωσε στις 3/8/2006 σύμφωνα με την προσκομισθέν υπ' αριθμό 310/2011 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Β. Ζ. του Λ. χήρα Ι. Η., β) Γ. Η. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

1699/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή η εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Keywords

AI generated
reduction of maintenance contribution public levies dispute equality before the law entitlement to social assistance deficit of the marital property social contribution debt
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1699 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1699/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ" (Ε.Κ.Κ.Α.) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος αρχικά εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σουσούνη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α.-Κ. του Ν., 2) Σ. Β. του Γ., 3) Δ. Β.-Φ. του Α., 4) Ε. Γ. του Ε., 5) Μ. Γ.-Β. του Κ., 6) Α. Κ. του Δ., 7) Α. Κ.-Κ. του Ν., 8) Χ. Κ. του Δ., 9) Κ. Λ. του Μ., 10) Σ. Ν.-Δ. του Κ., 11) Σ. Ρ. του Ι., 12) Μ. Σ.-Κ. του Χ., 13) Σ. Σ.-Κ. του Ε., 14) Σ. Χ.-Λ., 15) Α. Α. του Γ., 16) Ι. Η. του Γ., 17) Λ. Π. του Δ., 18) Λ. Π. του Γ., 19) Κ. Σ. του Π., 20) Ι. Ρ. του Ν. Άπαντες οι αναιρεσίβλητοι πλην του 16ου εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 16 αναιρεσίβλητος Ι. Η. του Γ. απεβίωσε στις 3/8/2006 σύμφωνα με την προσκομισθέν υπ' αριθμό 310/2011 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Β. Ζ. του Λ. χήρα Ι. Η., β) Γ. Η. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ακολούθως, δήλωσε ότι: Το ορθό όνομα της υπό στοιχείο 13 αναιρεσίβλητης είναι "Σ.-Σ." και όχι "Σ." όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως. Το ορθό πατρώνυμο του υπό στοιχείο19 αναιρεσίβλητου είναι "Π." και όχι "Π." όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 881/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6094/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/1/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 16/2/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις " ορίσθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή η εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές ,που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1/1/2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή ύψους 88 μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 και 176 ευρώ από 1/7/2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις".

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των ανωτέρω Υπουργείων, Οργανισμών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.

Όλες οι εκδοθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο. Μνημονεύουν τις διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και 1 του ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1/1/2002 και σε 176 ευρώ από 1/7/2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κ.λ.π.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που να δικαιολογεί τη χορήγηση της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους.

Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες ΚΥΑ χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός μεν δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1/1/2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ.

και άρθρο 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.

Έτσι κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1/1/2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.

Στην προκείμενη περίπτωση το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από ετών ως υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου από το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Συμβούλιο Κοινωνικής Φροντίδας", το οποίο διαδέχθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον και έκτοτε παρείχαν τις υπηρεσίες του σ' αυτό, αμειβόμενοι με το εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003).

Ειδικότερα οι ενάγοντες από της προσλήψεώς τους υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο δημόσιο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτός καθιερώθηκε και ίσχυσε με το ν. 247/1997 και από 1/1/2004 και εντεύθεν με το ν. 3205/2003, δικαιούμενοι όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες από το νόμο παροχές, και την ένδικη παροχή (των 88 ευρώ από 1/1/2002 και 176 ευρώ από 1/7/2002) που χορηγείται σε συναδέλφους τους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, εφόσον υπάγονται και αυτοί στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και εν συνεχεία του ν. 3205/2003.

Δηλαδή, εφόσον πληρούν τη μοναδική αυτή προϋπόθεση που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της ένδικης παροχής. Δέχεται στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, ότι η μη καταβολή της ως άνω παροχής στους αναιρεσίβλητους, αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) και ότι προς αποκατάσταση της αρχής αυτής θα πρέπει η παροχή αυτή να καταβληθεί και στους αναιρεσίβλητους.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους για το χρονικό διάστημα από 1/1/2003 έως 30/11/2005 τα εις αυτή ποσά για την ως άνω παροχή των 176 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 του ν.3016/2002, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής ως άνω παροχής είναι η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του αρμοδίου στη συγκεκριμένη περίπτωση Υπουργού Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία δεν έχει εκδοθεί και από την έλλειψη της οποίας δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού δεν πρόκειται για υπαλλήλους που τελούν υπό την ίδια υπηρεσιακή και οικονομική κατάσταση, είναι αβάσιμες, καθόσον μοναδική προϋπόθεση για την απόληψη της ειδικής ως άνω παροχής είναι η υπαγωγή στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως υφίσταται στην κρινόμενη περίπτωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25/11/2011 αίτηση για αναίρεση της 6094/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ