1699/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 753/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7266/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/6/2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1699/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1699 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1699/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βερβεσού και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Αγροτικής Τράπεζας Της Ελλάδος, εδρεύουσας στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδρεόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 753/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7266/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/6/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15/9/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου ή απαραδέκτως προταθέντος λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα που μπορούσε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με αγωγή του στο Πρωτοδικείο είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1/1/2001, άλλως από 17/12/2002, άλλως από 19/12/2003, άλλως από 20/12/2004, αντί των προαχθέντων κατά τις ως άνω κρίσεις συναδέλφων του, έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς, ότι με την απόφαση του Πρωτοδικείου έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του και αναγνωρίσθηκε ότι έπρεπε να προαχθεί από 19/12/2003, γιατί υπερείχε καταφανώς του προαχθέντος Δ.
Κ.. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση μόνον ο ενάγων, το δικόγραφο της οποίας περιλάμβανε ως λόγους εφέσεως: 1) ότι κακώς το Πρωτοδικείο, αν και έκρινε κατάδηλη την υπεροχή του έναντι του προαχθέντος Κ. Ρ., δεν τον προήγαγε από 17-12-2002 με το να δεχθεί για δεύτερη φορά τη διακωλυτική ένσταση που πρότεινε η εναγομένη, ότι στη θέση του θα προαγόταν ο Ι.
Κ., ο οποίος όμως είχε προταθεί και αναλώθηκε με τη διακωλυτική ένσταση στην προαγωγική κρίση της 1/11/2001, κατά την οποία κρίθηκε ότι υπερείχε καταφανώς της προαχθείσας Χ. Χ., αλλά δεν προήχθη γιατί ο προταθείς από την εναγομένη Ι. Κ. υπερείχε καταφανώς του ενάγοντος και 2) ότι κακώς το Πρωτοδικείο δεν έλεγξε κατά την προαγωγική κρίση της 17/12/2002 τα προσόντα του σε σχέση με τα προσόντα του προαχθέντος Ε.
Δ.. Για το κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως με το οποίο αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στη θέση του υποδιευθυντή από 19/12/2003, γιατί υπερείχε καταφανώς έναντι του προαχθέντος Δ. Κ., δηλαδή για τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, η οποία έγινε δεκτή, ουδείς των διαδίκων άσκησε έφεση και ως εκ τούτου δεν υπήρχε εκκληθέν κεφάλαιο ως προς την κρίση αυτή και το κεφάλαιο αυτό δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο.
Όμως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προχώρησε σε σύγκριση όλων των προαχθέντων κατά τις προαγωγικές κρίσεις, της 17/12/2002, 19/12/2003 και 20/12/2004, αν και με την έφεσή του ο αναιρεσείων είχε προσβάλλει μόνο την κρίση της 17/12/2002, κατά την οποία δεν προήχθη, όχι δε και αυτή της 19/12/2003 κατά την οποία προήχθη, και ως εκ τούτου το κεφάλαιο αυτό δεν είχε μεταβιβασθεί με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, ούτε με παραδεκτό λόγο αντεφέσεως που ασκήθηκε με τις προτάσεις και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση, δέχθηκε την αντέφεση και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, και ως προς τη μη μεταβιβασθείσα στο Εφετείο, με λόγο εφέσεως ή παραδεκτό λόγο αντεφέσεως, δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, η οποία είχε γίνει δεκτή από το πρωτοδικείο.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο επανέκρινε το κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως και δέχθηκε απαραδέκτως προταθέντα λόγο αντεφέσεως, καθόσον η αντέφεση που ασκήθηκε με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης έπληξε παραδεκτώς μόνο την κρίση της 17/12/2002, όχι δε και αυτή της 19/12/2003, η οποία δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ουσιαστική παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ.) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7266/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ