Legislator Case Law & Legislation
1699/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and intervention regarding insufficient reasoning for non-joinder of public entity.

Case Number 1699/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Petroupolis's appeal and its subsequent intervention against the State. The appellant argued the lower court failed to properly justify why the State should not have been joined as a party despite owning the disputed property. The court ruled that the appeal was inadmissible because it challenged the court's evaluation of evidence and factual findings, which are not subject to Supreme Court review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) C.P.D.; Art. 561(1) C.P.D.: An appeal for lack of reasoning is inadmissible if it attacks the court's evaluation of evidence or factual findings, as the Supreme Court reviews only the legal basis and clarity of the decision, not the weighing of proof.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning appeal non-joinder of parties evaluation of evidence factual findings review inadmissible appeal public entity joinder Supreme Court jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) C.P.D.
Art. 561(1) C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
O.A. AP 24/1992
O.A. AP 861/1984
O.A. AP 44/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1699 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1699/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος-αναιρεσιβλήτου: Ε. Φ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρόπουλο.

Α. 1. Του καθού η κλήση-αναιρεσείοντος: Δήμου Πετρουπόλεως Αττικής, που εδρεύει στην Πετρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπάρα, ο οποίος στο σημείο αυτό δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 17-4-2008 ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση για παρέμβαση ως προς την έβδομη (7η) καθού.

Β.

Των καθών η κλήση: 2. Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Λαϊνά Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 3. Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 4. Νομάρχη Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 5. ΑΕ με την επωνυμία "Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου " (Κτηματική Εταιρεία Ακινήτων ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 6. Δασάρχη Αιγάλεω, που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 7. ΑΕ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του προυφισταμένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ο.Σ.Κ. (Π.Δ. 414/98), η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2000 αγωγή του Ε. Φ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7402/2001 μη οριστική, 4866/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8013/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2007 αίτησή του. Κατόπιν έγινε η από 17-4-2008 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση για παρέμβαση του Δήμου Πετρούπολης-αναιρεσείοντος κατά : 1. Ελληνικού Δημοσίου, 2. Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, 3. Νομάρχη Αθηνών, 4. Α.Ε με την επωνυμία "Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου", (Κτηματική Εταιρεία Ακινήτων ΑΕ), 5. Δασάρχη Αιγάλεω και 6. Α.Ε με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΕ". Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών (Ε. Φ.) με την από 7-10-2009 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 17-4-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος (ΔΗΜΟΥ) ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 89 Κ.Πολ.Δ., η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, αργότερο έως τη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 § 1 του ιδίου κώδικα, όποιος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους, ώσπου να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 573 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι η άσκηση ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση ενώπιον του Αρείου Πάγου το πρώτον απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (π.ρ.β.λ. ΑΠ 965/1977). Επομένως η ένδικη από 17-4-2008 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση, η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα και απευθυνόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, του Νομάρχη Αθηνών, της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, του Δασάρχη Αιγάλεω και του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων Α.Ε., αντίστοιχα για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Ι. Κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. θεωρούνται ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Όμως, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθ. 8 εδαφ.

β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι με την προσβαλλομένη απόφαση το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως με την έφεση υποβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί του ότι: "Η επίδικη έκταση για την οποία ο αντίδικος εγείρει δικαιώματα ιδιοκτησίας, περιλαμβάνεται στις εκτάσεις συνολικού εμβαδού 4 στρεμμάτων που εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλεως του Δήμου με το από 16-07-1970 Β.Δ. (ΦΕΚ 170/D/70).

Οι εκτάσεις αυτές υπήγοντο, ως κηρυχθείσες αναδασωτέες το έτος 1934, στη διαχείριση του Δασαρχείου Αιγάλεω. Το επίδικο οικόπεδο, προτού εκχερσωθεί είχε τη μορφή δασικής εκτάσεως όπως προκύπτει από το με αριθμό 2234/17-09-1999 έγγραφο του Δασαρχείου Αιγάλεω, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη οιαδήποτε περίφραξη ιδιώτη, πολύ δε περισσότερο του αντιδίκου επ' αυτού.

Σύμφωνα με τα με αριθμούς πρωτ. 80312/27-07-1987, 453/24-02-1998, 2234/17-06-1999, 1022261/2337/20-04-2000, 1689/23-06-2000 και 1048122/ /4614/07-06-2000 έγγραφα της Διεύθυνσης Δασών Δυτικής Αττικής και του Υπουργείου Οικονομικών, τα οποία προσκομίσθηκαν και πρωτοδίκως και σε δεύτερο βαθμό προκύπτει αβίαστα ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και έχει μεταβιβασθεί με την ευρύτερη περιοχή γύρω απ' αυτό, από το Δασαρχείο Αιγάλεω στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου για την καταγραφή του ως Δημοσίου Κτήματος.

Η ως άνω Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου είναι αρμόδια για τη διαχείριση του επίδικου ακινήτου και της ευρύτερης περιοχής, λόγω ένταξής της στο σχέδιο πόλεως και είναι υπεύθυνη για την προάσπιση των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου. Ο δικαιολογητικός λόγος της μεταβιβάσεως της όλης περιοχής από το Δασαρχείο Αιγάλεω στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου του Υπουργείου Οικονομικών είναι ότι τα Δημόσια κτήματα που έχουν ενταχθεί στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως υπάγονται στην αρμοδιότητα της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου και όχι του αρμοδίου εκ της περιοχής Δασαρχείου, ανεξάρτητα αν το από 16-07-1970 διάταγμα ένταξης της περιοχής στο σχέδιο πόλεως είναι έγκυρο ή μη, υπό την προϋπόθεση ότι δεν φέρει την προσυπογραφή του Υπουργού Γεωργίας.

Αφού επιλήφθηκε η Κτηματική Υπηρεσία Δυτικής Αττικής της υποθέσεως που αφορούσε την όλη περιοχή ΠΕΥΚΑ ΒΕΡΔΗ, στην οποία περιλαμβάνεται και επίδικη έκταση, μετά από έλεγχό της διαβίβασε τον φάκελο της υπόθεσης στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης περιουσίας, προκειμένου να γνωμοδοτήσει για την υπόθεση αυτή.

Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, μετά από έλεγχο των προσκομισθέντων από τους ενδιαφερόμενους τίτλων ιδιοκτησίας, αποφάσισε ότι 262 στρέμματα ανήκουν στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμός της Θεοτόκου Λαμίας, τα οποία και του παρέδωσε, ύστερα από την υπ' αριθμ. 47/2004 γνωμοδότησή του που έγινε αποδεκτή από το Υπουργείο Οικονομικών με την υπ' αριθμ.

πρωτ. 1083607/6930/Α0010/25-10-2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα. Με την ίδια απόφαση για 171 στρέμματα (εκ των παραδοθέντων από το Δασαρχείο Αιγάλεω 433 στρεμ.) η υπόθεση διαβιβάστηκε στην Κτηματική Υπηρεσία, προκειμένου να ολοκληρώσει τον έλεγχο. Στην παραδοθείσα από το Δασαρχείο έκταση των 433 στρεμμάτων περιλαμβάνεται και επίδικη έκταση.

Επομένως η επίδικη έκταση διεκδικείται τόσο από το Ελληνικό Δημόσιο, όσο και από τον Ιερό Ναό Ευαγγελισμός της Θεοτόκου Λαμία και δεν είναι ξεκάθαρη η ιδιοκτησία του αντιδίκου. Ως Δήμος Πετρούπολης, ύστερα από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου προχωρήσαμε στην τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου στο Ο.Τ. 364-365 με την υπ' αριθμ.

ΠΕΧΩ οικ. 1560/Φ. τροπ. απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής. Ο αντίδικος προσπάθησε να του χορηγηθεί πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως από την πολεοδομική υπηρεσία Αιγάλεω, τομέας Δυτικής Αθήνας, η δε τελευταία με το υπ' αριθμ. πρωτ. 5642/148/01-11-2002 έγγραφό της του απήντησε, κοινοποιώντας το έγγραφο αυτό και σε μας ότι η ως άνω υπηρεσία δεν μπορεί να προβεί στη σύνταξη της πράξης, προτού οριστικοποιηθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς, εννοώντας προφανώς ως προς τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου".

Και, τέλος, ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε επελήφθη της διακατοχής και νομής του επιδίκου ακινήτου, αφού ο αναιρεσείων Δήμος καθ' όλο το χρόνο επέβλεπε το επίδικο με τα συνεργεία καθαρισμού του, μετατροπής του σε παιδική χαρά, ηλεκτροφωτισμού του, ύδρευσής του κ.λ.π., εν συνεχεία δε το επέδωσε στην κοινή χρήση, χωρίς ποτέ να οχληθεί από κανένα και ιδιαίτερα από τον αντίδικο, μέχρι την άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του κ.

Εισαγγελέα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου ως ουσιαστικά βάσιμη, έλαβε υπόψη του τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς και τους απέρριψε ρητά και εκ του πράγματος ως αβάσιμους.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 2, 270 παρ. 1 και 2, 341 παρ. 1, 2 και 3, και 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν μετά το ν. 2207/1994 και πριν το ν. 2915/2001, προκύπτει, ότι, επί υποθέσεως δικαζομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, αν ο Πρόεδρος με πράξη του, που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ορίσει ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ., τότε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, ληφθείσες για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη, ως μη παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ούτε στον πρώτο βαθμό ούτε στο δεύτερο, ουδέ καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Α.Π. 1574/2004).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αγωγής ((αριθ. έκθ. κατάθ. 5320/2000) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών όρισε με την από 8-6-2000 πράξη του, που καταχωρίστηκε στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής αυτής, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ., όπως και πράγματι διεξήχθη, εκδοθείσης της 7402/2001 μη οριστικής απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέταξε εμμάρτυρες αποδείξεις. Επομένως, νομίμως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως βεβαιώνεται σ' αυτή, δεν έλαβε υπόψη, ως απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, ουδέ καν για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, υπ' αριθμ. 324/2006 και 325/2006 ένορκες βεβαιώσεις δημοτών του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθησαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στην κατ' έφεση δίκη επί της άνω αγωγής, ο δε αντίθετος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος, κατά το πρώτος σκέλος του, λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε και αυτά υπόψη του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα ενώπιόν του με επίκληση υπ' αριθμ. 47/2004 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, ως και τα υπ' αριθμ. 80312/27.7.1987, 453/24.2.1998, 2234/17.6.1999, 1022261/2337/20.4.2000, 1689/23.6.2000 και 1048122/4614/ /7.6.2000 αντίστοιχα, έγγραφα της Διεύθυνσης Δασών Δτικής Αττικής, και, έτσι, το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρερσείοντος σχετικά με την επί του επιδίκου κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.

V. Η κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής αιτιολογία επαγομένη αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς από το αιτιολογικό τα πραγματικά περιστατικά, όσα είναι κατά νόμο αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, όχι δε και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 861/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες και συγκεκριμένα, ότι, ενώ το Εφετείο έπρεπε να διατάξει την προσεπίκληση του Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην Κτηματική Εταιρεία του Υπουργείου Οικονομικών, που έχει αναλάβει τη διαχείρισή του, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί δεν διέταξε την εν λόγω προσεπίκληση, δεν αιτιολογεί από πού προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο και δεν αιτιολογεί γιατί δεν δέχτηκε την αδιαμφισβήτητη κυριότητα του Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο, αφού όλα τα δημόσια έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων την αποδείκνυαν περίτρανα.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μεν σκέλος του σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος "για τη μη διαταγή προσεπίκλησης του Ελληνικού Δημοσίου" είναι απαράδεκτος, αφού για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (Ολ.

ΑΠ 44/1990), τέτοια δε περίπτωση δεν συντρέχει εν προκειμένω. Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2007 αίτηση του Δήμου Πετρουπόλεως Αττικής για αναίρεση της 8013/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει επίσης την από 17 Απριλίου 2008 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση για παρέμβαση που άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο αναιρεσείων Δήμος κατά του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, του Νομάρχη Αθηνών, της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου Α.Ε., του Δασάρχη Αιγάλεω και του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων Α.Ε..

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλήτου και των παρισταμένων καθ'ων η ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση για παρέμβαση, τα οποία ορίζει για μεν τον αναιρεσίβλητο σε εξακόσια (600) ευρώ, για δε τους λοιπούς Ελληνικό Δημόσιο και Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου Α.Ε. σε τριακόσια (300) ευρώ για τον καθένα, λόγω της χωριστής υπεράσπισής τους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ