Supreme Court dismisses appeal for lack of admissibility regarding evidence assessment and failure to cite specific facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeals' decision, ruling the appeal inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The appellants argued the lower court erred in evaluating witness testimony and lacked legal basis for its findings, but failed to provide specific factual premises or cite the exact legal provisions violated. The court held that appeals must clearly identify the specific facts and laws relied upon to challenge the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it merely challenges the evaluation of evidence without specifying the facts, or fails to cite the specific legal provisions and factual premises alleged to be violated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1699 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1699/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., 2. ... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πουλαντζά.
Της αναιρεσίβλητης: ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Γερασίμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-4-1993 αγωγή του αρχικού διαδίκου ..., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/1994 μη οριστική, 22/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2003 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες και εκδόθηκε η 1358/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την εφετειακή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ιωαννίνων. Το Εφετείο εξέδωσε την 354/2006 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-12-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 13-1-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.
ΑΠ 3/97, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1508/2004). Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκτίθεται από ποια αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1085/1999). Με τον πρώτο, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι, καίτοι με την 96/1994 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας δεν τάχθηκε σχετικό θέμα απόδειξης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, η παραπάνω κρίση (ότι δηλαδή ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης - ενάγων προήλθε στην υπογραφή του επίμαχου συμβολαίου, λόγω παραπλάνησής του από την πρώτη αναιρεσείουσα) δεν αναιρείται από το ότι στα παραπάνω συμβόλαια αναφέρεται, ότι αυτά διαβάστηκαν στους συμβαλλομένους και, επομένως και στον ενάγοντα, αφού σημασία για την εκδικαζομένη υπόθεση έχει, όχι αν διαβάστηκαν, αλλά αν, κατά την ανάγνωσή τους, ο ενάγων παρακολουθούσε αυτά τα οποία διαβάζονταν ή αρκέσθηκε στις προαναφερθείσες παραπλανητικές διαβεβαιώσεις της πρώτης εκκαλούσης...".
Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά όμως δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προαναφερόμενη έννοια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και, επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τέλος και υπό την εκδοχή ότι οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ως άνω περιστατικά χωρίς απόδειξη, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων αποδείξεων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων.
Επομένως και υπό την ως άνω εκδοχή ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
II. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 2011/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγος της αναίρεσης τους προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αμετακλήτου 39/1996 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πρέβεζας, του οποίου το περιεχόμενο παραθέτει και το οποίο απεφάνθη να μη γίνε κατηγορία σε βάρος τους, με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η προαναφερθείσα κρίση του (ότι δηλαδή ο ενάγων προήλθε στην υπογραφή του επίμαχου συμβολαίου, λόγω παραπλάνησής του από την πρώτη αναιρεσείουσα) δεν αναιρείται από το περιεχόμενο του βουλεύματος αυτού.
Κατ' αρχάς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, επειδή το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το παραπάνω έγγραφο, όπως απαιτεί για την ίδρυση του συναφούς λόγου αναίρεσης το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά.
Δεν υπάρχει επίσης παράβαση της εν λόγω διατάξεως και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή για το ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Εξάλλου από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 561 του αυτού κώδικα προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, εκτός α) αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, ή β) αν υπάρχει λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσεως ή για την παραμόρφωση εγγράφου (ΑΠ 31/1999, ΑΠ 1263/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την ένδικη αγωγή ακύρωσης συμβολαίου του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, για το σχηματισμό της κρίσης του επί της προκειμένης υποθέσεως στηρίχθηκε μόνο στις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης και κυρίως στην κατάθεση του μάρτυρα αυτής ..., ο οποίος έχει άμεσο οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης, όχι δε και στις καταθέσεις των δικών τους μαρτύρων, τις οποίες δεν εκτίμησε δεόντως και επίσης προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που κατέθεσαν οι μάρτυρες αυτοί.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όμως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης.
IV. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης (εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου), πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του αυτού Κώδικα, να αναφέρονται στο αναιρετήριο η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, οι πραγματικές παραδοχές (αιτιολογίες) της προσβαλλόμενης απόφασης που φέρονται ως ανεπαρκείς ή αντιφατικές, το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα στο οποίο αφορούν και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντίφασή τους. (ΑΠ 140/1999 ΝΟΒ 48,621).
Ο όρος ζήτημα, στον οποίο αφορά η ελλείπουσα ή αντιφατική αιτιολογία, είναι ταυτόσημος με τον όρο πράγμα του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1588/2007). Πράγματα δε υπό την έννοια της προηγούμενης διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, που απέρριψε την έφεσή τους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αρχικού ενάγοντος πωλητή, ο οποίος αποβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και τη δίκη συνέχισε η ήδη αναιρεσίβλητη σύζυγος του ως μοναδική κληρονόμος του, με την οποία αυτός ζητούσε την ακύρωση λόγω απάτης της αιτία πωλήσεως μεταβιβάσεως από αυτόν προς των πρώτη αναιρεσείουσα του επιδίκου ακινήτου, στέρησε την απόφασή ρου από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Όμως οι αναιρεσείοντες, ενώ εκθέτουν αναιρετήριο το ιστορικό της υπόθεσης, δεν παραθέτουν σ' αυτό, παρά μόνο τελείως αποσπασματικά, τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε τούτο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το ουσιαστικά βάσιμο της αγωγής, με τις οποίες (παραδοχές) συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες από αυτούς, παραβιάσεις, ούτε και τις ουσιαστικές διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, αόριστος.
Kατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-12-2006 αίτηση των ... κλπ για αναίρεση της 354/2006 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ