Legislator Case Law & Legislation
1699/2007 AI generated

1699/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1699/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1699/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο προϋπολογισμός, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, από την αναλυτική προμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κατά το χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης.

Keywords

AI generated
reversion in expropriation architect fees architect clause conditional building undertaking revocable offer right to rebuild
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1699 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1699/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΠΙΤΟΥΛΑΪΝ ΑΒΕΕ (BITOULINE S.A.) ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΣΦΑΛΤΙΚΩΝ & ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολυχρόνη Περιβολάρη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ, 2) Κ και 3)Ζ, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Φύσσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5817/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 20-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής ως αόριστο. Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (άρθρο 681 ΑΚ) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694) ή, αν δεν συμφωνήθηκε, ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της νόμιμης αμοιβής, την αμοιβή που καθορίζεται από το Π.Δ. 696/74 όπως αυτό έχει τροποποιηθεί.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αγωγής με την οποία αξιώνεται η αμοιβή για την εκπόνηση της μελέτης, πρέπει να αναφέρεται, εκτός από τα άλλα στοιχεία,, η σύμβαση μεταξύ του μηχανικού και του εργοδότη, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτήν να εκτελεσθεί, η εκτέλεση και παράδοση αυτού και η αμοιβή που συμφωνήθηκε ή που προκύπτει από το νόμο.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ισχυρίζονται, ότι με την από 6-6-2002 έγγραφη εντολή της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανατέθηκε σ' αυτούς, με την ιδιότητα του πρώτου ως αρχιτέκτονος μηχανικού και των λοιπών ως πολιτικών μηχανικών, η σύνταξη μελέτης επισκευής και ενίσχυσης με οπλισμένο σκυρόδεμα του σκελετού των κτιρίων του εργοστασίου της που βρίσκεται στο ..., αντί της καθοριζόμενης από το νόμο, με βάση τον προϋπολογισμό του έργου, αμοιβής, προκειμένου να υποβληθεί η μελέτη αυτή στην αρμόδια Νομαρχία για την έκδοση της απαιτούμενης για την εκτέλεση των εργασιών αυτών οικοδομικής άδειας, και ότι οι αναιρεσίβλητοι εκπόνησαν την ανατεθείσα σ' αυτούς μελέτη αλλά η αναιρεσείουσα αρνείται να καταβάλει την αμοιβή τους, η οποία, σύμφωνα με τον παρατιθέμενο αναλυτικά στην αγωγή προϋπολογισμό του έργου, ανέρχεται στο ποσό 68.058 ευρώ, ζήτησαν δε ακολούθως οι αναιρεσίβλητοι να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, του οποίου είναι μέλη, την παραπάνω αμοιβή.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή περιείχε τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στοιχεία και το Εφετείο που απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας για αοριστία της αγωγής, δεν παρέλειψε να κηρύξει, παρά το νόμο, ακυρότητα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1α', 3 παρ.1, 4 και 80 παρ. 1 του Π.Δ. 696/74, όπως αυτά τροποποιήθηκαν από το Π.Δ. 515/89, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του Ν.Δ. της 17 Ιουλίου 1923 "περί σχεδίων πόλεως κλπ.", προκύπτει ότι η αμοιβή ιδιωτικών μηχανικών για την εκπόνηση των αναφερομένων στο διάταγμα αυτό μελετών κτιριακών έργων καθορίζεται και σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού των μελετομένων έργων με βάση προβλεπόμενο τύπο.

Ο προϋπολογισμός, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, από την αναλυτική προμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κατά το χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης.

Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του διατάγματος αυτού έγκριση από τον εργοδότη του προϋπολογισμού αφορά τα κονδύλια δηλ. τις εργασίες αυτού, όπως αυτές αναφέρονται σε σχετικό προϋπολογισμό που συντάσσει ο μηχανικός ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του, και όχι τον ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό που διαμορφώνεται με τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία.

Έγκριση από τον εργοδότη και των στοιχείων αυτών, που ορίζονται από το νόμο, δεν απαιτείται, ούτε ο αναλυτικός αυτός προϋπολογισμός πρέπει να υποβάλλεται και να παραδίδεται προηγουμένως στον εργοδότη προς έγκριση. Η εκδοχή ότι για τη θεμελίωση της αξίωσης του μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο διαμορφούμενος κατά τα ανωτέρω ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός ως προς το ύψος των επί μέρους κονδυλίων ή το συνολικό ύψος του, θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξίωσης του μηχανικού από την αμοιβή του, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού (ΑΠ 743/2000).

Εξάλλου, o από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων που ορίζονται από τη διάταξη που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, που έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία ασφαλτικών και χημικών προϊόντων, εδρεύει στο ... και συγκεκριμένα στο ... χιλιόμετρο της παλαιάς Ε.Ο...., όπου λειτουργεί η επιχείρησή της (εργοστάσιο) και στεγάζονται τα γραφεία της.

Κατά το σεισμό που έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο του 1999, τμήμα των κτιριακών εγκαταστάσεων, στις οποίες στεγάζεται και λειτουργεί η ως άνω επιχείρηση της αναιρεσείουσας, υπέστη υλικές ζημιές. Με εντολή του τότε διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της Ψ, επισκευάστηκαν το έτος 2000 οι κολώνες του εργοστασίου που είχαν υποστεί ζημιές, αλλά δεν έγιναν επισταμένως οι σχετικές εργασίες και κατά το επόμενο έτος υπέστη καθίζηση μία από τις κολώνες αυτές.

Για το λόγο αυτό αποφασίσθηκε να εκπονηθεί νέα σε βάθος μελέτη των φερόντων στοιχείων οπλισμένου σκυροδέματος, που είχαν υποστεί βλάβες και είχαν ανάγκη επισκευής. ΄Ετσι, ο προαναφερόμενος διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας προσέφυγε το ίδιο έτος (2001) στους αναιρεσίβλητους, από τους οποίους ο τρίτος Ζ επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας και συνέταξε την από 5-11-2001 έκθεση αυτοψίας, με την οποία διαπίστωσε τις βλάβες στις εγκαταστάσεις που είχαν ανάγκη επισκευής και αποκατάστασης, και την οποία παρέδωσε στο διευθύνοντα σύμβουλο της αναιρεσείουσας.

Το γεγονός αυτό γνώριζε και ο διευθυντής της αναιρεσείουσας μηχανολόγος-μηχανικός ..., ο οποίος μάλιστα ήταν εκείνος που, κατά το μήνα Μάρτιο του 2001, τηλεφώνησε στον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ και του ζήτησε να μεταβεί επειγόντως στις παραπάνω κτιριακές εγκαταστάσεις, γιατί είχε υποστεί καθίζηση μία δοκός του κτιριακού συγκροτήματος και πίεζε το κανάλι με τις ηλεκτρολογικές παροχές, εγκυμονώντας κινδύνους περαιτέρω καθίζησης.

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος ζήτησε τη συνδρομή του συναδέλφου του ..., ο οποίος δραστηριοποιείται επαγγελματικά στη ..., και αφού διαπίστωσαν μαζί τη σοβαρότητα της καταστάσεως, αποφασίστηκε η προσωρινή στήριξη της δοκού με πύργους στήριξης, έως τη λήψη οριστικής αποφάσεως. Όπως συνάγεται από το χρόνο που έλαβαν χώρα τα ανωτέρω γεγονότα, το πρόβλημα που διαπιστώθηκε προέκυψε μετά το χαρακτηρισμό των κτιριακών εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας από τον αρμόδιο φορέα, με "πράσινο".

Και μετά την υποβολή, όμως, της ως άνω εκθέσεως αυτοψίας, οι αναιρεσίβλητοι επισκέπτονταν τις κτιριακές εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας κατ' εντολή του διευθύνοντος συμβούλου της, με σκοπό την εκτίμηση του ενδεδειγμένου τρόπου επισκευής των βλαβών, του κόστους επισκευής των ζημιών, και του προσδιορισμού της αμοιβής τους, ανερχομένης στο ποσό των 20-23 εκατομμυρίων δραχμών.

Για το ύψος της αμοιβής αυτής ενημερώθηκε δια του προαναφερομένου εκπροσώπου της η αναιρεσείουσα και συμφώνησε προφορικά με τους αναιρεσίβλητους. Στη συνέχεια, στις 6-6-2002, συνήφθη μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας δια του τότε διευθύνοντος συμβούλου της Ψ, σύμβαση έργου, με την οποία η δεύτερη έδωσε εντολή στους πρώτους να εκπονήσουν μελέτη επισκευής και ενίσχυσης με οπλισμένο σκυρόδεμα του σκελετού των κτιρίων Α1 και Α2 των προαναφερομένων εγκαταστάσεών της, οι δε αναιρεσίβλητοι, υπό την ιδιότητα του αρχιτέκτονος μηχανικού ο πρώτος και του πολιτικού μηχανικού οι δεύτερος και τρίτος, όλοι μέλη του ΤΕΕ, με τόπο άσκησης του επαγγέλματός τους την Αθήνα, ανέλαβαν την εκτέλεση του πιο πάνω έργου, με σκοπό την υποβολή της μελέτης στον αρμόδιο φορέα (Πολεοδομία) προς έκδοση της απαιτούμενης προς επισκευή των παραπάνω βλαβών οικοδομικής αδείας.

Οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στην εκπόνηση της ανατεθείσας από την αναιρεσείουσα μελέτης και με την προαναφερόμενη από 11-11-2002 εξώδικη πρόσκλησή τους την κάλεσαν να παραλάβει τη μελέτη και να καταβάλει σ' αυτούς τη νόμιμη αμοιβή τους, την οποία είχαν προσδιορίσει με βάση τα αντικειμενικά στοιχεία που ίσχυαν κατά το χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου σύνταξης, αλλά η τελευταία αρνήθηκε.

Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η έγκριση του τελικού αυτού προϋπολογισμού από την αναιρεσείουσα, αφού σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 του Π.Δ. 696/1974, έγκριση απαιτείται μόνο για τον αρχικό προϋπολογισμό, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είχε δοθεί από αυτήν, και απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό της.

Αναφορικά με την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, που προέβαλε η αναιρεσείουσα, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Ο κατά το χρόνο σύναψης της ένδικης σύμβασης έργου διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσείουσας,Ψ, με εντολή του οποίου, ως εκπροσώπου της τελευταίας, συνήφθη εγγράφως στις 6-6-2002 η εν λόγω σύμβαση, αποχώρησε από την αναιρεσείουσα, και μέχρι σήμερα αυτή δεν έχει προβεί στις αναγκαίες, κατά την εκπονηθείσα μελέτη, επισκευές, στηριζόμενη σε μεταγενέστερη αντίστοιχη μελέτη, την οποία ανέθεσε η ίδια μετά την αποχώρηση του Ψ, σε άλλο γραφείο μελετών και Επιβλέψεων Τεχνικών Έργων και συγκεκριμένα στο γραφείο του πολιτικού μηχανικού Φ, σύμφωνα με την οποία οι εγκαταστάσεις της δεν χρήζουν επισκευής.

Ο προαναφερόμενος Ψ διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσείουσας από το έτος 1977, και εξακολουθούσε να έχει αυτή την ιδιότητα και κατά το χρόνο σύναψης της ένδικης συμβάσεως (6-6-2002), αποχώρησε δε από την αναιρεσείουσα στις 12-6-2002. Οι αναιρεσίβλητοι, στους οποίους προσέφυγε κατά τα ανωτέρω, ο Ψ προέβησαν στην εκτέλεση του αναληφθέντος έργου με συνεχή και ενδελεχή έλεγχο, ο οποίος συνεχίσθηκε όχι μόνο μετά την σύνταξη από τον τρίτο από αυτούς της ως άνω εκθέσεως αυτοψίας, αλλά και μετά την έγγραφη κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως έργου, ολοκληρώθηκε δε μετά την αποχώρηση του Ψ από την αναιρεσείουσα.

Επίσης, δεν αποδείχτηκε ότι η ανάληψη του ένδικου έργου έγινε για κάποιο άλλο, εκτός της επισκευής των ως άνω βλαβών, λόγο, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα, και συγκεκριμένα λόγω φιλικής σχέσης του Ψ με τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα τεχνική έκθεση του μηχανικού Φ, η οποία αναφέρεται στη διαπίστωση του συντάξαντος αυτήν, κατ' εντολήν της, μηχανικού ότι δεν υπάρχει ανάγκη επισκευής μιας δοκού που παρουσίασε πρόβλημα, χωρίς να προκύπτει αν η συγκεκριμένη αυτή δοκός συμπεριλαμβάνεται στο έργο που είχαν αναλάβει οι αναιρεσίβλητοι, στο οποίο σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται στο σύνολό της η τεχνική αυτή έκθεση.

Τέλος, η μη επισκευή των βλαβών που διαπιστώθηκαν από τους αναιρεσίβλητους αποτελεί ζήτημα που αφορά την αναιρεσείουσα και δεν καταδεικνύει τη μη αναγκαιότητα της επισκευής, ενώ η υποβολή από τους αναιρεσιβλήτους της ένδικης μελέτης στο ΤΕΕ αργότερα από την σύναψη της, και συγκεκριμένα στις 23-12-2002, δεν επιδρά στην εγκυρότητα της συμβάσεως, και δεν καθιστά την άσκηση της αγωγής καταχρηστική.

Ενόψει αυτών το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα, και έκρινε ότι αυτή όφειλε να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους την αιτούμενη με την αγωγή τους αμοιβή, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της έγκρισης από την αναιρεσείουσα του αρχικού προϋπολογισμού του έργου αφού, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, δέχτηκε ότι δόθηκε η έγκριση αυτή από την αναιρεσείουσα, κρίνοντας επιπλέον ότι δεν απαιτείται και η έγκριση από τον εργοδότη του αναλυτικού προϋπολογισμού που διαμορφώνεται με αντικειμενικά κριτήρια με βάση τις ποσότητες όλων των κονδυλίων κατά το τελευταίο στάδιο της μελέτης.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 και 19 του ΚΠολΔ, προσάπτεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος που προέβαλε αυτή στο Πρωτοδικείο και επανέφερε νομίμως, με την έφεσή της, στο Εφετείο και συγκεκριμένα α) τη στενή φιλική σχέση του διευθύνοντος συμβούλου της Ψ με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, στον οποίο ο Ψ κατ' επανάληψη, κατά τη διάρκεια της διαχειριστικής του εξουσίας, είχε αναθέσει την εκτέλεση διαφόρων εργασιών στα κτίρια του εργοστασίου της και τον οποίο με ιδιαίτερο ζήλο έσπευσε να στηρίξει καταθέτοντας ως μάρτυρας στην ένδικη υπόθεση, β) ότι η αναιρεσείουσα πληροφορήθηκε για πρώτη φορά στις 19-11-2002 τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων, γ) ότι ο πολιτικός μηχανικός Φ διαπίστωσε με την τεχνική του έκθεση, ότι η εν γένει κατασκευή του εργοστασίου της δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο, και δ) ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν τη συγκεκριμένη μελέτη στο Τ.Ε.Ε.

στις 23-12-2002, δηλ. αρκετούς μήνες μετά την επικαλούμενη ανάθεση και μόλις λίγες ημέρες πριν από την κατάθεση της προηγούμενης αγωγής τους, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα περιστατικά αυτά και απέρριψε την παραπάνω ένσταση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-3-2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5817/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2007.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ