1699/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2379/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7945/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/3/2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1699/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1117/1986). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ΄ αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915.
Full text
Απόφαση 1699 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1699/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσούλα Δημουλή - Παπαστεργίου.
Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τη δικηγόρο του Χριστίνα Παναγιωτοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2379/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7945/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/3/2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 6/9/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 914, 932 Α.Κ. και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικου ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι΄ αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.
ΑΠ 1117/1986). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ΄ αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 του Π.Δ. 395/1994, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση, αν είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του.
Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας, που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας, καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφαλείας.
Όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλισθεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1α του Π.Δ. 396/1994, οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας πρέπει να είναι σύμφωνοι προς τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις σχετικά με το σχεδιασμό και την κατασκευή τους, από πλευράς ασφάλειας και υγείας.
Σε κάθε περίπτωση οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας πρέπει να είναι κατάλληλοι για τους κινδύνους, που πρέπει να προλαμβάνονται και να μη συνεπάγεται η χρήση τους νέους κινδύνους. Κατά δε το παράρτημα ΙΙ αριθμ. 3 του Π.Δ. 396/1994, που αφορά τον ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο διαφόρων εξοπλισμών ατομικής προστασίας, προστατευτικά μέσα των οφθαλμών και του προσώπου είναι 1) γυαλιά με βραχίονες, 2) γυαλιά - προσωπίδες, που καλύπτουν εν μέρει το πρόσωπο, 3) γυαλιά προστασίας από τις ακτινοβολίες Χ, τις ακτινοβολίες λέϊζερ και τις υπεριώδεις, υπέρυθρες και ορατές ακτινοβολίες, 4) οθόνες προσώπου, 5) προσωπίδες και κράνη για ηλεκτροσυγκόλληση.
Με τις ανωτέρω διατάξεις, που είναι γενικές, δεν προβλέπονται ειδικώς οι όροι ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή δεν προσδιορίζονται με αυτές οι συγκεκριμένου όροι, που πρέπει να τηρηθούν για την ασφάλεια των εργαζομένων, καθώς και τα συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόποι, που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του αυτού σκοπού, τα δε ως άνω αναφερόμενα προστατευτικά μέσα των οφθαλμών και του προσώπου δεν είναι αποκλειστικά, αλλά ενδεικτικά, με την έννοια ότι εκτός αυτών υπάρχουν και άλλοι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας των εργαζομένων.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, εργαζόμενος στις 9-7-2000 και ώρα 13.45 ως οικοδόμος - καλουπατζής κατά την ανέγερση της ανήκουσας στην ιδιοκτησία της τρίτης αναιρεσείουσας οικοδομής, στην οποία εργολάβος ήταν ο πρώτος αναιρεσείων και επιβλέπων μηχανικός ο δεύτερος αναιρεσείων, ενώ εκτελούσε εργασία ξεκαρφώματος ξύλινου δοκαριού με σκερπάνι, που του την είχε αναθέσει ο εργολάβος του έργου υπό την επίβλεψη του άνω μηχανικού, μία πρόκα εκσφενδονίσθηκε προς το πρόσωπο αυτού, το οποίο δεν προστατευόταν στα μάτια από κατάλληλα γυαλιά, με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει η πρόκα στον δεξιό οφθαλμό, που υπέστη θλάση βολβού και στη συνέχεια να χειρουργηθεί σ΄ αυτόν λόγω μετατραυματικής αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς.
Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων (υποκειμενική για τον εργολάβο και αντικειμενική για τους λοιπούς), οι οποίοι αμέλησαν, έκαστος με την ιδιότητά του, να προμηθεύσουν και να υποχρεώσουν τον αναιρεσίβλητο να χρησιμοποιεί ειδικά γυαλιά προστασίας των οφθαλμών, κατά το ξεκαλούπωμα της οικοδομής, για την αποφυγή βλαβών σ΄ αυτούς από το σύνηθες φαινόμενο της εκσφενδόνισης προκών κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 8-1-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη. Το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 932 Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 3 παρ. 1, 2, 3 του Π.Δ. 395/1994 και 4 παρ. 1α και του παραρτήματος ΙΙ αριθ. 3 του Π.Δ. 396/1994.
Ειδικότερα, ενόψει της γενικότητας των τελευταίων διατάξεων και της ενδεικτικότητας των αναφερομένων ως άνω μέσων προστασίας των οφθαλμών και του προσώπου των εργαζομένων, το Εφετείο δεν διευκρινίζει στην εν λόγω απόφασή του ποια είναι τα ειδικά και κατάλληλα γυαλιά προστασίας των οφθαλμών του αναιρεσιβλήτου κατά την εκτέλεση από τον ίδιο της ανωτέρω οικοδομικής εργασίας, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια κι η υγεία του και να μη συνεπάγεται η χρήση τους νέους κινδύνους γι΄ αυτόν από τη θραύση τους συνεπεία εκσφενδονίσεως και προσκρούσεως επ΄ αυτών των προκών.
Το εν λόγω ζήτημα ασκεί ουσιώδη επίδραση για την εκτίμηση της αμελούς ή μη συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, που προβλέπεται στον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο για παραβίαση εκ πλαγίου των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ως βάσιμος στην ουσία του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ΄ αριθμ. 7945/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
-ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2006
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ