Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of domestic violence claim due to insufficient evidence and failure to consider documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's dismissal of a domestic violence claim, ruling that the lower court failed to properly evaluate specific evidence submitted by the appellant. The appellant argued that the Third Instance Court ignored valid documents and witness testimonies regarding the alleged false accusation of personality insult, while the court found the lower court's reasoning insufficient. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for retrial with a new panel of judges to re-examine the evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 580 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court fails to consider specific evidence lawfully submitted by the appellant, necessitating a remand for retrial with a new panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1698 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1698/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Κ., κατοίκου ... και 2) Μ. Π. του Ν., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Βλάχου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Παπανώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 173/2020 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 27-8-2020 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 10-11-2022, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν.4690/2020 και 83 παρ. 1 του Ν.4790/2021, (όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 Ν. 4792/2021), τα χρονικά διαστήματα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13/3//2020 - 31/5/2020 και 7/11/2020 - 5/4/2021 αντιστοίχως), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του COVID 19, δεν υπολογίζονται, μεταξύ άλλων, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, ενώ, κατά το άρθρο 49 παρ.1 Ν.4963/2022 "κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της ...παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" και επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ για την άσκηση της αναίρεσης, δεν είχε λήξει όταν ασκήθηκε αυτή.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.). Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον....Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις καταστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια(ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010).Με τις διατάξεις αυτές των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ` επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά το άρθρο 920 ΑΚ: "όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος(ΑΠ 68/2024).
Επίσης, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ την αλήθειας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων ,που άλλος έχει υποστηρίξει.
Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγόμενου. Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις".
Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο. Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλαδή εφ' όσον υπάρχει προσβολή των χρηστών ηθών, που επιχειρείται από πρόθεση.
β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναληθείας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων.
Πρέπει δηλαδή αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν αυτά σε κίνδυνο.
Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010).
Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση της προσωπικότητας, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως απλή δυσφήμηση, συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022), που προβλέποντο και τιμωρούντο από τις διατάξεις των άρθρων 362,363 και 361 του προισχύσαντος ΠΚ, που εφαρμόζονται κατά τον κρίσιμο χρόνο, αλλά και τις αντίστοιχες διατάξεις του νυν ισχύοντος ΠΚ, πλην της δυσφήμησης, που καταργήθηκε από την 1-5-2024 με τα άρθρα 136 περ.α' και 138 παρ.1 του Ν.5090/2024.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ όποιος ,εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης, προσβάλλει με πρόθεση την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο, διαπράττει το έγκλημα της εξύβρισης, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ) και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ).
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του(ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022).
Ενώπιον "τρίτου" τελούνται οι ανωτέρω πράξεις ακόμη και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν ,που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε την στοιχειοθέτηση της αντικειμενική υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές(ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022).
Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.
περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης (ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) ''Στην έννοια της ιατρικής πράξης περιλαμβάνονται και η συνταγογράφηση, η εντολή για διενέργεια πάσης φύσεως παρακλινικών εξετάσεων, η έκδοση ιατρικών πιστοποιητικών και βεβαιώσεων και η γενική συμβουλευτική υποστήριξη του ασθενή'' , ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 10 του ιδίου Κώδικα ''Ο ψυχίατρος που καλείται να διατυπώσει μία εκτίμηση για ένα πρόσωπο με σκοπούς άλλους από τους θεραπευτικούς, όπως κατά τη διενέργεια ψυχιατροδικαστικής εκτίμησης, οφείλει πρώτα να το ενημερώσει και να το συμβουλεύσει για το σκοπό της εκτίμησης αυτής, τη χρήση των ευρημάτων και τις πιθανές επιπτώσεις της εκτίμησης''.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 133/2022, ΑΠ5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 133/2022).
Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, o ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 16-1-2017 αγωγή του, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ισχυρίστηκε με αυτήν, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα εξής: '' Ότι, στις 23-9- 2016 εκδικάστηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δύο αντίθετες αιτήσεις, (μία του ιδίου και μία της δεύτερης των εναγομένων και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, τότε εν διαστάσει συζύγου του), περί της επιμέλειας των ανηλίκων θυγατέρων τους και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 194/2016 απόφαση, η οποία δέχτηκε την αίτησή του και απέρριψε την αίτηση της δεύτερης των εναγομένων.
Ότι η δεύτερη των εναγομένων, μετά τη συζήτηση των ως άνω αιτήσεων, κατέθεσε, με το σχετικό υπόμνημα της, την από 19-9- 2016 "Ιατρική Τεχνική Έκθεση", συνταχθείσα από τον πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, ψυχίατρο, με το περιεχόμενο που παραθέτει και το συμπέρασμα ότι η επιμέλεια των ανωτέρω ανηλίκων τέκνων πρέπει να ανατεθεί στη μητέρα τους, κρίνοντας αυτός τον ενάγοντα πατέρα τους ως πάσχοντα με βεβαιότητα από βαριά αντικοινωνική - ψυχοπαθητική διαταραχή της προσωπικότητας, του οποίου η κατάσταση της υγείας πιθανώς επιδεινώθηκε μετά τον σοβαρό τραυματισμό της κεφαλής του το 2005, μετά τον οποίο πιθανόν να λαμβάνει και αντιεπιληπτικά φάρμακα για την πρόληψη επιληπτικών κρίσεων, η δε σοβαρή βλάβη του εγκεφαλικού ιστού μπορεί να αλλοιώσει την προσωπικότητα και το άτομο να καταστεί ψυχοπαθητικό και επικίνδυνο και αναφέροντας περαιτέρω ότι, όταν αυτός συνταξιοδοτήθηκε, επειδή δεν είχε με τι να ασχοληθεί, λόγω της ανύπαρκτης κοινωνικής του ζωής, έστρεψε όλη του την ενέργεια στις ανήλικες θυγατέρες του, που μέχρι τότε μεγάλωναν φυσιολογικά με την μητέρα τους και κατάφερε, δωροδοκώντας τες και τάζοντας τους υλικά αγαθά, να τις χειραγωγήσει, ικανοποιώντας έτσι τα εγωιστικά του κίνητρα και να τις στρέψει εναντίον της μητέρας τους.
Ότι η εν λόγω τεχνική έκθεση, η οποία είναι προφανώς προϊόν οικονομικής συναλλαγής των εναγομένων, οι οποίοι από κοινού συνέπραξαν για την ηθική εξόντωση και την κοινωνική εκτέλεση του και από κοινού συνεννοήθηκαν για την κατασκευή ψευδών γεγονότων, υπαγορεύτηκε από τη δεύτερη των εναγομένων ως ηθικό αυτουργό, και συντάχθηκε με υπερχειλή δόλο από τον πρώτο εναγόμενο, που κινήθηκε από ταπεινά ελατήρια για την είσπραξη προφανώς μίας υπέρογκης αμοιβής, εμφανίζοντας τον ψευδώς ως ένα άτομο ψυχικά ανώμαλο, αναξιόπιστο, επιληπτικό και με διαταραγμένη προσωπικότητα, με απώτερο στόχο να ανατεθεί η επιμέλεια των παιδιών στην δεύτερη εναγομένη, γεγονός όμως, που δεν κατέστη δυνατόν, γιατί το Δικαστήριο στο οποίο κατατέθηκε η έκθεση αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για αναληθέστατο και προκλητικό έγγραφο, που κακοποιεί την ψυχιατρική επιστήμη..
Ότι η δεύτερη των εναγομένων κοινοποίησε την τεχνική έκθεση σε γνωστά άτομα αυτής και του ενάγοντος και σε συγγενικά της πρόσωπα. Ότι οι εναγόμενοι, ως φυσικός αυτουργός ο πρώτος και ως ηθικός αυτουργός η δεύτερη τούτων διέπραξαν σε βάρος του τα αδικήματα α) της συκοφαντικής δυσφήμησης, β) της ψευδούς καταμήνυσης, γ) της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, δ) της παραβίασης ιατρικού απορρήτου και ε) της διάδοσης προσωπικών δεδομένων, λόγω των οποίων προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια το δικαίωμα στην προσωπικότητά του και συνεπώς υπέστη ηθική βλάβη και περαιτέρω ,ο πρώτος εναγόμενος παραβίασε τους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας γιατί α) διενήργησε ιατρική πράξη ήτοι προέβη σε έκδοση ιατρικής βεβαίωσης, χωρίς να εξετάσει ή να ενημερώσει σχετικά τον ενάγοντα και να λάβει τη συγκατάθεσή του (άρθρο 1 και 28 του Ν. 3418/2005), β) δεν χρησιμοποίησε μεθόδους με επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, επειδή εξέδωσε την επίδικη τεχνική έκθεση χωρίς να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα (άρθρα 3 και 5 παρ. 3 του Ν. 3418/2005), γ) δεν παρέδωσε την ως άνω τεχνική έκθεση στον ενάγοντα, στον οποίο αφορούσε, παρά στη δεύτερη των εναγομένων, δίχως τη συναίνεση του ενάγοντος (άρθρο 5 παρ. 4 του Ν. 3418/2005), δ) παρά το γεγονός ότι είναι ιατρός με έδρα τη Θεσσαλονίκη, εξέδωσε την επίδικη τεχνική έκθεση αναφορικά με τον ενάγοντα, ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος Ιωαννίνων (άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του Ν. 3418/2005), ε) παρενέβη στην προσωπική και οικογενειακή ζωή του ενάγοντος, χωρίς τούτο να επιτραπεί από τον τελευταίο (άρθρο 8 του Ν. 3418/2005), στ) παραβίασε το ιατρικό απόρρητο για όσα υπέπεσαν στην αντίληψή του σχετικά με τον ενάγοντα (άρθρο 13 του Ν. 3418/2005), ζ) δεν συνέταξε την επίδικη έκθεση για θεραπευτικούς σκοπούς ή για την προαγωγή της υγείας του ενάγοντος (άρθρο 28 παρ. 12 ), αλλά για να χρησιμοποιηθεί σε δίκη και να ευνοηθεί η δεύτερη των εναγομένων και η) έβλαψε την τιμή και την αξιοπρέπεια του ιδίου ως ιατρού (άρθρο 2 του Ν. 3418/2005).
Ότι η δεύτερη των εναγομένων ήταν επιπλέον και αυτουργός συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος, γνωστοποιώντας την ανωτέρω έκθεση σε γνωστά και συγγενικά τους πρόσωπα. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από μετατροπή μέρους του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να άρουν την προσβολή και να παραλείπουν κάθε μελλοντική προσβολή της προσωπικότητά του, με την κοινολόγηση της έκθεσης, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 20.000 ευρώ, εις ολόκληρον ο καθένας, άλλως το ποσό των 10.000 ευρώ έκαστος , με το νόμιμο τόκο και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 240.000 ευρώ, εις ολόκληρον ο καθένας, άλλως το ποσό των 120.000 ευρώ έκαστος, με το νόμιμο τόκο.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία δικάσθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 87/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία απέρριψε την αγωγή εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως μη νόμιμη . Την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, προσέβαλε ο ενάγων με την από 4-4-2019 έφεσή του, η οποία έγινε δεκτή τυπικά με την υπ' αριθ. 173/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την έφεση και μόνο κατά το μέρος που η Πρωτόδικη απόφαση έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη αναφορικά με την δια της ψευδούς καταμήνυσης προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, επικυρώνοντας κατά τα λοιπά την Πρωτόδικη απόφαση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το ως άνω μέρος, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την 16-1-2017 αγωγή, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και κατά το ως άνω μέρος αυτής.
Ειδικότερα το Τριμελές Εφετείο, ερευνώντας το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα της αγωγής, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τις ακόλουθες αιτιολογίες:
''....Η αγωγή κατά το μέρος με το οποίο με αυτήν εκτίθεται ότι προσεβλήθη η προσωπικότητα του ενάγοντος - εκκαλούντος διότι ο πρώτος των εναγομένων συνέταξε τη έκθεσή του : α) χωρίς να τον ενημερώσει και διέγνωσε τα όσα αναφέρει χωρίς να τον δεί και να λάβει τη συγκατάθεσή του και χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση (βλ.
αξιόποινες πράξεις Α 1,2,3 της αγωγής),ότι εν αγνοία του και χωρίς την συναίνεση ή εξουσιοδότησή του χορήγησε στην δεύτερη των εφεσιβλήτων - εναγομένων ιατρικό πιστοποιητικό που βεβαιώνει την ψυχική του κατάσταση και σκιαγραφεί την προσωπικότητά του(Α' Αξιόποινες πράξεις 4), ότι προσέφερε ιατρική υπηρεσία εκτός της πόλεως του Ιατρικού συλλόγου Θεσσαλονίκης που ανήκει(Α'.
Αξιόποινες πράξεις 5),ότι παρενέβη στη ζωή του χωρίς να του το επιτρέψει και χωρίς να υπάρχει εισαγγελική η δικαστική παραγγελία γι' αυτό (Αξιόποινες πράξεις 6),ότι παραβίασε το ιατρικό του απόρρητο διότι η τεχνική έκθεση συνετάγη κατ' εντολή της δεύτερης εναγομένης η οποία δεν είναι δικαστική αρχή. (Αξιόποινες πράξεις 7), ότι ο η τεχνική έκθεση δεν συνετάγη για θεραπευτικούς σκοπούς ή για την προαγωγή της υγείας του αλλά για να αποκτήσει η δεύτερη εναγομένη έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός είναι ψυχικά άρρωστος και να το προσκομίσει στη δίκη( Αξιόποινες πράξεις Α 8) και ότι ο εναγόμενος δεν σεβάστηκε τον όρκο του Ιπποκράτη (Αξιόποινες πράξεις Α 9).είναι μη νόμιμη διότι ο πρώτος των εναγομένων προέβη στην έκδοση της έκθεσή του, ως γνωμοδοτών πρόσωπο που έχει ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζήτημα που αφορά εκκρεμή δίκη και συντάχτηκε μετά από αίτηση της αντιδίκου του στη δίκη της διατροφής (άρθρο 390 ΚΠολ.Δικ) και δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει τον εκκαλούντα- ενάγοντα, ούτε να ζητήσει τη συγκατάθεσή του για τη σύνταξη της έκθεσής του και τη χορήγηση στην δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη, δεν παρενέβη στην οικογενειακή του ζωή(ισχυρισμός ο οποίος είναι και αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ο τρόπος της επικαλούμενης παρέμβασης) ούτε παραβίασε το ιατρικό του απόρρητο διότι αυτός δεν ήταν θεράπων ιατρός αλλά γνωμοδοτών του άρθρου 390 ΚΠολ.Δικ., ούτε είχε υποχρέωση να εκδόσει την έκθεση του για θεραπευτικούς σκοπούς η για την προαγωγή της υγείας του.
Σύμφωνα με προαναφερθέντα η επικαλούμενη με την αγωγή ως προσβλητική της προσωπικότητας του ενάγοντος έκθεση του πρώτου εφεσιβλήτου δεν αποτελεί ιατρικό πιστοποιητικό κατά την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν ,χορηγούμενη ή με υποχρέωση χορήγησης στον ενάγοντα αλλά γνωμοδότηση, κατά την έννοια του άρθρου 390 ΚΠολΔ, διότι ο ενάγων δεν ήταν χρήστης των υπηρεσιών υγείας του πρώτου εναγόμενου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ως εκ περισσού σημειώνεται ότι η αιτίαση ότι η γνωμοδότηση αυτή εκδόθηκε και χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση κείται εκτός αντικειμένου της παρούσας δίκης .Θα μπορούσε να προβληθεί ενδεχομένως σε δίκη ιατρικής αμέλειας. Εν όψει των ανωτέρω οι λόγοι υπό γ, ε.στ. ζ η,θ.ι της κρινόμενης έφεσης που αφορούν τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω καθόσον αφορά την αιτίαση ότι προσέφερε ιατρική υπηρεσία εκτός της πόλεως του Ιατρικού συλλόγου Θεσσαλονίκης που ανήκει είναι επίσης μη νόμιμη διότι, όπως προειπώθηκε δεν προσέφερε ιατρική υπηρεσία εκτός της πόλεως του Ιατρικού συλλόγου που ανήκει, γεγονός εξ άλλου, που από μόνο του δεν συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας-.
Καθόσον αφορά ότι δεν σεβάστηκε τον όρκο του Ιπποκράτης η αιτίαση είναι παντελώς αόριστη-.Η εκκαλουμένη που έκρινε όμοια ορθά το νόμο εφάρμοσε και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ........... Ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος ανέγραψε στην έκθεσή του συγκεκριμένα περιστατικά και γεγονότα από τα οποία μπορεί αυτεπαγγέλτως να κινηθεί η ποινική δίωξη σε βάρος του δεδομένου ότι αναγράφει σε αυτή, ενδεικτικά, ότι χειραγώγησε τις ανήλικες θυγατέρες του χρησιμοποιώντας βία και τάζοντας δώρα σε αυτές, ότι είχε μηνύσει ψευδώς καθηγητές, δασκάλους, κοινωνικούς λειτουργούς και όποιον άλλον πράττει διαφορετικά, ότι αδιαφορούσε για την οικογένειά του και ότι μετά τη συνταξιοδότηση του, λόγω της ανύπαρκτης κοινωνικής του ζωής επιδίωξε να ξοδέψει το χρόνο του με την ενασχόληση του με τις θυγατέρες του, τις οποίες έστρεψε κατά της δεύτερης εναγομένης συζύγου του, ενώ το αληθές είναι ότι αυτός δεν μήνυσε κανένα δάσκαλο ή καθηγητή ή κοινωνικό λειτουργό και ποτέ δεν έταξε δώρα, ούτε άσκησε βία σε βάρος των παιδιών του.
Όλα αυτά τα περιστατικά τα αναγράφει στη σελίδα 21 της ενδίκου αγωγής του. Πουθενά όμως στην αγωγή του ο ενάγων δεν αναφέρει ότι ο πρώτος εφεσίβλητος-εναγόμενος γνώριζε ότι τα αναφερόμενα από αυτόν πραγματικά περιστατικά-γεγονότα είναι ψευδή ή αληθή. Επομένως η αγωγή ως προς το σημείο αυτό και καθόσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο-εφεσίβλητο είναι αόριστη.
Η εκκαλουμένη που έκρινε την αγωγή ως αόριστη(ο ενάγων δεν επικαλείται κανένα περιστατικό που να στοιχειοθετεί ψευδή καταμήνυση) αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα 534 ΚΠολ.Δικ, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό κατέληξε και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οσον αφορά την δεύτερη εναγομένη εφεσίβλητη η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, αφού η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί γεγονός για το οποίο ασκείται αυτεπάγγελτα ποινική δίωξη και ο ενάγων ισχυρίζεται ότι με προτροπή της εναγομένης, η οποία γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές κατεγράφη στην ιατρική έκθεση του πρώτου εναγομένου και ήταν δυνατόν να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη στηριζομένη σε ψευδή γεγονότα.
Η εκκαλουμένη που έκρινε την αγωγή αόριστη και ως προς την δεύτερη εναγομένη όσον αφορά την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδή καταμήνυση, έσφαλε, αφού από το περιεχόμενο της εκτιμάται ότι η δεύτερη-εφεσίβλητη γνώριζε το ψευδές των ισχυρισμών της ιατρικής τεχνικής έκθεσης(ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η ιατρική τεχνική έκθεση του πρώτου εφεσιβλήτου -εναγομένου συνετάγη κατά παραγγελία) και πρέπει κατά το μέρος αυτό να εξαφανιστεί ,κατά παραδοχή του υπό 1δ λόγου της έφεσης.
Απάτη επί δικαστηρίου αποτελεί ειδική περίπτωση τριγωνικής απάτης και τελείται με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη κάθε φορά που υποβάλλεται σ αυτόν ψευδής ισχυρισμός ,ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν αλλά με ανακριβές περιεχόμενο.
Στοιχειοθετείται όμως απάτη επί δικαστηρίου όταν σε δίκη διεξαγόμενη κατά ειδική διαδικασία αποφασίζει κατά πιθανολογήσει των προβαλλομένων ισχυρισμών διότι εν προκειμένω η δικανική κρίση σχηματίζεται με οποιοδήποτε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο και επομένως αρκούν οι προφορικοί ισχυρισμοί των διάδικων (........) Παθών στη απάτης επί δικαστηρίου είναι ο διάδικος στη περιουσία του οποίου επέρχεται η βλάβη από τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε σε βάρος του συνεπεία της παραπλάνησης του δικαστή από την επίκληση και προσκομιδή από τον αντίδικο του ψευδών εν γένει αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη ψευδών ισχυρισμών θα πρέπει να αιτιολογείται όμως ειδικώς ο αιτιώδης σύνδεσμος της απόφασης που εκδόθηκε με τις παραπλανητικές ενέργειες του κατηγορουμένου, αφού, είναι πιθανόν η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων αν εξεδίδετο χωρίς τη απατηλή συμπεριφορά (......) Απόπειρα συντρέχει όταν ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά μέσα και απορρίπτει ως αβάσιμη την αγωγή ή την αίτηση (........) Όταν όμως η αγωγή του φερομένου ως παθόντος, κατά την εκδίκαση της οποίας ο αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό της εξόφλησης και τον ενίσχυσε με πλαστό έγγραφο απορριφθεί ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης πρέπει να προσδιορίζεται περαιτέρω το αν πρόκειται για πρόσφορη ή απρόσφορη απόπειρα.
Η αγωγή, κατά τα μέρος με τον οποίο ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι διέπραξαν απάτη στο Δικαστήριο ή εν πάση περιπτώσει, απόπειρα απάτης ,όπως με την έφεσή του ισχυρίζεται, είναι μη νόμιμη διότι το έγκλημα της απάτης προϋποθέτει δίκη αφορώσαν περιουσιακή μετακίνηση συνεπεία παράστασης ψευδών περιστατικών ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων αποσιώπησης ενώ η δίκη στην οποία προσήχθη η τεχνική έκθεση αφορούσε την επιμέλεια ανηλίκων.
Η εκκαλούμενη που έκρινε την αγωγη μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι το Δικαστήριο στο οποίο προσκομίστηκε η από 19-9-2016 τεχνική έκθεση εξέδωσε απόφαση υπέρ του (ενάγοντος) και δεν εξαπατήθηκε από την προσκομιζόμενη έκθεση, καθώς ο δικάζων τις αντίθετες αιτήσεις επιμέλειας των διαδίκων δεν πείστηκε από αυτήν, και το έγκλημα της απάτης δεν τελέστηκε ,που αντικαθίσταται με την παρούσα, σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό κατέληξε και ο υπό 2 β λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η αγωγή ,κατά το μέρος που επικαλείται διάδοση, από τούς εφεσιβλήτους - εναγομένους, των κατ' αυτόν (ενάγοντα -εκκαλούντα) συκοφαντικών γεγονότων ενώπιον τρίτων (των δικαστικών αρχών-και για την δεύτερη εφεσίβλητη-εναγομένη και ενώπιον συγγενών και γνωστών τους) ,είναι αόριστη όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, αφού δεν επικαλείται ότι ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε το ψευδές των κατ' αυτό ν επικαλουμένων συκοφαντικών γεγονότων , εκτιμάται μόνο ότι τον αιτιάται για απλή δυσφήμηση και η αγωγή κρίνεται ορισμένη, αφού για την απλή δυσφήμηση δεν απαιτείτε το γεγονός να είναι ψευδές και ο δράστης να γνώριζε το ψευδές .
Ως προς την δεύτερη των εναγομένων - εφεσιβλήτων η αγωγή κρίνεται ορισμένη, για τον ίδιο λόγο για τον οποίο κρίθηκε ορισμένη όσον αφορά την προσβολή δια της ψευδούς καταμηνύσεως (από το περιεχόμενο της εκτιμάται ότι η δεύτερη-εφεσίβλητη γνώριζε το ψευδές των ισχυρισμών της ιατρικής τεχνικής έκθεσης-ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η ιατρική τεχνική έκθεση του πρώτου εφεσιβλήτου-εναγομένου συνετάγη κατά παραγγελία) και δεν απαιτείται να κατονομάζονται τα πρόσωπα προς τα οποία έγινε η διάδοση.
Εξ άλλου στην αγωγή(σελ. 16) αναφέρεται: "..ο εναγόμενος συνέταξε την έκθεσή του και την παρέδωσε σε "τρίτο" πρόσωπο την (εναγομένη) και αυτή τη δημοσιοποίησε και την κατέθεσε στο Δικαστήριο και μάλιστα την περιέφερε σε όλα τα συγγενικά της πρόσωπα για να τους πείσει ότι είναι ψυχικά άρρωστος. Στις σελ. 23-24 της αγωγής αναφέρει :
δεν αρκέστηκε στην κατάθεση της στο Δικαστήριο αλλά την κοινοποίησε σε όλους τους γνωστούς ώστε να καταρρακώσει την αξιοπρέπεια μου". Τούτο θα προκύψει από τις αποδείξεις. Πλην όμως η αγωγή .όσον αφορά τον τρόπο αυτό προσβολής της προσωπικότητας, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη διότι τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα πραγματικά περιστατικά- ισχυρισμοί του πρώτου των εφεσιβλήτων και αληθή υποτιθέμενα δεν είναι ικανά να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος.
Οι ισχυρισμοί του πραγματογνώμονα αναφέρονται πράγματι σε πραγματικά περιστατικά-γεγονότα σχετικά με τις ψυχικές λειτουργίες των γονέων των ανηλίκων. Ο ενάγων-ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί διαπιστώσεις βλάπτουν την τιμή και την υπόληψή του δηλ. την ηθική του αξία και την εικόνα των τρίτων για την εντιμότητα και την ευθύτητα του.
Κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου αυτού τα γεγονότα που αναφέρονται στην έκθεση του πρώτου εναγομένου-εφεσιβλήτου δεν είναι ικανά να βλάψουν την ηθική του αξία δηλ. να βλάψουν την τιμή ούτε και την εικόνα των τρίτων για την εντιμότητα και την ευθύτητα του δηλ. υπόληψη του αλλά αναφέρονται στην ψυχολογική του συγκρότηση και στην καταλληλότητα του για την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων, αφορούν την εικόνα και αντίληψη που έχει ο ίδιος ο ενάγων για τον εαυτό του και τη ζωή του και τις λειτουργίες της προσωπικότητας του.
Οι ελλείψεις και οι αδυναμίες στη ψυχική συγκρότηση, η ανισοκατανομή χρόνου μεταξύ οικογένειας και εργασίας, οι τυχόν ασθένειες, η υπερβολικές συμπεριφορές του εις όν αναφέρεται η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη ή έκθεση του ειδικού του άρθρου 390 ΚΠολ.Δικ χωρίς ενδεχομένως την απώτερη εξήγησή τους, δεν είναι περιστατικά που μπορούν, αντικειμενικά ορώμενα, να βλάψουν την έναντι τρίτων τιμή και υπόληψη του εις όν αναφέρονται.
Δεν είναι ασυνήθες εντιμότατοι κοινωνοί να αναπληρώνουν αισθήματα αδυναμίας στα οποία δεν κυριάρχησαν και δεν ξεπέρασαν με υπερβολικές αναπληρωματικές συμπεριφορές, είτε από θέσεις εξουσίας είτε με άλλους τρόπους καθόλα νόμιμες και αποδεκτές από τη κοινωνία πλην όμως ακατάλληλες και εμποδιστικές για τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, όπως οι οικογενειακές.
Η χρήση ψυχιατρικών όρων όπως "ψυχοπαθητική διαταραχή προσωπικότητας", όσο και αν τρομάζουν το καθημερινό μέσο κοινωνό, τον μη ειδικό, και χρησιμοποιούνται ως συμπερίληψη συγκεκριμένων συμπεριφορών και σχέσεων με τον εαυτό και τους άλλους , δεν αναφέρονται στην προσωπικότητα ως φορέα αξιών και κατά την σύγχρονη κοινή αντίληψη δεν είναι πρόσφορες να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη του εις όν αναφέρονται.
Έχει παρέλθει η εποχή κατά την οποία η αποκαλούμενη ψυχική νόσος ήδη ασθένεια (α- σθένος) ,εκτός των άλλων εθεωρείτο, στίγμα. Σήμερα καθημερινά οι πραγματογνώμονες και ειδικοί ψυχικής υγείας αποφαίνονται για την ικανότητα ενός προσώπου να προβεί σε συγκεκριμένες δραστηριότητες ,απτό την ικανότητα σύνταξης διαθήκης μέχρι την ικανότητα για την επιμέλεια ανηλίκων.
Οι γνωμοδοτήσεις των ειδικών αυτών ,δεν είναι κατά αρχήν πρόσφορες να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των προσώπων τα οποία αφορούν, Διαφορετικά θα αποκλειόταν η δια της πραγματογνωμοσύνης διάγνωση των ψυχικών λειτουργιών από τον φόβο ότι θα προσβληθεί η προσωπικότητα. Εν όψει τούτων τα αναφερόμενα στην αγωγή, κατά το μέρος με το οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό, ότι δηλ.
με τη συμπεριφορά του έχει χειραγωγήσει τις ανήλικες θυγατέρες του χρησιμοποιώντας ακόμα και τη βία αν χρειαστεί για να ελέγξει τα εγωιστικά του κίνητρα..,, ότι αρνείται να συνεργαστεί με τους κοινωνικούς λειτουργούς., ότι παλινδρομεί και ξαναφέρνει στη ζωή του το ίδιο άτομο το οποίο πρωτίστως απέρριψε, ότι η κατάσταση της υγείας του πιθανώς επιδεινώθηκε μετά το σοβαρό τραυματισμό της κεφαλής του το 2005 και έκτοτε πιθανόν να λαμβάνει και αντιεπιληπτικά φάρμακα για την πρόληψη επιληπτικών κρίσεων.
Ότι σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία μετά από σοβαρές ΚΕΚ (κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις) η σοβαρή βλάβη του εγκεφαλικού ιστού μπορεί να αλλοιώσει την προσωπικότητα και το άτομο να καταστεί ψυχοπαθητικό και επικίνδυνο, ότι μέχρι την συνταξιοδότησή του δεν ενδιαφέρθηκε για την οικογένεια του, διότι δεν του περίσσευε χρόνος από την εργασία του και ξαφνικά με τη συνταξιοδότηση του ανακάλυψε ότι έχει παιδιά και ότι έχει ανύπαρκτη κοινωνική ζωή , ότι εστράφη με μηνύσεις κατά εκπαιδευτικών και ότι εμποδίζει την επικοινωνία των ανήλικων με την μητέρα τους, (δεν βλάπτουν την τιμή του εκκαλούντος - ενάγοντος και ..
δεν, συνιστούν γεγονότα προσβλητικά αυτής- (ονειδισμό, καταφρόνηση). Η εκκαλουμένη που απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς του εκκαλούντος - ενάγοντος, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία (όσον αφορά την ηθική αυτουργία στη συκοφαντική δυσφήμηση της δεύτερης εφεσίβλητης είναι αόριστη και όσον αφορά την δυσφήμηση ότι οι ισχυρισμοί αποτελούν υποκειμενικές - αξιολογικές κρίσεις), που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολ.Δικ) σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό κατέληξε, και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος....''.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εκτιμώντας κυριαρχικά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361, 362(όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), 363 ΠΚ και 28 παρ. 10 του Ν. 3418/2005 "Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας", κατά το μέρος που απέρριψε τη αγωγή είτε ως αόριστη, είτε ως μη νόμιμη, καθόσον με βάση το πιο πάνω περιεχόμενο της αγωγής, αυτή ήταν ορισμένη και νόμιμη, αφού περιέχει όλα τα προς τούτο απαιτούμενα στοιχεία, δεδομένου ότι επαρκώς εκτίθενται, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ιστορική και νομική βάση της και δη εκείνα της δόλιας συμπεριφοράς των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων , οι οποίοι με, εξυβριστικούς και εν γνώσει του ψεύδους τους και συνεπώς συκοφαντικούς ισχυρισμούς προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια (από δόλο) την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και συνεπώς το δικαίωμα στην προσωπικότητά του, έτσι ώστε αυτός να δικαιούται να ζητήσει παράλειψη της προσβολής στο μέλλον και καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα δε, εκτίθεται στην αγωγή, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι στις 23-9- 2016 εκδικάστηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δύο αντίθετες αιτήσεις περί της επιμέλειας των ανηλίκων θυγατέρων των διαδίκων, ότι η δεύτερη των εναγομένων, μετά τη συζήτηση των ως άνω αιτήσεων, κατέθεσε, με το σχετικό υπόμνημα της, την από 19-9- 2016 "Ιατρική Τεχνική Έκθεση", συνταχθείσα από τον πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, ψυχίατρο, με το περιεχόμενο που παραθέτει και το συμπέρασμα ότι η επιμέλεια των ανωτέρω ανηλίκων τέκνων πρέπει να ανατεθεί στη μητέρα τους, κρίνοντας αυτός τον ενάγοντα πατέρα τους ως πάσχοντα με βεβαιότητα από βαριά αντικοινωνική - ψυχοπαθητική διαταραχή της προσωπικότητας, του οποίου η κατάσταση της υγείας πιθανώς επιδεινώθηκε μετά τον σοβαρό τραυματισμό της κεφαλής του το 2005, μετά τον οποίο πιθανόν να λαμβάνει και αντιεπιληπτικά φάρμακα για την πρόληψη επιληπτικών κρίσεων, η δε σοβαρή βλάβη του εγκεφαλικού ιστού μπορεί να αλλοιώσει την προσωπικότητα και το άτομο να καταστεί ψυχοπαθητικό και επικίνδυνο και αναφέροντας περαιτέρω ότι, όταν αυτός συνταξιοδοτήθηκε, επειδή δεν είχε με τι να ασχοληθεί, λόγω της ανύπαρκτης κοινωνικής του ζωής, έστρεψε όλη του την ενέργεια στις ανήλικες θυγατέρες του, που μέχρι τότε μεγάλωναν φυσιολογικά με την μητέρα τους και κατάφερε, δωροδοκώντας τες και τάζοντας τους υλικά αγαθά, να τις χειραγωγήσει, ικανοποιώντας έτσι τα εγωιστικά του κίνητρα και να τις στρέψει εναντίον της μητέρας τους, ότι η εν λόγω τεχνική έκθεση, η οποία είναι προϊόν οικονομικής συναλλαγής των εναγομένων, οι οποίοι από κοινού συνεπραξαν για την ηθική και κοινωνική εξόντωση του ενάγοντος και από κοινού συνεννοήθηκαν για την κατασκευή ψευδών γεγονότων, υπαγορεύτηκε δε από τη δεύτερη των εναγομένων ως ηθικό αυτουργό, και συντάχθηκε με υπερχειλή δόλο από τον πρώτο εναγόμενο, που κινήθηκε από ταπεινά ελατήρια για την είσπραξη μίας υπέρογκης αμοιβής, εμφανίζοντας τον ενάγοντα, εν γνώσει του ψεύδους ως ένα άτομο ψυχικά ανώμαλο, αναξιόπιστο, επιληπτικό και με διαταραγμένη προσωπικότητα, με απώτερο στόχο να ανατεθεί η επιμέλεια των παιδιών στην δεύτερη εναγομένη, ότι ο πρώτος εναγόμενος συνέταξε την Ιατρική Έκθεση, ως γνωμοδοτών πρόσωπο που έχει ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης, σε ζήτημα που αφορά εκκρεμή δίκη, μετά από αίτηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης - αντιδίκου του αναιρεσείοντος, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 28 παρ. 10 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, που επιβάλλει όπως ο ψυχίατρος που καλείται να διατυπώσει μία εκτίμηση για ένα πρόσωπο με σκοπούς άλλους από τους θεραπευτικούς, όπως κατά τη διενέργεια ψυχιατροδικαστικής εκτίμησης, να ενημερώσει πρώτα το πρόσωπο αυτό, να το συμβουλεύσει για το σκοπό της εκτίμησης αυτής, τη χρήση των ευρημάτων και τις πιθανές επιπτώσεις της εκτίμησης, και ότι ο πρώτος εναγόμενος ιατρός-ψυχίατρος πιστοποίησε την ψυχική κατάσταση του αναιρεσείοντος, χωρίς να προβεί σε ιατρική εξέταση αυτού και παρέδωσε τη σχετική ''Ιατρική Έκθεση'' σε τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία την δημοσιοποίησε με το να την περιφέρει σε όλα τα συγγενικά της πρόσωπα προκειμένου να τους πείσει ότι ο αναιρεσείων είναι ψυχικά άρρωστος.
Ότι στην εν λόγω ''Ιατρική Έκθεση'' αναφέρεται ψευδώς ότι ο αναιρεσείων χειραγωγεί τις ανήλικες θυγατέρες του και ότι τις δωροδοκεί για να ικανοποιήσει τα εγωϊστικά του κίνητρα . Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, έναντι μεγάλης αμοιβής, δέχθηκε να τον χρησιμοποιήσει η δεύτερη αναιρεσίβλητη και κατά παράβαση της Ιατρικής Δεοντολογίας να καταγράψει τα παραπάνω προκειμένου να πλήξει την αξιοπρέπεια του αναιρεσείοντος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεων του.
Επομένως, τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και είναι επαρκή για την νομική στήριξη του αιτήματος του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένδικη αγωγή εν μέρει ως αόριστη και εν μέρει ως μη νόμιμη, αξίωσε για τη νομική θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ και ως εκ τούτου, οι σχετικοί δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ`, του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1055/2019).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίο είναι το αποδεικτικό μέσο, που με επίκληση προσκομίστηκε και το οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτό και γ) η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1454/2017).
Περαιτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019,ΑΠ 779/2019).
Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, αν και ο ίδιος με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του προτάσεις του προς υποστήριξη της έφεσής του, είχε ενώπιον του Εφετείου, νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει τα εξής έγγραφα: 1) την από 17-6-2016 αίτησή του λήψης ασφαλιστικών μέτρων με την επ' αυτής από 24-6-2016 προσωρινή διαταγή, 2)την με αριθ. 66/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, 3) την από 18-7-2016 Έκθεση των Κοινωνικών Λειτουργών της Δ/νσης Κοινωνικής Προστασίας του οικείου Δήμου Ιωαννίνων, 4)την από 27-9-2016 όμοια Έκθεση των ίδιων ως άνω Κοινωνικών Λειτουργών, 5) την από 29-8-2016 Έκθεση Παιδοψυχιατρικής Εξέτασης της Καθηγήτριας Παιδοψυχιατρικής Β.
Π., 6) την από 28-7-2016 Έκθεση του ψυχολόγου Β. Δ., 7) την από 27-5-2016 Έκθεση του Παιδοψυχίατρου Ν. Τ., 8) την υπ' αριθ. 194/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και 9) την υπ' αριθ. 11/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), καθώς επίσης και την υπ. αριθμ. ... έκθεση ενόρκων βεβαιώσεων των Δ.
Κ. και Γ. Κ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη, οι οποίες λήφθηκαν μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων να παραστούν κατά την λήψη τους, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ...-2017 έκθεση επίδοσης του δικ. Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θες/νίκης Χ. Σ. και από την ...-2017 έκθεση επίδοσης του δικ.
Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Δ. Σ., από τα οποία (έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις) αποδεικνύονταν οι αγωγικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, όμως το Εφετείο, κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του, κατά το μέρος που αυτή κρίθηκε νόμιμη, δεν τα έλαβε υπόψη με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή του.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 18-1-2020 προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, προκύπτει ότι αυτός επικαλέστηκε, πράγματι, με τις προτάσεις του αυτές και προσκόμισε στο Εφετείο τα ανωτέρω έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις καθώς και τις ως άνω εκθέσεις επίδοσης, από τις οποίες προκύπτει ότι επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους κλήση του αναιρεσείοντος, για να παραστούν κατά τη λήψη των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων.
Περαιτέρω το Εφετείο, κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, κατά το μέρος που αυτή κρίθηκε νόμιμη, διέλαβε τα ακόλουθα : ''... Μετά από αυτά η εκκαλούμενη πρέπει να εξαφανιστεί κατά το σημείο που απέρριψε την αγωγή ,όσον αφορά την δια ψευδούς καταμηνύσεως προσβολή της προσωπικότητας, το Δικαστήριο να κρατήσει την αγωγή και δικάζοντας αυτήν κατ'ουσίαν να την απορρίψει ως αβάσιμη κατ'ουσίαν διότι ο ενάγων, φέρων το βάρος της απόδειξης δεν απέδειξε ότι ο ισχυρισμός περί άσκησης ενδοοικογενειακής βίας είναι ψευδής (ο ενάγων -εκκαλών δεν εξέτασε μάρτυρα) και διότι στην έκθεση των κοινωνικών λειτουργών αναφέρεται σπασμένη πόρτα ,για την οποία είχε κληθεί αστυνομία η οποία επιβεβαίωσε τη κλήση της και τη διαπίστωση της σπασμένης πόρτας και την οποία (σπασμένη πόρτα) η ανήλικη Δ., κατά την επίσκεψη των κοινωνικών λειτουργών στο σχολείο της δεν θέλησε να αποκαλύψει ποιος την έσπασε.
Κατ' ακολουθίαν τούτων η έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, το Δικαστήριο αυτό να κρατήσει την αγωγή και να την απορρίψει, κατά το τμήμα που αφορά την δια ψευδούς καταμηνύσεως προσβολή της προσωπικότητας, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν....''. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ως άνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, δεν αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του το σύνολο των εγγράφων που προσκόμισε ο αναιρεσείων καθώς και τις ανωτέρω επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις των Δ.
Κ. και Γ. Κ., παρά μόνο αναφέρεται γενικά και αόριστα στην ''έκθεση των κοινωνικών λειτουργών'', χωρίς να προσδιορίζει σε ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο γίνεται αυτή η αναφορά. Έτσι όμως το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο αναιρεσείων νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του και, συνεπώς, ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης, η εξέταση του οποίου παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου και τέταρτου λόγου , που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.
Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, που προέβαλε με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.
Πολ. Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Αναιρεί την υπ` αριθμ. 173/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
-Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.
Και
-Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ