Legislator Case Law & Legislation
1698/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment, ruling errors were evidentiary assessments not legal mistakes.

Case Number 1698/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a Lamia Court of Appeal decision rejecting their challenge to a property ownership judgment. The appellants alleged procedural errors regarding the economic committee's role and the court's acceptance of claims without proof, but the court found these arguments to be mere evidentiary assessments rather than legal mistakes. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 3, 72 para. 1, 559 para. 10, 176, 183, 191 para. 2, 281 para. 2, 285 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged errors in the evaluation of evidence or the interpretation of facts constitutes an inadmissible ground for review under Article 8 of the relevant article, as the appellate court's duty is to assess evidence rather than re-evaluate factual findings.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidentiary assessment property ownership dispute economic committee powers legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 72 para. 1 of Law 3852/2010
Article 559 para. 10 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 para. 2 of the Code of Municipalities and Communities
Article 285 of Law 3852/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1698 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1698/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Π. του Γ., κατοίκου ... και 2) Γ. Π. του Φ., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσείων παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπανδρικόπουλο, ήδη πρώτο αναιρεσείοντα.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Δελφών" (ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Γαλαξιδίου", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε αυτοδικαίως σε συνέχεια του Καλλικράτειου Νόμου), που εδρεύει στην Άμφισσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κολοβατιανό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-09-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμφίσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/ΤΠ/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων για τον εαυτό του και ως πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.

Σ

ΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 10/9/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 15/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που άσκησαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κατά της με αριθμό 76/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που είχε δεχθεί την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης", ", όπως ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, (πανομοιότυπη με τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ν. 3463/2006 με αντικατάσταση της δημαρχιακής από την οικονομική επιτροπή), η οικονομική επιτροπή είναι όργανο παρακολούθησης και ελέγχου της οικονομικής λειτουργίας του Δήμου.

Ειδικότερα έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α)..., ιγ) ". αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων", κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 εδάφ. α' του ίδιου ως άνω άρθρου για τις περιπτώσεις ιβ', ιγ' και ιδ' της προηγούμενης παραγράφου, η απόφαση λαμβάνεται ύστερα από γνωμοδότηση δικηγόρου, η ανυπαρξία της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής απόφασης.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1 εδάφ. α' του ως άνω νόμου "ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή", κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, κατ' εξαίρεση, "όταν δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται άμεση ζημία των δημοτικών συμφερόντων, από την αναβολή λήψης απόφασης, ο δήμαρχος μπορεί να αποφασίσει για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της οικονομικής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής.

Στην περίπτωση αυτή οφείλει να υποβάλει προς έγκριση τη σχετική απόφασή του κατά την επόμενη συνεδρίαση της αντίστοιχης επιτροπής". Η τήρηση της διατάξεως του άρθρου 72 παρ. 1 εδάφ. ιγ' του ν. 3852/2010, που αποσκοπεί στην όσο το δυνατόν αποτροπή διεξαγωγής ανώφελων δικών, ανάγεται στη δημόσια τάξη. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι για την άσκηση, μεταξύ άλλων, αγωγής από το Δήμαρχο, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου, απαιτείται απαραιτήτως η ύπαρξη άδειας της Οικονομικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής, επί της άδειας δε αυτής θεμελιώνεται και η αντιπροσωπευτική εξουσία του Δημάρχου για τη διεξαγωγή της δίκης, ως αντιπροσώπου του Δήμου.

Η αναφερόμενη ως άνω απόφαση τής Οικονομικής Επιτροπής, νομίμως λαμβάνεται και μετά την άσκηση της αγωγής, εγκρινομένης με αυτή της ήδη ασκηθείσας (βλ. ΟλΑΠ 13/2018, ΑΠ 1227/2019), αλλά ακόμη και μετά την άσκηση ενδίκου μέσου κατά εκδοθείσας επί της εν λόγω αγωγής απόφασης, οπότε με την απόφαση αυτή της Οικονομικής Επιτροπής μπορεί να εγκρίνεται εκ των υστέρων ρητά η άσκηση της αγωγής, όπως και η άσκηση προηγηθέντος ενδίκου μέσου, και να καθίστανται έτσι έγκυρες όλες οι προηγηθείσες διαδικαστικές πράξεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 673/2013, ΑΠ 450/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής: α) λόγω έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης, τόσο για τη νομότυπη άσκηση της αγωγής όσο και για τη νομότυπη παράσταση του ενάγοντος στο ακροατήριο, καθώς δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 103 παρ. 2 εδ.

στ' και ι' του ν. 3463/2006 και β) λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος ως προς τον πρώτο εναγόμενο. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με την με αριθμό 7/2009 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του ενάγοντος, που περιέχεται στο με αριθμό 1/2009 πρακτικό συνεδρίασης, ορίστηκε η δικηγόρος Άμφισσας Χαρίκλεια Μπέτσου να μελετήσει την υπόθεση προκειμένου να γνωμοδοτήσει περί της δυνατότητας του ενάγοντος να προβεί στην άσκηση ενδίκου μέσου, πλην, όμως, ουδεμία σχετική γνωμοδότηση ακολούθησε και ουδεμία, σε συνέχεια τέτοιας γνωμοδότησης, απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής ελήφθη για την άσκηση της αγωγής, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει νομότυπη παράσταση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι στην με αριθμό 7/2009 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής γίνεται μνεία μόνο για τον δεύτερο αναιρεσείοντα και ουδεμία αναφορά για τον πρώτο, με αποτέλεσμα η αγωγή να καθίσταται ενεργητικά ανομιμοποίητη ως προς εκείνον. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, ως αλυσιτελής, αφού, από την με αριθμό 297/2019 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) Δήμου Δελφών (πρακτικό της 28ης/25.11.2019 συνεδρίασης), σαφώς προκύπτει ότι η ανωτέρω επιτροπή ενέκρινε ρητά "τα μέχρι σήμερα ασκηθέντα ένδικα μέσα και βοηθήματα και όλες τις δικαστικές και εξώδικες πράξεις και ενέργειες από την αρχικώς ορισθείσα δικηγόρο του Δ.Σ.

Αμφίσσης κυρίας Χ. Μ. χειρισθείσα την υπόθεση από την άσκηση της αρχικής αγωγής μέχρι της τελεσιδικία της" και συνεπώς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, κατέστη έγκυρη η άσκηση της αγωγής κατά αμφοτέρων των εναγομένων και νομότυπη η παράσταση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 15/2021,ΑΠ 393/2018, ΑΠ 58/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 15/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 9-6-1933 ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιώσασας το έτος 1935 Ε. χας Σ. Μ., που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 5255/1935 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, περιήλθε στον Κ.

Μ. του Σ. η νομή ενός οικοπέδου, μετά του επ' αυτού ερειπωμένου ασκεπούς πλινθόκτιστου κτίσματος, επιφάνειας 150 περίπου τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση, επιφάνειας 182,20 τ.μ., το οποίο ευρίσκεται στη συνοικία "...", του πρώην Δήμου ... και νυν Δημοτικής Ενότητας ..., εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στο ...

και στον τομέα Β'. Το εν λόγω ακίνητο εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α, στο από Δεκεμβρίου του έτους 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χρήστου Βούλγαρη και συνορεύει δυτικά επί πλευράς Α-Β, μήκους 7,89 μέτρων με δημοτική οδό ..., Βόρεια επί πλευράς Β-Γ, μήκους 8,12 μέτρων και επί πλευράς Γ-Δ, μήκους 8,12 μέτρων με δημοτική οδό, ανατολικά επί πλευράς Δ-Ε, μήκους 12,26 μέτρων με υπάρχουσα δημοτική οδό και νότια επί πλευρών Ε-Ζ και Ζ-Α, μήκους 6,42 και 9,23 μέτρων, αντίστοιχα επίσης με δημοτική οδό.

Από τον χρόνο αυτό, που περιήλθε η νομή του ως άνω ακινήτου ο ως άνω νεμόταν αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας με διάνοια κυρίου και για χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής όπως καθαρισμός, επίβλεψη κλπ., με συνέπεια να αποκτήσει την κυριότητα αυτού μετά τη συμπλήρωση εικοσαετίας, δηλαδή ήδη από το έτος 1955.

Κατόπιν, στις 27-11-1955, απεβίωσε ο Κ. Μ. του Σ., χωρίς ν' αφήσει διαθήκη καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους την σύζυγο του Ε. χα Κ. Μ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του Ε. χα Ι. Ε., Σ.-Π. Κ. (Κ.) Μ. κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου. Μεταξύ δε τον κληρονομιαίων συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο όπως περιγράφηκε ανωτέρω.

Εξάλλου, την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά απεδέχθησαν οι ανωτέρω με την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Μιχαήλ Ρώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Γαλαξιδίου (τόμος ... αριθμός ...), καθιστάμενοι ούτως συγκύριοι του επιδίκου, κατά τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν.

Κατόπιν, τόσο η Ε. χα Κ. Μ., όσο και ο Σ. Π. Μ., μεταβίβασαν στην δικαιοπάροχο του ενάγοντα Δήμου, τα ως άνω ποσοστά συγκυριότητας επί του επιδίκου, ήτοι 2/8 και 3/8 αντίστοιχα, λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Μιχαήλ Ρώτη, που μετεγράφη νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Γαλαξιδίου (τόμος..., αριθμός …), καθιστάμενη ούτως η ανωτέρω Ε.

χα Ι. Ε., αποκλειστική κυρία αυτού. Τόσο η άμεση δικαιοπάροχος του ενάγοντα δήμου, όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτού εξουσίαζαν το επίδικο ως κύριοι, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις, όπως καταμέτρηση, και καθάρισμα αυτού, τοποθέτηση πινακίδας, με την οποία δηλωνόταν ότι το επίδικο αποτελούσε ιδιοκτησία της οικογένειας "Μ.", η οποία υπήρχε και το έτος 2001, όταν και απομακρύνθηκε από άγνωστο πρόσωπο.

Επισημαίνεται, επίσης, ότι κατά τη μεταβίβαση των ανωτέρω ποσοστών προς τη δικαιοπάροχο του ενάγοντα δήμου, το τίμημα αυτής θεωρήθηκε διαφορετικό από το δηλωθέν και για το λόγο αυτό επιβλήθηκε στους μετέχοντες στη σχετική σύμβαση αγοραπωλησίας σχετικό πρόστιμο από τον οικονομικό έφορο Παρνασίδος, για την ακύρωση του οποίου προσέφυγαν στο τότε Φορολογικό Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, το οποίο με την υπ' αριθμ. 367/1974 απόφασή του ακύρωσε το σχετικό πρόστιμο.

Αντίθετα, δεν αποδεικνύεται ότι η επικαλούμενη από τους εναγομένους απώτερη δικαιοπάροχος αυτών Κ. χα Α. Σ. κατείχε από το έτος 1950 ούτε ότι νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίας μέχρι το έτος 1972 και επομένως ότι το προαναφερθέν έτος η τελευταία μεταβίβασε τη νομή του επιδίκου στο δεύτερο εναγόμενο. Τα προαναφερθέντα ενισχύονται και από το γεγονός ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντα, κατά το έτος 1972, έλαβε και σχετική άδεια επισκευής του επιδίκου από το αρμόδιο Γραφείο Πολεοδομίας.

Επιπρόσθετα, δεν αποδείχθηκε ούτε ότι ο δεύτερος εναγόμενος νεμόταν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, από το έτος 1972, μέχρι τη μεταβίβαση του λόγω δωρεάς στον πρώτο εναγόμενο, το έτος 2007. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι για πρώτη φορά ο δεύτερος εναγόμενος κατά το έτος 2005 περίπου, τοποθέτησε πινακίδα στο ακίνητο, όπου αναγραφόταν, ότι αυτό είναι ιδιοκτησία Π..

Δεν αποδείχθηκε, επίσης, ότι το επίδικο χρησιμοποιούνταν από τον δεύτερο εναγόμενο ως αποθήκη οικοδομικών υλικών, κατά το έτη 1982 και 1985. Αβάσιμα, συνεπώς οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο δεύτερος από αυτούς κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως και η γενόμενη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου από τον δεύτερο εναγόμενο στον πρώτο δεν είχε ως αποτέλεσμα την κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τον τελευταίο, αφού όπως προαναφέρθηκε ο μεταβιβάζων δεύτερος εναγόμενος, δεν είχε αποκτήσει κυριότητα του επιδίκου.

Αβάσιμα, ομοίως, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι ο πρώτος από αυτούς κατέστη κύριος με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η προαναφερθείσα Ε. χα Ι. Ε., μεταβίβασε, λόγω δωρεάς εν ζωή, το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα δήμο, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Γαλαξιδίου Γιαννιτσάς Καμπούρη-Καλαμάτα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Γαλαξιδίου (τόμος ..., αριθμός ...), καθιστάμενος ο ενάγων δήμος με τον τρόπο αυτό αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί την αγωγή αναγνωρίζοντας την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του μια σειρά εγγράφων που προσκόμισαν υπό στοιχεία α-ιδ και υπό σχετικά 1-12 και ιδιαίτερα την υπό στοιχείο ζ από 11/2/2009 "εξώδικη διαμαρτυρία - κλήση - δήλωση" του πρώτου αναιρεσείοντα προς τον νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσίβλητου, την υπό στοιχείο θ από 12/1/2010 "εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία - κλήση - δήλωση" του πρώτου αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο και την υπό στοιχείο ιδ, μακρά σειρά φωτογραφιών, έγγραφα από τα οποία αποδεικνύονταν, κατά τους ισχυρισμούς τους, οι, υπέρ την τριακονταετία, πράξεις νομής τους επί του επιδίκου.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και το Εφετείο έλαβε υπόψη, για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, όπως αυτό εκτέθηκε ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με τις πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου και τα ως άνω έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.

Ειδικότερα, από την αναφορά στην απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ".. τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, εκτός από τις υπ' αριθμ. 182/24-4-2009, 189/30-5-2009, 190/1-6-2009 και 196/20-6-2009 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ.

συζ. Α. Μ., Ι. συζ. Γ. Α., Γ. Κ. και Χ. Ζ., αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Γαλαξιδίου Παρασκευής Αλεξανδρή, ενόψει της παρούσας δίκης, οι οποίες είναι ανυπόστατες ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, διότι ο ενάγων δεν επικαλείται, όμως, ούτε και προσκομίζει τα έγγραφα, από τα οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των εναγομένων για να παρασταθούν, κατά την επιχείρηση των ανωτέρω πράξεων", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, όπως αυτό εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου.

Το γεγονός δε ότι στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα ως άνω αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει (Ολ.

ΑΠ 8/2013, ΑΠ 1370/2007, ΑΠ, 14/2004, ΑΠ 2/1989). Ακόμη δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Ολ ΑΠ 3/1997). Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 29/2022, ΑΠ 535/2022, ΑΠ 11/2021). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).

Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των-διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 1209/2010).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο δικαστήριο την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο αφενός μεν δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο ασκούσε τις προσιδιάζουσες στο ακίνητο πράξεις νομής "όπως καταμέτρηση και καθαρισμό αυτού", χωρίς να έχει προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός, αφετέρου δε:

α) δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία/μέσα που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες (όπως αυτά αναφέρονται στον προηγούμενο λόγο) από τα οποία αποδεικνυόταν η αδιάκοπη σειρά πράξεων νομής με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσείοντες, β) δέχτηκε ότι η τοποθέτηση πινακίδας ιδιοκτησίας από τους αναιρεσείοντες έγινε το έτος 2005 ενώ τέτοια χρονολογία δεν προτάθηκε από εκείνους και γ) δέχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσείων χρησιμοποιούσε το επίδικο ως αποθήκη οικοδομικών υλικών κατά τα έτη 1982 και 1985 χωρίς οι αναιρεσείοντες να έχουν προβάλει τέτοιο ισχυρισμό.

Ο προβαλλόμενος ως άνω τρίτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθώς οι πράξεις "καθαρισμός" και "καταμέτρηση", ως πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, αναφέρονται από το αναιρεσίβλητο, τόσο στην από 18/9/2010 αγωγή του (σελίδες 5 και 6 αυτής) όσο και στις ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις του (σελ. 19), πέραν του ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας περιστατικών που δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, αλλά προέκυψαν από τις αποδείξεις, χωρίς να μεταβάλουν αυτήν, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο, ενώ ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος (υπό στοιχεία α', β' και γ') είναι απαράδεκτος, καθώς οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την έννοια του αριθμού 8, αλλά συνιστούν επίκληση αποδεικτικών μέσων και αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ως και επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, σε τρόπο ώστε να μη στοιχειοθετείται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι δέχθηκε ότι "τόσο η άμεση δικαιοπάροχος του ενάγοντα δήμου όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτού εξουσίαζαν το επίδικο ως κύριοι, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις, όπως καταμέτρηση και καθαρισμό αυτού", ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτουν αφού το ακίνητο ήταν περίκλειστο και τα κλειδιά κατείχαν οι αναιρεσείοντες.

Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει και αναφέρθηκε ανωτέρω, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Επομένως, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν δέχθηκε ως αληθινούς, χωρίς απόδειξη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου, αλλά με αξιολόγηση των άνω αποδεικτικών μέσων κατέληξε σ' αυτό και ο αντίθετος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 285 Ν. 3852/2010, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/9/2018 αίτηση των: 1) Φ. Π. του Γ. και 2) Γ. Π. του Φ., για αναίρεση της με αριθμό 15/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάζει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ