1698/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16/12/2005 (2) ανακοπές των ως άνω αρχικά αναιρεσειόντων-καθ’ ων η κλήση και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 23/1/2007 πρόσθετη παρέμβαση της ως άνω Εταιρείας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated1698/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος - καλών με τις από 13/5/2016 και από 29/6/2016 (συμπληρωματική της πρώτης) κλήσεις του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1698 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1698/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθ’ ων η κλήση: 1) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσείοντος Ι. Κ. του Δ., 2α) Γ. Λ. του Ι., 2β) Δ. Λ. του Ι., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσείοντος Ι. Λ. του Γ., 3α) Ε. Γ. του Ι., χήρας Ν. Χ., 3β) Φ. Χ. του Ν., 3γ) Α. Χ. του Ν., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσείοντος Ν. Χ. του Φ., 4α) Ε. Κ. του Γ., χήρας Χ. Ι., 4β) Μ. Ι. του Χ., 4γ) Π. Ι. του Χ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσείοντος Χ. Ι. του Π., 5α) Α. Κ. του Ι. Μ., χήρας Α. Κ., 5β) Α. Κ. του Α., 5γ) Ν. Κ. του Α., 5δ) Κ. Κ. του Α., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσείοντος Α. Κ. του Κ., 6α) Π. Β. του Ι., χήρας Α. Κ., 6β) Ε. Κ. του Α., 6γ) Ι. Κ. του Α., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσείοντος Α. Κ. του Ι., 7) Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά του ως οριστικού συνδίκου της πτώχευσης της Εταιρείας με την επωνυμία "...", ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποίηση: Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", τελούσας υπό καθεστώς πτώχευσης, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Σμυρνιού και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16/12/2005 (2) ανακοπές των ως άνω αρχικά αναιρεσειόντων-καθ’ ων η κλήση και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 23/1/2007 πρόσθετη παρέμβαση της ως άνω Εταιρείας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1995/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4722/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αρχικά αναιρεσείοντες και πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη με την από 10/2/2011 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 754/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την αίτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους και κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη ως προς τους ως άνω αρχικά αναιρεσείοντες.
Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος - καλών με τις από 13/5/2016 και από 29/6/2016 (συμπληρωματική της πρώτης) κλήσεις του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 11/1/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της παραστάσας στο ακροατήριο εταιρείας ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287 και 288 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ και στη διαδικασία κατ’ αναίρεση, προκύπτει ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της αναιρετικής δίκης, αποβιώσει όμως πριν από την αμετάκλητη αποπεράτωση της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, η δίκη διακόπτεται.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτού προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνει με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπό του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής, αλλά και από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 289 του ΚΠολΔ, κάθε διαδικαστική πράξη (και η ερήμην συζήτηση) εκτός από την έκδοση της απόφασης (εφόσον η υπόθεση ήταν ώριμη πριν από τη διακοπή), αν γίνει μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψη της, είναι άκυρη, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Εξάλλου, η επανάληψη της δίκης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 290 και 291 του ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, προς εκείνους που νομιμοποιούνται να συνεχίσουν τη δίκη για λογαριασμό του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, προσκαλώντας τους τελευταίους για το σκοπό επαναλήψεως με τη κοινοποίηση δικογράφου πρόσκλησης και πριν ακόμα τη γνωστοποίηση του γεγονότος, που προκάλεσε τη διακοπή, θεωρώντας ότι αυτή επήλθε.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τ’ ακόλουθα: Με την από 16-12-2005, ανακοπή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που άσκησαν από κοινού με άλλους εβδομήντα έναν ανακόπτοντες, που δεν είναι διάδικοι εν προκειμένω, οι: α) Ι. Κ. του Δ., β) Ι. Λ. του Γ., γ) Ν. Χ. του Φ. (ως προκύπτει από τα έγγραφα ότι είναι το ορθό ονοματεπώνυμο του διαδίκου αυτού αντί του εσφαλμένα αναγραφόμενου "Ν.
Φ. του Χ.") και δ) Χ. Ι. του Π., εκθέτοντας, ότι επειδή δεν έλαβαν εγκαίρως γνώση της πτώχευσης της πρώτης των καθ’ ων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας δεν έχει αρχίσει η διανομή της πτωχευτικής περιουσίας της, δεν αναγγέλθηκαν σε αυτήν, ζήτησαν την επαλήθευση της αναφερόμενης στην ανακοπή αυτή απαιτήσεως του καθενός, που αφορούσε διαφορά δώρου Χριστουγέννων 2003, ημερομίσθια υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 2012-2003 έως 29-1-2004, αναλογία δώρου Πάσχα 2004, αποζημίωση άδειας και επιδόματος άδειας 2004, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους, που έλαβε χώρα στις 29-1-2004, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως από της υπερημερίας της ως προς την καταβολή του ποσού για εκάστη των ανωτέρω αιτιών και μέχρι της δημοσιεύσεως της 553/2004 πτωχευτικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε η πτώχευση.
Περαιτέρω, με την από 16-12-2005 ανακοπή τους, επίσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που άσκησαν από κοινού με άλλους εξήντα επτά ανακόπτοντες, που επίσης δεν είναι διάδικοι εν προκειμένω, οι: α) Α. Κ. του Κ., β) Α. Κ. του Ι. και γ) Ι. Κ. του Δ., για την αυτή παραπάνω ιστορική και νομική αιτία, ζήτησαν την επαλήθευση της αναφερόμενης στην ανακοπή αυτή απαιτήσεως του καθενός και την καταβολή τόκων επ’ αυτής κατά τον προαναφερόμενο τρόπο.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, εξέδωσε την 1995/2007 απόφασή του, με την οποία απέρριψε τις ανακοπές, ως απαράδεκτες ως προ την πρώτη των καθ’ ων, τις έκρινε νόμιμες κατά την κυρία βάση τους, ως προς τον δεύτερο των καθ’ ων, ακολούθως, αφού τις συνεκδίκασε με τις προφορικά ασκηθείσες στο ακροατήριο πρόσθετες παρεμβάσεις της πρώτης των καθ’ ων αυτές υπέρ του δευτέρου τούτων και της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.) υπέρ των ανακοπτόντων, δέχθηκε τις ανακοπές ως ουσία βάσιμες κατά την κυρία βάση τους.
Κατά της απόφασης αυτής οι καθών άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η μεν πρώτη των καθών την από 7-11-2008 και ο δε δεύτερος αυτών την από 17-11-2008, εφέσεις τους, επί των οποίων αφού τις συνεκδίκασε ως εφετείο, το Πρωτοδικείο εξέδωσε την 4722/2010 απόφασή του, με την οποία τις δέχθηκε κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε τις ανακοπές κατά μεν την κυρία βάση τους ως ουσία αβάσιμες, κατά δε την μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική, την στηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως μη νόμιμες.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως εφετείου κρίναντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πάντες οι ανακόπτοντες αμφοτέρων των ανακοπών άσκησαν την από 10-2-2011 κοινή αίτησή τους, με την οποίαν ζήτησαν την αναίρεσή της. Επί της αιτήσεως αυτής ο Άρειος Πάγος εξέδωσε την 754/2014 αμετάκλητη απόφασή του, με την οποίαν, ως προς τους ανωτέρω αναφερόμενους, και όντες απλούς ομοδίκους, ανακόπτοντες χώρισε την υπόθεση και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της λόγω μη προσήκουσας παράστασής τους κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, καθόσον, ειδικότερα, δεν προέκυπτε παροχή πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους στον δικηγόρο Ι.
Τ., που παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι τους εκπροσωπεί, ως προς δε τους λοιπούς ανακόπτοντες - αναιρεσείοντες απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη. Ήδη ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων με τα δικόγραφα των από 13-5-2016 και 29-6-2016 κλήσεών του προς τους: 1. Ν. Κ. του Δ., ως κληρονόμο του Ι. Κ. του Δ., 2. α) Γ. Λ. του Ι. και β) Δ.
Λ. του Ι., ως κληρονόμους του Ι. Λ. του Γ., 3. α) Ε. Γ. του Ι., χήρα Ν. Χ., β) Φ. Χ. του Ν. και γ) Α. Χ. του Ν., ως κληρονόμους του Ν. Χ. του Φ.. 4. α) Ε. Κ. του Γ., χήρας Χ. Ι., β) Μ. Ι. του Χ. και γ) Π. Ι. του Χ., ως κληρονόμους του Χ. Ι. του Π.. 5. α) Π. Β. του Ι., χήρα Α. Κ., β) Ε. Κ. του Α. και γ) Ι. Κ. του Α., ως κληρονόμους του Α. Κ. του Ι.. Και 6. α) Α.
Κ. του Ι. Μ., χήρα Α. Κ., β) Α. Κ. του Α., γ) Ν. Κ. του Α. και δ) Κ. Κ. του Α., ως κληρονόμους του Α. Κ. του Κ., νόμιμα κατά τις παραπάνω διατάξεις, προσκάλεσε αυτούς για την επανάληψη της δίκης με την ιδιότητα των μοναδικών κληρονόμων των παραπάνω αποβιωσάντων αρχικών αναιρεσειόντων Ι. Κ. του Δ., Ι. Λ. του Γ., Ν. Χ. του Φ., Χ.
Ι. του Π., Α. Κ. του Ι. και Α. Κ. του Κ.. Η κληρονομική δε ιδιότητα των ανωτέρω καλουμένων, η μη αποποίηση από αυτούς της επαχθείσας κληρονομίας των αρχικών κληρονομηθέντων από αυτούς ως άνω αναιρεσειόντων, προκύπτει από τα προσκομιζόμενα σχετικά πιστοποιητικά, όπως επίσης προκύπτει και η πάροδος άπρακτης της τετράμηνης, κατά το άρθρο 1847 εδ.
α’ ΑΚ, προθεσμίας για αποποίηση της επαχθείσας σε καθένα αυτών κληρονομίας. Προς τούτο (επανάληψη της δίκης) και συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους ανωτέρω καλουμένους και επίσης τον καλούμενο Ι. Κ. του Δ., ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως επισπεύδων την συζήτηση της αιτήσεως ως προς αυτούς και τον επίσης αναιρεσείοντα καλούμενο Ι.
Κ. του Δ. (ως προς τον οποίον, κατά τα προαναφερόμενα, επίσης είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η αρχική συζήτηση), επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθένα αυτών, κατά περίπτωση, τα ανωτέρω δικόγραφα (κλήσεις), με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ’ αυτήν, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση εκθέσεις επιδόσεως...17-6-2016, .../17-6-2016, ...17-6-2016, ...17-6-2017, .../14-6-2016, ...14-6-2016, .../14-6-2016, .../14-6-2016, ...14-6-2016, .../14-6-2016, .../22-7-2016, .../22-7-2016, .../22-7-2016, .../22-7-2016 και ...14-6-2016 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Λ.
Σ.. Π. και ...-6-2016 και ...-62016 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Γ. Κ. Τ. Όμως οι καλούμενοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2 εδαφ. α’ και γ’ Κ.Πολ.Δ). Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ).
Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζόμενου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια ή την έκταση των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται ότι αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 871 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης.
Όταν, όμως, δεν υπάρχει πραγματική αλλά μόνο προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα ή όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον εργαζόμενο, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, ενδεχομένως, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως), είναι δε αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό και η σχετική σύμβαση υποκρύπτει παραίτηση του εργαζομένου από νόμιμες αξιώσεις του, η οποία είναι άκυρη (ΑΠ 754/2014).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 180 ΑΚ συνάγεται, ότι για να θεωρηθεί μια αμφοτεροβαρής δικαιοπραξία, όπως είναι και η σύμβαση του συμβιβασμού κατά το άρθρο 871 ΑΚ, ως αισχροκερδής (κατά - πλεονεκτική) και σαν τέτοια άκυρη, πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) η ύπαρξη φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει κάποιος όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία άλλου, διαπιστώνεται δε ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της δικαιοπραξίας κατά το χρόνο κατάρτισής της, β) η συνδρομή ανάγκης (με επιτακτικό χαρακτήρα και ανεπίδεκτο αναβολής), κουφότητας (αδιαφορίας για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων) ή απειρίας (έλλειψη της πείρας γύρω από τη ζωή και τις συναλλαγές) του αντισυμβαλλομένου και γ) η εκμετάλλευση (που γίνεται με γνώση της κατάστασης του άλλου) από τον συμβαλλόμενο μιας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 1976/2007).
Εξ ετέρου ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που είναι εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ 754/2014).
Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: "Μετά από διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό, σύμφωνα με το άρθρο 46 Α του Ν. 1892/1990 και το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, δυνάμει της υπ’ αριθ. ...21-12-1995 σύμβασης μεταβίβασης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Γ. - Α., όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. .../26-4-1996 πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου και κυρώθηκε με το Ν. 2436/1996, μεταβιβάστηκε στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, ήδη πρώτη των εκκαλούντων, εταιρεία με την επωνυμία "...", θυγατρική της καναδικής εταιρείας με την επωνυμία "...", το σύνολο του ενεργητικού της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και το δικαίωμα εκμετάλλευσης των ορυχείων της Χαλκιδικής.
Σκοπός της μεταβίβασης αυτής ήταν η δημιουργία μονάδας μεταλλουργίας χρυσού στην ... και συναφών επενδυτικών προγραμμάτων, όπως αυτά περιγράφονται στην υπ’ αριθ. 30600/ΝΝ 461/Ν. 1892/1990/21-12-1995 Κ.Υ.Α. "περί υπαγωγής της επένδυσης στις διατάξεις του Ν. 1892/1990", η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2436/1996. Μετά την έκδοση όμως των με αριθμούς 613 - 618/2002 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις αδειοδότησης, λειτουργίας και εκτέλεσης των έργων που απέβλεπαν στην υλοποίηση του ως άνω σχεδίου και της υπ’ αριθ. 3615/2002 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις για επέκταση του πεδίου της υπόγειας εκμετάλλευσης, δεν κατέστη δυνατή η δημιουργία μονάδας μεταλλουργίας χρυσού από την παραπάνω καναδική εταιρεία, με συνέπεια να σταματήσει αυτή από την 9-1-2003 κάθε μεταλλευτική δραστηριότητα.
Έκτοτε έπαυσε να αποδέχεται τις νόμιμα προσφερόμενες υπηρεσίες του προσωπικού της, περιοριζόμενη στην απασχόληση ενός περιορισμένου αριθμού εργαζομένων στις εργασίες συντήρησης και ασφάλειας των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων και την επεξεργασία των νερών των μεταλλείων στην ..., για την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας.
Έτσι, από 18-2-2003 έως 31-3-2003 και στη συνέχεια, μετά από διαδοχικές παρατάσεις, έως 30-4-2003 η πρώτη των εκκαλούντων έθεσε σε διαθεσιμότητα το προσωπικό της, με σκοπό την εξεύρεση λύσης σχετικά με το μέλλον της επιχείρησης και των εργαζομένων της. Στις 5-5-2003 η ανωτέρω εταιρεία κατέθεσε δήλωση αναστολής πληρωμών, επί της οποίας εκδόθηκε η 1286/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης.
Ακολούθως, στις 11-11-2003, η πτωχή, πλέον, εταιρεία υπέβαλε αίτηση ανάκλησης της πτώχευσης, επικαλούμενη δήλωση της καναδικής εταιρείας με την επωνυμία "...", στον όμιλο της οποίας είχε περιέλθει και η μητρική της εταιρεία, με βάση την οποία προτίθετο να χαρίσει δάνεια ύψους 218 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, που είχαν χορηγηθεί στην ήδη πτωχή θυγατρική της από άλλες εταιρείες του ομίλου, αλλά και να της καταβάλει το ποσό των 10 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, προκειμένου να πληρωθούν υποχρεώσεις της και να καταστεί βιώσιμο το νέο επιχειρηματικό σχήμα.
Η παραπάνω αίτηση ανάκλησης της πτώχευσης έγινε δεκτή με την 1446/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η ανάκληση της κηρυχθείσας πτώχευσης. Κατόπιν τούτων, ενόψει της επαναλειτουργίας των ... από το νέο επιχειρηματικό σχήμα, ξεκίνησαν οι διαβουλεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και της πρώτης των εκκαλούντων, κατά την προβλεπόμενη από το Ν. 1387/1983, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 9 του Ν. 2874/2000, διαδικασία των ομαδικών απολύσεων, για την τύχη των εργασιακών σχέσεων και των απαιτήσεων των εργαζομένων.
Οι διαβουλεύσεις ξεκίνησαν στις 3-12-2003, κατά τις οποίες την εταιρεία εκπροσώπησε ο δικηγόρος Α. Φ., ως ειδικός πληρεξούσιος αυτής και τους εργαζομένους εκπροσώπησαν σε ποσοστό άνω του 70% του συνόλου τους οι πρόεδροι των αντίστοιχων σωματείων και συγκεκριμένα: α) Ο Ε. Α., ως εκπρόσωπος του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ...", β) ο Γ.
Γ., ως εκπρόσωπος του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ... - ...", γ) ο Κ. Κ., ως εκπρόσωπος του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΤΕΧΝΙΤΩΝ ... - ..." και δ) ο Α. Τ., ως εκπρόσωπος του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ... ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΚΑΙ ΑΝΩΤΕΡΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ". Πριν την ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων το Ελληνικό Δημόσιο επέδωσε στην εταιρεία την από 9-12-2003 εξώδικη καταγγελία, με την οποία κατήγγειλε την υφιστάμενη μεταξύ τους υπ’ αριθ. ...21-12-1995 Σύμβαση Μεταφοράς του Ενεργητικού των ..., καθώς και την τροποποιητική αυτής υπ’ αριθ. .../26-4-1996 πράξη, εξαιρουμένων των διατάξεων αυτής που αφορούσαν στη μεταβίβαση του ενεργητικού της αυτοτελούς μονάδας παραγωγής και στην πληρωμή του τιμήματος, Θεωρώντας τη σύμβαση αυτή ως οριστικά ματαιωθείσα, εφόσον δεν υλοποιήθηκε ο αναγραφόμενος στην κύρια σύμβαση αναπτυξιακός σκοπός της επένδυσης που ήταν η δημιουργία Μονάδας ....
Με την καταγγελία αυτή το Ελληνικό Δημόσιο κάλεσε την πρώτη των εκκαλούντων εταιρεία να προσέλθει σε αμοιβαία διευθέτηση των εκατέρωθεν απαιτήσεων και σε εξωδικαστικό συμβιβασμό. Έτσι άρχισαν διαβουλεύσεις σχετικά με τα ζητήματα αυτά που σκοπό είχαν αφενός την αναμεταβίβαση των μεταλλείων από την εταιρεία στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επαναλειτουργία τους και αφετέρου την καταβολή στην εταιρεία από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωσης λόγω της μη τήρησης των συμβατικών υποσχέσεων και εγγυήσεων αυτού για την υλοποίηση της μονάδας μεταλλουργίας χρυσού.
Παράλληλα συνεχίζονταν οι διαβουλεύσεις μεταξύ του Α. Φ. και των εκπροσώπων των αναφερομένων παραπάνω σωματείων των εργαζομένων, στα οποία προστέθηκαν: α) η πρωτοβάθμια επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση, με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΟΔΗΓΩΝ ΕΠΙΣΤΑΤΩΝ ... "...", με εκπρόσωπο αυτής τον Στυλιανό Απόστολο και β) η πρωτοβάθμια επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΟΔΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ... - ...", με εκπρόσωπο τον Β.
Γ.. Όλοι οι παραπάνω εκπρόσωποι των σωματείων ήταν ειδικά εξουσιοδοτημένοι από τους εκπροσωπούμενους από αυτούς για την οριστική διευθέτηση των ζητημάτων μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και του συνόλου των εργαζομένων, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι ανακόπτοντες, ήδη εφεσίβλητοι, όπως αποδεικνύεται από τα υπ’ αριθ. ...10-12-2003 και .../11-12-2003 ειδικά πληρεξούσια της Συμβολαιογράφου Χαλκιδικής Ό.
Χ. - Μ., τις από 9-11/12/2003 σχετικές εξουσιοδοτήσεις των εργαζομένων, αλλά και από τα πρακτικά της από 5-12-2003 Γενικής Συνέλευσης των μελών του τελευταίου ως άνω επιχειρησιακού σωματείου και από τα πρακτικά της από 8-12-2003 κοινής Γενικής Συνέλευσης των μελών των λοιπών ως άνω επιχειρησιακών σωματείων, με τις σχετικές εξουσιοδοτήσεις των μελών αυτών.
Μετά την ολοκλήρωση των ως άνω διαβουλεύσεων, υπογράφηκε στις 11-12-2003 μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας - πρώτης των εκκαλούντων και των ως άνω εκπροσώπων των εργαζομένων Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης. Στο πρακτικό αυτό ιστορείται ότι υφίσταται οριστική παύση των μεταλλευτικών και λοιπών δραστηριοτήτων της επιχείρησης και των εν γένει εργασιών της και ότι υπάρχει παντελής αδυναμία απασχόλησης του προσωπικού, καθώς και ότι προς άρση της παράτασης της αβεβαιότητας σε βάρος των εργαζομένων η επιχείρηση θα προχωρούσε στην απόλυση του συνόλου αυτών.
Έτσι συμφωνήθηκαν ομόφωνα τα παρακάτω: 1) να καταβληθούν σε όλους τους εργαζομένους οι αποζημιώσεις απόλυσης, 2) να εξοφληθούν οι απαιτήσεις των εργαζομένων για α) το υπόλοιπο των αποδοχών Απριλίου του έτους 2003, β) τις αποδοχές των μηνών Μαΐου έως 20 Δεκεμβρίου 2003, συμπεριλαμβανομένων και των αποδοχών αδείας του έτους 2003, γ) το επίδομα αδείας του έτους 2003 με ημερομηνία λύσης των συμβάσεων εργασίας την 20-12-2003 και με τον υπολογισμό όλων των απαιτήσεων των εργαζομένων με βάση τις συμβατικά καταβαλλόμενες αποδοχές τους, όπως αυτές προσδιορίζονταν δυνάμει σχετικών διμερών συμφωνιών που ίσχυαν την 31-12-2002 και κατά το έτος 2003, εφόσον δεν είχε συναφθεί άλλη τροποποιητική διμερής συμφωνία εντός του έτους αυτού, αφαιρουμένων των σχετικών ειδικών επιδομάτων, τα οποία είχαν ήδη εισπράξει οι εργαζόμενοι μέσω του ΟΑΕΔ και των λοιπών Ταμείων και Φορέων.
Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι Θα συμψηφίζονταν οι αποδοχές και οι αποζημιώσεις υπόλοιπου αδείας, όλων των παρελθόντων ετών, το οποίο ενδεχομένως δικαιούνταν οι εργαζόμενοι, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης αποδοχών αδείας του έτους 2003, λόγω της λύσης των συμβάσεων εργασίας τους με την εταιρεία και ότι οι αποχωρήσαντες ήδη λόγω λήξης των συμβάσεων ορισμένου έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν συνάψει με την εταιρεία θα εισέπρατταν το υπόλοιπο των αποδοχών τους του μηνός Απριλίου 2003, καθώς και την αποζημίωση των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας 2003.
Ακόμη στο ως άνω πρακτικό συμβιβασμού όλοι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δήλωσαν ρητά και ανεπιφύλακτα ότι τόσο αυτοί όσο και οι εργαζόμενοι, υπό την αίρεση της πλήρους και ακριβούς καταβολής των ανωτέρω ποσών, αναγνωρίζουν και αποδέχονται ως έγκυρη, απρόσβλητη και ισχυρή την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την εταιρεία, με καταβολή των ως άνω αποζημιώσεων και των λοιπών παροχών, παραιτούμενοι συγχρόνως από το δικαίωμά τους να προσβάλουν αυτή για οποιονδήποτε γενικά λόγο, ιδιαίτερα δε για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της εταιρείας.
Επίσης, οι εργαζόμενοι, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις, που θα συντάσσονταν σχετικά, θα ανταποκρίνονταν στις κατά τα ανωτέρω καταβαλλόμενες αποδοχές, αποζημιώσεις και άλλες παροχές και στην καταβολή των σχετικών ποσών, δια των εκπροσώπων τους δήλωσαν, ανεπιφύλακτα και απόλυτα, σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή τους ότι ουδεμία απαίτηση από την απόλυσή τους και τις συναφείς παροχές που προαναφέρθηκαν και από οποιαδήποτε άλλη αιτία έχουν ή επιφυλάσσουν κατά της εταιρείας.
Περαιτέρω, δήλωσαν ότι μέχρι το χρόνο της απόλυσής τους ικανοποιήθηκαν πλήρως όλες οι απορρέουσες από την εργατική νομοθεσία και τη σύμβαση εργασίας τους με την εταιρεία αξιώσεις τους και τους καταβλήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα ποσά που ενδεικτικά αφορούν δεδουλευμένες και μη αποδοχές ημερομισθίων και μηνιαίων μισθών.
Άλλως, σε κάθε περίπτωση παραιτούνται ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμά τους. Επίσης, συμφωνήθηκε, με το ως άνω πρακτικό συμβιβασμού ότι οι εργαζόμενοι κατά την κοινοποίηση των εγγράφων των καταγγελιών τους και με την καταβολή των συμφωνημένων χρηματικών ποσών θα υπέγραφαν ατομική δήλωση αποδοχής και αναγνώρισης της καταγγελίας ως έγκυρης και απρόσβλητης, καθώς και συνολικής εξοφλητικής απόδειξης και παραίτησης από κάθε απαίτηση ή αξίωση, αλλά και από το δικαίωμα και το δικόγραφο των αγωγών ή ενδίκων μέσων που έχουν ασκήσει ή δικαιούνται να ασκήσουν κατά της εταιρείας.
Τέλος, στο ως άνω πρακτικό συμβιβασμού ορίστηκε ότι η εκπλήρωση όλων των παραπάνω υποχρεώσεων και δεσμεύσεων της εταιρείας προς τους εργαζομένους και των τελευταίων προς αυτή τελούσε υπό την αίρεση της υπογραφής και εκτέλεσης της σύμβασης εξωδικαστικού συμβιβασμού της εταιρείας με το Ελληνικό Δημόσιο, για την επίλυση και διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών και αξιώσεων, στα πλαίσια της οποίας προβλεπόταν η μεταβίβαση του ενεργητικού της πρώτης στην εταιρεία με την επωνυμία " ...
Α.Ε." καθώς και η καταβολή στην ίδια εύλογης αποζημίωσης για τη λήξη της υπ’ αριθμό ......1995 Σύμβασης Μεταβίβασης του Ενεργητικού των .... Στις 12-12-2003 στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Γ. - Α., υπογράφηκε η υπ’ αριθ. .../2003 Σύμβαση Εξωδικαστικού Συμβιβασμού μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρείας και συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι η ως άνω σύμβαση θα ίσχυε από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης του κυρωτικού αυτής νόμου.
Κατόπιν τούτων, στις 16-12-2003 εισήχθη προς συζήτηση στη Βουλή, ως τροπολογία, η κύρωση της προαναφερόμενης Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της πρώτης των εκκαλούντων εταιρείας, πλην όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε, διότι μεταφέρθηκε τελικά ως τροπολογία στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η συζήτηση του οποίου Θα γινόταν αμέσως μετά τις διακοπές των εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους.
Επειδή όμως η υπογραφή της ως άνω Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού έπρεπε να γίνει εντός του έτους 2003, αφού η καταβολή στους εργαζομένους των συμφωνημένων αποζημιώσεων μέχρι την 20-12-2003 τελούσε υπό τον όρο της προηγούμενης καταβολής αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο προς την εργοδότρια εταιρεία, υπογράφηκε στις 23-12-2003 μεταξύ της ως άνω εταιρείας και των εκπροσώπων των εργαζομένων αυτής, σε συνέχεια του από 11-12-2003 Πρακτικού - Πρωτοκόλλου Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης, Πρόσθετο Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, με το οποίο έγιναν αμοιβαία αποδεκτά και συνομολογήθηκαν τα ακόλουθα: 1) Η εργοδότρια θα κατέβαλε πριν από τα Χριστούγεννα σε κάθε εργαζόμενο έναντι των καταβλητέων ποσών δυνάμει του ως άνω από 11-12-2003 Πρακτικού το κατ’ αποκοπή ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο ρητά συμφωνήθηκε και συναποδέχθηκαν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ότι Θα αφαιρούνταν και Θα συμψηφιζόταν με τα καταβλητέα σε καθένα από αυτούς ποσά, 2) οι ομαδικές απολύσεις του συνόλου του προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας και οι καταβολές στους εργαζομένους των συνομολογηθέντων στο από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο ποσών, Θα πραγματοποιούνταν το αργότερο έως και την 31-1-2004, 3) οι όροι, συμφωνίες και οικονομικές ρυθμίσεις και διευθετήσεις, όπως συνομολογήθηκαν και αμοιβαία συμφωνήθηκαν με το από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο, κατά τα λοιπά Θα παρέμεναν αμετάβλητοι και θα διατηρούσαν την ισχύ τους στο σύνολό τους και με το ίδιο περιεχόμενο, 4) οι εκπρόσωποι των εργαζομένων συναποδέχτηκαν ότι με την καταβολή και είσπραξη των ποσών που περιγράφονταν στο από 11-12-2003 Πρακτικό δεν είχαν ούτε διατηρούσαν οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση ή άλλη απαίτηση εναντίον της εργοδότριας, από την εκ των πραγμάτων επιβληθείσα παράταση της ισχύος της σύμβασης εργασίας τους, με την εταιρεία μετά τις 20-12-2003, καθόσον η διατήρηση των εργασιακών τους σχέσεων με την εταιρεία δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της, 5) άλλως, σε κάθε περίπτωση, παραιτούνταν ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμα ή απαίτησή τους για είσπραξη μεταξύ άλλων της διαφοράς αποδοχών, μετά τις 20-12-2003, της αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2003 για το εφεξής χρονικό διάστημα, της αποζημίωσης και του επιδόματος αδείας έτους 2004, της αναλογίας δώρου Πάσχα για το έτος 2004 και 6) σε περίπτωση μη νομοθετικής κύρωσης της ως άνω Σύμβασης μεταξύ της επιχείρησης και του Ελληνικού Δημοσίου εντός του μηνός Ιανουαρίου 2004, η επιτευχθείσα δια του από 23-12-2003 Πρακτικού και του από 11-12-2003 Πρακτικού συμφωνία αυτοδικαίως ανατρεπόταν και δεν ίσχυε ούτε δέσμευε καθ’ οιονδήποτε τρόπο και έκταση τα Συμβαλλόμενα Μέρη, εκτός εάν αποφασιζόταν αμοιβαία εκ νέου η παράταση της ισχύος της.
Τελικά η Σύμβαση Εξωδικαστικού Συμβιβασμού μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της πρώτης των εκκαλούντων συζητήθηκε στη Βουλή στις 8-1-2004 και Ψηφίστηκε από το νομοθετικό σώμα ως τροπολογία του νομοσχεδίου με τον τίτλο "Μέτρα αναπτυξιακής πολιτικής - αντικειμενικοποίηση του φορολογικού ελέγχου και άλλες διατάξεις" και έτσι ως νόμος πλέον, κυρώθηκε και δημοσιεύτηκε ως άρθρο 51 του Ν. 3220/2004 στις 28-1-2004.
Κατόπιν τούτων, η εργοδότρια εταιρεία σε εφαρμογή των κατά τα προαναφερόμενα συμφωνηθέντων, προέβη στις 29-1-2004 στην απόλυση του συνόλου του προσωπικού της, στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι ήδη εφεσίβλητοι. Οι τελευταίοι έλαβαν τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στις εξοφλητικές αποδείξεις του καθενός και αφορούσαν αποζημίωση απόλυσης, υπόλοιπο αποδοχών Απριλίου 2003, αποδοχές των μηνών Μαΐου 2003 έως και 20 Δεκεμβρίου 2003, επίδομα άδειας έτους 2003 και αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2003.
Στις αποδείξεις αυτές οι εφεσίβλητοι δήλωναν ρητά ότι με την καταβολή σε αυτούς του αναφερόμενου στις αποδείξεις ποσού ικανοποιήθηκαν όλες οι απορρέουσες από την εργατική νομοθεσία αξιώσεις τους και ότι σε κάθε περίπτωση παραιτούνται ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμά τους, σύμφωνα με το από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης που υπογράφηκε μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και των εκπροσώπων των εργαζομένων.
Περαιτέρω, στις 16-3-2004 η πρώτη των εκκαλούντων κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δήλωση αναστολής πληρωμών που έγινε δεκτή με την 553/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία η δηλούσα εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκε ως ημέρα παύσης των πληρωμών της η 16-3-2004, ακολουθήθηκε δε στη συνέχεια η προβλεπόμενη από το πτωχευτικό δίκαιο διαδικασία.
Οι εφεσίβλητοι δεν συμμετείχαν στη διαδικασία επαλήθευσης των πιστώσεών τους, οι οποίες αφορούσαν απαιτήσεις τους για διαφορά δώρου Χριστουγέννων 2003, ημερομίσθια υπερημερίας για το διάστημα από 20-12-2003 έως 29-1-2004, αναλογία δώρου Πάσχα 2004, αποζημίωση άδειας και επιδόματα άδειας 2004, αλλά άσκησαν ανακοπές κατά του συνδίκου πτώχευσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αίτημα την εξέλεγξη των εν λόγων απαιτήσεών τους.
Ορθά δε η εκκαλουμένη απέρριψε την ένσταση του δεύτερου των εκκαλούντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικονομικού δικαιώματος έγερσης των εν λόγω ανακοπών, δοθέντος ότι οι πιστωτές που δεν μετείχαν στην επαλήθευση, είτε γιατί αμέλησαν είτε γιατί δεν τους ήταν δυνατό για οποιοδήποτε λόγο, διατηρούν το δικαίωμα της εξέλεγξης της απαίτησής τους μέχρι και την τελευταία διανομή, με άσκηση ανακοπής με δικές τους δαπάνες κατά του συνδίκου της πτώχευσης, σύμφωνα με το άρθρο 596 ΕΝ.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της Α’ έφεσης, κατά το σχετικό σκέλος του και ο δεύτερος λόγος της Β’ έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι στην ουσία τους. Ο εξώδικος συμβιβασμός, που έγινε με το από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης και το από 23-122003 Πρόσθετο Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, είναι έγκυρος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι ανακόπτοντες, περιόρισαν τις εργατικές τους αξιώσεις, με αντάλλαγμα την αποδοχή τους από την εργοδότρια εταιρεία και την εντεύθεν δυνατότητα αποφυγής δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης, λόγω της ύπαρξης σοβαρής αμφισβήτησης και αβεβαιότητας σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις των αξιώσεών τους για τους παρακάτω λόγους:
α) Η εργοδότρια εταιρεία ήταν αναξιόχρεη, γεγονός που καθιστούσε επισφαλείς της απαιτήσεις τους ως προς την είσπραξή τους, δοθέντος ότι είχε παύσει η παραγωγική λειτουργία της από 9-1-2003 και ότι μετά την κύρωση της Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της πρώτης των εκκαλούντων, με το άρθρο 51 του Ν. 3220/2004, το ενεργητικό αυτής Θα μεταφερόταν στην εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΕ" και β) η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της έγινε χωρίς υπαιτιότητα της εργοδότριας, εξαιτίας της ανυπαίτιας αδυναμίας της να απασχολήσει αυτούς, μετά την οριστική παύση από 9-1-2003 κάθε μεταλλευτικής δραστηριότητάς της, μετά την έκδοση των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις αδειοδότησης, λειτουργίας και εκτέλεσης έργων.
Οι λόγοι αυτοί αποτελούν και τα σημεία υποχώρησης της πρώτης των εκκαλούντων που οδήγησαν στην κατάρτιση του προαναφερόμενου εξώδικου συμβιβασμού, αφού με νομική και πραγματική βάση αυτούς, Θα ήταν δυνατό να απαλλαγεί, έστω και εν μέρει, των υποχρεώσεών της, ως εργοδότριας, έναντι των εργαζομένων σε αυτήν.
Επιπλέον, λόγω των συγκεκριμένων υποχωρήσεων της πρώτης των εκκαλούντων δεν συντρέχει περίπτωση φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε να θεωρηθεί η σύμβαση του συμβιβασμού άκυρη ως αισχροκερδής.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η ένσταση περί ύπαρξης εξώδικου συμβιβασμού, με τον οποίο οι ανακόπτοντες παραιτήθηκαν από τις απαιτήσεις τους, την εξέλεγξη των οποίων ζητούσαν με τις ανακοπές τους. Εσφαλμένα δε η εκκαλουμένη απέρριψε την ένσταση αυτή του δεύτερου των εκκαλούντων και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι στην ουσία τους ο δεύτερος λόγος της Α’ έφεσης, κατά το σχετικό σκέλος του και ο πρώτος λόγος της Β’ έφεσης.
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες στην ουσία τους οι κρινόμενες εφέσεις, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο για να δικαστούν οι ανακοπές (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν αυτές ως ουσία αβάσιμες κατά την κύρια βάση τους, κατόπιν αποδοχής της ένστασης του εξώδικου συμβιβασμού." Με βάση τις παραδοχές αυτές το ανωτέρω Δικαστήριο δέχθηκε τις με αριθ.
καταθ. .../19-11-2008 και ...19-11-2008 εφέσεις κατά της υπ’ αριθ. 1995/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία είχαν γίνει δεκτές οι με αριθ. καταθ. ...23-12-2005 και .../23-12-2005 ανακοπές εξέλεγξης των πιστώσεων των ανακοπτόντων αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την απόφαση αυτή δίκασε την υπόθεση και αφού δέχθηκε την ένσταση περί παραιτήσεως των ανακοπτόντων με τον γενόμενο εξώδικο συμβιβασμό, απέρριψε τις ανακοπές.
Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679, 680, 871 Α.Κ., 8 ν.2112/1920, σε συνδ. με το άρθρο 11 παρ. 1 ν.547/1937, 3 ν.3239/1955, 5 παρ. 1 α.ν. 539/1945, 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959, 14 ν. 551/1914, καθόσον, ειδικότερα, με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία και ορθώς υπήχθησαν στο νόμο, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις παραδοχής της ανωτέρω ένστασης και απόρριψης των ανακοπών.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183,176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση των Α) Ι. Κ. του Δ. και Β) των Ι. Κ. του Δ., Ι. Λ. του Γ., Ν. Χ. του Φ., Χ. Ι. του Π., Α. Κ. του Κ. και Α. Κ. του Ι., για αναίρεση της 4722/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την επί της οποίας δίκη συνεχίζουν οι αναφερόμενοι στο σκεπτικό κληρονόμοι των τελευταίων.
Καταδικάζει τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) Ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο και χιλίων εξακοσίων (1.600) Ευρώ για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ