Legislator Case Law & Legislation
1698/2012 AI generated

1698/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1698/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30328/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 725/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/9/2010 αίτησή της και τους από 28/12/2011 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

1698/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Keywords

AI generated
cessation of benefits resignation of the government bank resolution redundancy consequences of withdrawal satisfaction of claim
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1698 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1698/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. (A.) Ν. (N.) του Σ. (S.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σαργιαννίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Τζούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30328/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 725/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/9/2010 αίτησή της και τους από 28/12/2011 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 17/1/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13/9/2010 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 28/12/2011 πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τα άρθρα 669 παρ.2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, είναι άκυρη, ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζόμενου.

Δεν συντρέχει, όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης είναι αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ.

Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά σε άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας.

Επομένως η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυση του.

Περαιτέρω, το δικαστήριο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων που απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου και έχει καθιερωθεί με το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογίες) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλαδή δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία της διατάξεως που εφαρμόσθηκε.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι σημασία έχει το τι αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως, και τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία είναι μέλος του ομίλου εταιρειών της Γαλλικής εταιρείας Societe Generale. Το Σεπτέμβριο του 2004 τα αρμόδια όργανα της αποφάσισαν να συστήσουν στη Θεσσαλονίκη ένα Βαλκανικό Τμήμα Επιχειρηματικής Ανάπτυξης (ΒΤΕΑ), υπαγόμενο στη Διεύθυνση Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων, με σκοπό την ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ των θυγατρικών τραπεζών της ως άνω Γαλλικής εταιρείας, την πώληση των προϊόντων και υπηρεσιών σε Έλληνες επιχειρηματίες - πελάτες της εναγομένης που αναπτύσσουν δραστηριότητα σε βαλκανικές χώρες και συγκεκριμένα στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Σερβία και την προσέλκυση νέων πελατών.

Για την οργάνωση και λειτουργία του τμήματος αυτού προσέλαβε την 12/10/2004 την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία είναι Βουλγαρικής υπηκοότητας και γνώριζε τη βουλγαρική, τη σκοπιανή, την αγγλική και τη ρωσική γλώσσα, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της με το βαθμό του υπολογιστή και με συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές 1.600 ευρώ.

Σύμφωνα με το βιογραφικό της η ενάγουσα αποφοίτησε από το βρετανικό κολλέγιο St. Lawrence της Αθήνας, διέθετε πτυχίο του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, με ειδίκευση στο marketing και τις δημόσιες σχέσεις, μεταπτυχιακό δίπλωμα στις διεθνείς σχέσεις και στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο ίδιο Πανεπιστήμιο, ενώ είχε προϋπηρεσία ως σύμβουλος ιδιωτικοποιήσεων μεγάλων επιχειρήσεων, απασχολούμενη σε διεθνείς εταιρείες.

Το παραπάνω τμήμα στελεχώθηκε αποκλειστικά από την ενάγουσα και λειτούργησε για δύο περίπου χρόνια, χωρίς όμως να έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Έτσι τον Ιούνιο του 2006 αποφασίσθηκε η κατάργηση του, οπότε η ενάγουσα βρέθηκε ουσιαστικά χωρίς αντικείμενο εργασίας, αφού είχε προσληφθεί ειδικά για την οργάνωση, ανάπτυξη και λειτουργία του τμήματος αυτού.

Προκειμένου όμως η εναγομένη να μην προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αποφάσισε να την εκπαιδεύσει στις τραπεζικές εργασίες, ώστε να είναι σε θέση να εργασθεί ως σύμβουλος πελατείας στα καταστήματα της τράπεζας. Για το λόγο αυτό με την 2793/-11/7/2006 πράξη του Διευθυντή Τομέα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού και Εκπαίδευσης τοποθετήθηκε από 13/3/3007 στο κατάστημα - κέντρο της Τσιμισκή, όπου εκπαιδεύτηκε επί εξάμηνο περίπου στις σχετικές με τη θέση του συμβούλου πελατείας τραπεζικές εργασίες και στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο κατάστημα - κέντρο της Τσιμισκή ως σύμβουλος πελατείας μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) του καταστήματος Τσιμισκή στη Θεσσαλονίκη, όπου προϊστάμενος του τμήματος ήταν ο Π.

Γ.. Συγκεκριμένα τοποθετήθηκε στο ίδιο γραφείο με τη σύμβουλο πελατείας Α. Γ. και της ανατέθηκε η από κοινού διαχείριση του χαρτοφυλακίου της τελευταίας, εργαζόμενη μ' αυτήν, ενώ κατά τη διάρκεια της απουσίας της ως άνω υπαλλήλου, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, θα εργαζόταν στο ίδιο γραφείο με την αναλύτρια Α.

Τ.. Η ενάγουσα θεώρησε από την αρχή ότι η θέση αυτή ήταν κατώτερη των προσόντων της και στις 14/2/2007 ζήτησε να μετατεθεί στο Κέντρο Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕ-ΜΕ) της εναγομένης, όπου η επίσημα γλώσσα εργασίας ήταν τα αγγλικά, καθόσον η γνώση της στη γραφή και την ανάγνωση της ελληνικής γλώσσας δεν ήταν καλή.

Το αίτημα της αυτό δεν έγινε δεκτό και της γνωστοποιήθηκε ότι τους επόμενους μήνες δεν πρόκειται να μετατεθεί στις μεγάλες επιχειρήσεις. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι παρά την εκπαίδευση της στις τραπεζικές εργασίες, η ενάγουσα δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της θέσης του συμβούλου πελατείας ΜΜΕ.

Την αδυναμία της αυτή την απέδιδε στη μη ικανοποιητική και αποτελεσματική εκπαίδευση της με την Α. Γ., ισχυριζόμενη, με τις από 7/3/2007 και 14/3/2007 ηλεκτρονικές επιστολές της, ότι η τελευταία δεν είναι σε θέση να την εκπαιδεύσει αποτελεσματικά, ότι δεν έχει λάβει ακόμη το χαρτοφυλάκιο της και γενικά ότι δεν έχει ενημερωθεί για τους πελάτες της, ούτε συναντήθηκε μαζί τους.

Με την από 28/3/2007 ηλεκτρονική επιστολή της τότε αναπληρώτριας Επικεφαλής Υποστήριξης Πωλήσεων Μικρών και μεσαίων Επιχειρήσεων Θωμαής Τουσιάδου η ενάγουσα ενημερώθηκε ότι μετά την εκπαίδευσή της θα έπρεπε ήδη να έχει γνώση για τις διαδικασίες της Τράπεζας, ενώ λόγω της προηγούμενης θέσης εργασίας της θα έπρεπε να γνωρίζει τον επιχειρηματικό κλάδο και τις ανάγκες του και ότι είναι πλέον καιρός να έχει προσωπικό στόχο, ώστε να αξιολογηθεί αντικειμενικά για την πορεία της στον εμπορικό τομέα, ο στόχος δε αυτός είναι η προσέλκυση μέχρι την 15η Απριλίου τριών τουλάχιστον νέων πελατών, από τους οποίους οι δύο θα πρέπει να έχουν πιστοδοτικά όρια.

Η ενάγουσα στην από 3/4/2007 απαντητική ηλεκτρονική επιστολή της ανέφερε, ότι λόγω της κακής ποιότητας της μέχρι τότε εκπαίδευσής της δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι εξοικειωμένη με τις πρακτικές της Τράπεζας και ότι ο στόχος που της έχει ανατεθεί δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί, ακόμη και κάτω από τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.

Η Θ. Τ. επανήλθε με την από 4/4/2007 ηλεκτρονική επιστολή της, με την οποία ενημέρωνε την ενάγουσα ότι δεν θεωρείται πλέον εκπαιδευόμενη και ότι οι στόχοι που της είχαν τεθεί ισχύουν. Η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στους στόχους αυτούς. Συγκεκριμένα ο προϊστάμενος της Π. Γ. με την από 19/4/2007 ηλεκτρονική επιστολή του γνωστοποίησε στη Θ.

Τ., ότι η ενάγουσα στο διάστημα που της είχε ορίσει προσέλκυσε ένα πελάτη (την εταιρεία "Σ. Π. ΑΕ"), που δεν προσκόμισε οικονομικά και νομιμοποιητικά στοιχεία. Ακολούθως ο Π.Γ. με την από 27/4/2007 ηλεκτρονική επιστολή του προς την τότε επικεφαλής του κόμβου Β. Δ. - Γ., αξιολογώντας την ενάγουσα, ανέφερε ότι με υπαρκτό το πρόβλημα της μη γνώσης γραφής και ανάγνωσης της ελληνικής γλώσσας από την τελευταία τα προβλήματα που είχε στη συνεργασία της με την Α.

Γ. και την άρνησή της να εργαστεί μαζί της, όπου χρειάστηκε η παρέμβασή του για να γίνει αυτό, την εμπόδισαν να προσαρμοστεί και να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά της ως σύμβουλος πελατείας, ότι οι στόχοι που της τέθηκαν δεν επιτεύχθηκαν, ότι η απόδοσή της σε καμία περίπτωση δεν ήταν η αναμενόμενη παρόλη την πολύμηνη εκπαίδευσή της, ότι επέδειξε αδυναμία να προσαρμοστεί στα δεδομένα και τους ρυθμούς της εργασίας του συμβούλου πελατείας, κρίνοντας εν τέλει την απόδοση της ως σημαντικά κάτω από το στόχο.

Με την παραπάνω αξιολόγηση συμφώνησε ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων Ν. Β., ο οποίος με την από 11/5/2007 ηλεκτρονική επιστολή του προς το Διευθυντή του Τομέα Ανθρωπίνου Δυναμικού και Εκπαίδευσης ανέφερε ότι είναι στη δυσάρεστη θέση να συμφωνήσει απολύτως με τα σχόλια του Π. Γ.

και ότι για όλους αυτούς τους λόγους αλλά και από προσωπική του κρίση κατόπιν πολλών προφορικών συζητήσεων που είχε με την ενάγουσα τους τελευταίους 10 μήνες, κρίνει ότι δεν μπορούν πλέον να έχουν την ενάγουσα ως σύμβουλο πελατείας σε επιχειρηματικό κέντρο της Τράπεζας. Η ενάγουσα με την από 14/5/2007 επιστολή της προς τον Π.

Γ., την οποία κοινοποίησε προς τον Ν. Β. αλλά και στο διευθύνοντα σύμβουλο της Τράπεζας, απέδιδε την αδυναμία της στον άνω προϊστάμενό της, στον οποίο μάλιστα κατελόγιζε ότι σε συνάντησή τους, στις 7/2/2007 προσέβαλε την εθνική καταγωγή της. Ο Π. Γ. με την από 17/5/2007 επιστολή του απέκρουσε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και απέδιδε σ' αυτήν την προσπάθεια μετακυλίσεως σε άλλους συναδέλφους της και ιδίως σ' αυτόν των προσωπικών της ευθυνών για τη μη ανταπόκρισή της στις απαιτήσεις της Τράπεζας.

Συνεχίζει το Εφετείο, ότι κατόπιν όλων αυτών, με την 2710/30-05-2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης αποφασίσθηκε ομόφωνα, κατόπιν της από 24/5/2007 σχετικής εισήγησης του Τομέα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού και Εκπαίδευσης, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, για σπουδαίο λόγο.

Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα την 31/5/2007 καταβλήθηκε δε σ' αυτήν η αποζημίωση απολύσεως και τα οφειλόμενα επιδόματα και ότι με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού δεν υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, αλλά έγινε από το καλώς νοούμενο επαγγελματικό της συμφέρον και δη αποκλειστικά και μόνο λόγω της υπηρεσιακής της ανεπάρκειας και της αντισυναδελφικής και αντισυμβατικής της συμπεριφοράς.

Η προάσπιση του άνω επαγγελματικού της συμφέροντος δεν μπορούσε να γίνει με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων, όπως η απασχόληση της ενάγουσας σε άλλη θέση, καθόσον αυτή επέδειξε την άνω αντισυμβατική και αντισυναδελφική συμπεριφορά, δεδομένης μάλιστα και της αδυναμίας χρήσης της ελληνικής γλώσσας. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας και συνακόλουθα δεν υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας για το μετά την απόλυσή της χρονικό διάστημα και ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας δεν συνοδεύτηκε από περιστάσεις προσβλητικές της προσωπικότητάς της, ώστε να ανακύπτει δικαίωμα της τελευταίας να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ηθικής.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα αντίθετα και απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα οι παραδοχές, ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να στελεχώσει το νεοσυσταθέν τμήμα Επιχειρηματικής Ανάπτυξης της Διευθύνσεως Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων, ότι το τμήμα αυτό που λειτούργησε αποκλειστικά από την αναιρεσείουσα για δύο περίπου χρόνια καταργήθηκε, για το λόγο ότι δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ότι προκειμένου να μην απολυθεί η αναιρεσείουσα, η αναιρεσίβλητη (Τράπεζα) αποφάσισε να την εκπαιδεύσει στις τραπεζικές εργασίες, για να εργασθεί ως σύμβουλος πελατείας στα καταστήματα της Τράπεζας, ότι μετά εξάμηνη εκπαίδευση τοποθετήθηκε στο κατάστημα Τσιμισκή ως σύμβουλος πελατείας μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με προϊστάμενο τον Π.

Γ., για να εργάζεται μαζί με την Α. Γ., ότι η αναιρεσείουσα, η οποία είναι βουλγαρικής εθνικότητας και δεν γνώριζε καλά ελληνικά (γραφή και ανάγνωση) παρά την ως άνω εκπαίδευσή της δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που της ανατέθηκαν, ότι με ηλεκτρονικές επιστολές της προς την Α. Γ. και τον προϊστάμενο της Π.

Γ. η αναιρεσείουσα απέδιδε την αδυναμία της να ανταποκριθεί στα ως άνω καθήκοντα της στην μη ικανοποιητική και αποτελεσματική εκπαίδευση της από την Α. Γ., ότι λόγω μη επαρκούς εξοικείωσης της με τις τραπεζικές εργασίες δεν μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος για προσέλκυση τριών τουλάχιστον πελατών, όπως της είχε ζητηθεί από την Θ.

Τ., αιτιάσεις που κρίθηκαν αβάσιμες από την Θ. Τ., ότι μετά την προσέλκυση ενός μόνο πελάτη , ο οποίος δεν προσκόμισε στην Τράπεζα τα απαιτούμενα οικονομικά και νομιμοποιητικά στοιχεία ο Π. Γ. αξιολογώντας την αναιρεσείουσα, με την από 27/4/2007 ηλεκτρονική επιστολή του προς την επικεφαλής του κόμβου Τσιμισκή Β.

Δ. - Γ. ανέφερε το πρόβλημα της μη γνώσης γραφής και ανάγνωσης από την αναιρεσείουσα, ότι τα προβλήματα συνεργασίας που είχε με την Α. Γ. και την άρνησή της να συνεργαστεί μαζί της την εμπόδισαν να προσαρμοστεί και να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά της ως σύμβουλος πελατείας, ότι οι στόχοι που της τέθηκαν δεν επιτεύχθηκαν, ότι η απόδοσή της, παρά την πολύμηνη εκπαίδευσή της, δεν ήταν η αναμενόμενη και ότι επέδειξε αδυναμία να προσαρμοστεί στα δεδομένα και τους ρυθμούς της εργασίας του συμβούλου πελατείας κρίνοντας την απόδοση της σημαντικά κάτω από το στόχο, ότι με την αξιολόγηση αυτή συμφώνησε ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων Ν.

Β., ο οποίος έκρινε, έχοντας και ο ίδιος προσωπική γνώση, από προφορικές συζητήσεις με την αναιρεσείουσα ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του συμβούλου πελατείας, ότι η αναιρεσείουσα απέδιδε την αδυναμία της αυτή στον προϊστάμενο της Π. Γ., στον οποίο απέδωσε προσβλητική, για την εθνική καταγωγή της συμπεριφορά, ότι ο Π.

Γ. αντέκρουσε τους ισχυρισμούς της τους οποίους απέδωσε στην προσπάθεια της να μετακυλίσει σε συναδέλφους της τις προσωπικές της ευθύνες και την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της Τράπεζας και ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας που έγινε με ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. της 24/5/ 2007 δεν έγινε για λόγους αντιπάθειας προς το πρόσωπο της του προϊσταμένου της Π.

Γ., ο οποίος επιθυμούσε να προαχθεί σε σύμβουλο πελατείας η Α. Τ., αλλά λόγω, το μεν πλημμελούς εκπληρώσεως των καθηκόντων της επιδεικνύοντας απειρία και αδυναμία να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της, το δε στην αντισυναδελφική και αντισυμβατική συμπεριφορά της, καθόσον αντί να αφοσιωθεί στα καθήκοντα της, με συνεχή αποστολή ηλεκτρονικών επιστολών προς τους προϊσταμένους τους, απέδιδε την αδυναμία της, στην ανεπαρκή εκπαίδευσή της και στη μη στήριξη από τους συναδέλφους της, δημιουργώντας έτσι προβλήματα στις σχέσεις των υπαλλήλων μεταξύ τους και διαταράσσοντας την εργασιακή ειρήνη και την εύρυθμη λειτουργία της Τράπεζας, αποτελούν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της αναιρεσείουσας δεν οφείλεται στην εμπάθεια του προϊστάμενου της Π.

Γ., αλλά στην αδυναμία της να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που της είχαν αναθέσει, ότι η καταγγελία αυτή δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ότι η προάσπιση του επαγγελματικού συμφέροντος της αναιρεσίβλητης δεν μπορούσε να γίνει με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων, όπως η απασχόληση της αναιρεσείουσας σε άλλη θέση, ενόψει της αντισυμβατικής και αντισυναδελφικής συμπεριφοράς της και της αδυναμίας χρήσης της ελληνικής γλώσσας και στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και οι πρώτος, δεύτερος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε, εκτός των άλλων, αν η εκπαίδευση της ως συμβούλου πελατείας από την Α.

Γ. ήταν η ενδεδειγμένη, αν οι στόχοι που της τέθηκαν στις 28/3/2007 ήταν εφικτοί και τη διαφορά μεταξύ τραπεζικού υπαλλήλου και συμβούλου πελατείας, καθώς επίσης δεν αιτιολόγησε πως διαταράχθηκε η εργασιακή ειρήνη και η εύρυθμη λειτουργία της Τράπεζας και γιατί η συμπεριφορά της ήταν αντισυναδελφική και αντισυμβατική, είναι απαράδεκτες, γιατί με το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 και 346 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν καταλείπονται αμφιβολίες για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Δεν θεμελιώνει όμως το λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει ρητά στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε σε καθένα απ' αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση ορισμένων από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναλυτικά αναφερόμενα μηνύματα (ηλεκτρονικού ταχυδρομείου / e-mail), τα οποία προσκόμισε προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της ότι ο προϊστάμενος της Π.

Γ. επέδειξε αρνητική διάθεση και εμπάθεια προς το πρόσωπό της. Όμως από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της δεν καταλείπονται αμφιβολίες ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, γίνεται δε ρητή μνεία σ' αυτά, με την αναφορά των ανταλλαγέντων μεταξύ της αναιρεσείουσας και των συναδέλφων της Π.

Γ., Α. Γ., Θ. Τ., κ.ά. ηλεκτρονικών επιστολών. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 του Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Έτσι ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού, όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (Ολ. Α.Π. 2/2008).

Ως έγγραφα νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 ατ. 20 Κ.Πολ.Δ., εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εισηγητικές εκθέσεις, οι εκθέσεις αυτοψίας, ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 20492/28-2-2008 ένορκης βεβαίωσης της Σ. Α., που δόθηκε μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της, με την παραδοχή "περί αρνητική διάθεσης του Π.

Γ. προς το πρόσωπο της ενάγουσας", ενώ σ' αυτή αναφέρεται ότι, παρά τις αντίθετες υποδείξεις του Π.Γ. να μη σπαταλάει χρόνο με την αναιρεσείουσα συνάδελφό της, αυτή έκανε οτιδήποτε για να τη βοηθήσει, είτε εξηγώντας θέματα δουλειάς και πρακτικής, είτε κάνοντας κάποιες εργασίες που η ίδια δεν μπορούσε, για το λόγο ότι ο Π.

Γ. δεν της είχε παραδώσει τους κωδικούς πρόσβασης στα συστήματα της Τράπεζας Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η ως άνω ένορκη βεβαίωση, που αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, δεν είναι έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς δεν υπόκειται σε παραμόρφωση. Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 11/5/2007 ηλεκτρονικής επιστολής του Ν.

Β., στην οποία ο τελευταίος αναφέρει ότι "... κρίνω και εγώ ότι δεν μπορούμε πλέον να έχουμε την εν λόγω υπάλληλο ως σύμβουλο πελατείας σε επιχειρηματικό κέντρο της Τράπεζας ...", με την παραδοχή ότι με την επιστολή αυτή ο Ν. Β. κρίνει ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να είναι υπάλληλος της Τράπεζας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού, αλλά αφού το ανέγνωσε, το συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13/9/2010 αίτηση αναιρέσεως και τους από 28/12/2011 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 725/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ