1698/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/1/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν άπαντες οι αναιρεσείοντες με την από 27/5/2010 αίτησή τους και ειδικότερα με τους από 14/7/2011 πρόσθετους λόγους αυτής ο τρίτος αναιρεσείων.
Legislator headnote
AI generated1698/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται: α) Σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ Α.Ε. και ΚΤΕΛ, β ) Στους οδηγούς των λεωφορείων που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ, όταν απασχολούνται ως οδηγοί στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους, μόνο ως προς τα προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο ...".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1698 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1698/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Γ. του Κ., 2) Β. Γ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόφιλο Κώτσιου και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Σπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/1/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν άπαντες οι αναιρεσείοντες με την από 27/5/2010 αίτησή τους και ειδικότερα με τους από 14/7/2011 πρόσθετους λόγους αυτής ο τρίτος αναιρεσείων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 11/10/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27/5/2010 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 14/7/2011 προσθέτων λόγων του τρίτου αναιρεσείοντος.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 4 του π.δ. 246/2006, "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του ν. 2963/2001", η ισχύς του οποίου άρχισε από την 1/1/2007, "Οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών", κατά δε την παρ.1 του άρθρου 2 του ίδιου π.δ., "1.
Ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται: α) Σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ Α.Ε. και ΚΤΕΛ, β ) Στους οδηγούς των λεωφορείων που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ, όταν απασχολούνται ως οδηγοί στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους, μόνο ως προς τα προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο ...".
Περαιτέρω στο άρθρο 26 του ιδίου π.δ., στο οποίο επαναλαμβάνονται οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 του προϊσχύσαντος κανονισμού (π.δ. 229/1994) ορίζεται ότι, " 1. Το προσωπικό του ΚΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους ακόλου-θους λόγους: α ) Εξαιτίας κατάργησης οργανικής θέσης εργασίας ή Υπηρεσίας μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ως προς το ποσοστό απολύσεων κ.λ.π.) Εξαιρείται της παρούσας ρύθμισης το κατά την ισχύ του παρόντος Κανονισμού υπηρετούν τακτικό προσωπικό, για το οποίο, ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εφαρμόζονται οι λοιπές ρυθμίσεις του παρόντος Κανονισμού, β) Εξαιτίας καταδίκης για κακούργημα ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, απιστία εν γένει και εγκλήματα κατά των ηθών σε βαθμό πλημμελήματος, γ) Εξαιτίας ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας ή επαγγελματικής ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σ' αυτό, δ) Εξαιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντα της ειδικότητάς του και διαπιστώνεται από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ, ε) Εξαιτίας επιβολής της ποινής της οριστικής απόλυσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος.
Οι παραπάνω λόγοι απόλυσης ισχύουν και για τους οδηγούς του άρθρου 4 του παρόντος και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία εργάζονται οι οδηγοί αυτοί. Οι λόγοι των περιπτώσεων β, γ, δ και ε ισχύουν και για τους ιδιοκτήτες-οδηγούς που απασχολούνται στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους. 3.
Ιδιοκτήτης λεωφορείου που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει λόγος απόλυσης του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ομοίως και ο ιδιοκτήτης οδηγός που απασχολείται στο λεωφορείο ιδιοκτησίας του παύει μέσα στο διάστημα αυτό να εκτελεί τα καθήκοντά του ως οδηγού ".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι οδηγοί των ενταγμένων στο ΚΤΕΛ λεωφορείων, είτε έχουν προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, είτε από το ΚΤΕΛ, απολύονται μόνο για τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο παραπάνω π.δ. λόγους και επομένως δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής τους συμβάσεως κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου που τους προσέλαβε ή από το ΚΤΕΛ, όταν το τελευταίο συμβαίνει να είναι και εργοδότης τους .
Με τις πιο πάνω διατάξεις θεσπίζεται περιορισμός του προς απόλυση των οδηγών δικαιώματος, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων που έχουν ενταχθεί στο ΚΤΕΛ να μην μπορούν να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεών τους με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5 παρ.2 του ν. 3198/1955, εφόσον δεν συντρέχει και λόγος από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται στον Κανονισμό.
Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη χωρίς διακρί- σεις διατύπωση των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 26 του Κανονισμού, είναι δε σύμφωνο με τον επιδιωκόμενο σκοπό, που συνίσταται όχι μόνο στην ασφαλή εκτέλεση της μεταφοράς του επιβατικού κοινού και στον περιορισμό της ευθύνης των ιδιοκτητών από τη λειτουργία των λεωφορείων, αλλά, συγχρόνως, και στην κατοχύρωση της εργασιακής θέσης των οδηγών και στην αποτροπή των αυθαίρετων και καταχρηστικών απολύσεών τους από μέρους των ιδιοκτητών, στα πλαίσια του λειτουργικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού των ΚΤΕΛ (Ολ.Α.Π. 15/2002, Α.Π. 428/2007, Α.Π. 1499/2010, Α.Π. 709/2010).
Η άποψη ότι ο ιδιοκτήτης του λεωφορείου, παράλληλα με τους προβλεπόμενους στον Κανονισμό λόγους απόλυσης του οδηγού, μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση αναιτιωδώς, κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (άρθρο 5 παρ. 2 ν. 3198/1955), δεν είναι συμβατή με τον ήδη ισχύοντα Κανονισμό που δεν εισάγει δυσμενέστερες για τους οδηγούς ρυθμίσεις από εκείνες που ίσχυαν προγενέστερα (π.δ. 229/1994), αφού σε αυτόν δεν περιλαμβάνεται διάταξη άλλη που να ρυθμίζει την απόλυση προσωπικού του ΚΤΕΛ, πλην εκείνης της παρ.1 του άρθρου 26, στο οποίο αναφέρονται περιοριστικώς οι λόγοι απόλυσης αυτού, οι οποίοι σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ισχύουν και για τους οδηγούς των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων, που έχουν εργοδότη τους ιδιοκτήτες συνιδιοκτήτες λεωφορείων .Εξάλλου, από τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του ν.δ. 2112/1920 και 9 παρ. 1 του β.δ από 16/18 Ιουλίου 1920, κατά τις οποίες η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των νομοθετημάτων αυτών υπέρ του μισθωτού, καθώς και από εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 εδ.
β και 4 παρ. 1, 2 του π.δ. 178/2002, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 98/50/ΕΟΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "ως μεταβίβαση κατά την έννοια του παρόντος π.δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κύριας είτε δευτερεύουσας", και κατά τις δεύτερες των οποίων, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο (παρ. 1).
Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας ... " (παρ. 2), προκύπτει ότι ο εργοδότης που διαδέχεται ή υποκαθιστά με οποιοδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε νομική μορφή τον αρχικό εργοδότη στην άσκηση ορισμένης επιχειρήσεως, υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη έναντι του προσωπικού της επιχειρήσεως, και ο νέος εργοδότης είναι συνυπεύθυνος με τον μεταβιβάζοντα έναντι των εργαζομένων.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα : Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε την 1/7/1992 μεταξύ του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσείοντος και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ο πρώτος προσέλαβε τον τελευταίο ως μόνιμο τακτικό οδηγό στο με αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ενταγμένο στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Υπεραστικών Γραμμών Ν. Μαγνησίας Α.Ε.", αντί μηνιαίων προκαταβαλλομένων την 1η ημέρα εκάστου μηνός αποδοχών, οι οποίες στις 3/1/2007 ανέρχονταν στο ποσό των 1.909, 45 ευρώ . Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως ο ενάγων προσέφερε ανελλιπώς τις υπηρεσίες του με την ιδιότητα του οδηγού του άνω λεωφορείου, πραγματοποιώντας τα προ γραμματισμένα δρομολόγια από την άνω ΚΤΕΛ ΑΕ, στην οποία το λεωφορείο ήταν ενταγμένο.
Στις 3/1/2007, όμως, ο τρίτος των εναγομένων έπαυσε να αποδέχεται τις ανωτέρω υπηρεσίες του ενάγοντος και του κοινοποίησε αυθημερόν το από 3/1/2007 έγγραφο καταγγελίας της μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως, προσφέροντας παράλληλα και τη νόμιμη αποζημίωση. Ως λόγο για την καταγγελία επικαλέσθηκε το γεγονός ότι δυνάμει του από 12/12/2006 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησε το λεωφορείο στους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων και ήδη δύο πρώτους αναιρεσείοντες, εκ των οποίων ο τελευταίος θα καταλάβει τη θέση του οδηγού.
Ο λόγος αυτός της καταγγελίας της επίδικης εργασιακής συμβάσεως δεν ήταν νόμιμος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους λόγους απολύσεως των οδηγών των ενταγμένων στις ΚΤΕΛ ΑΕ λεωφορείων, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 26 παρ.1 και 2 του π.δ. 246/2006, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε ο νέος Κανονισμός προσωπικού των ΚΤΕΛ ΑΕ, ο οποίος εφαρμόστηκε την 1/1/2007 και ήδη ίσχυε κατά το χρόνο της επίμαχης καταγγελίας.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι η καταγγελία ήταν άκυρη και ως εκ τούτου η εργασιακή σχέση εξακολουθούσε να υφίσταται, ο δε τρίτος των εναγομένων μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του ενάγοντος κατέστη υπερήμερος, ανεξαρτήτως πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς τούτων εκ μέρους του τελευταίου, διότι με την καταγγελία ο τρίτος των εναγομένων εκδήλωσε τη βούληση να μην αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του.
Με τη μεταβίβαση δε του λεωφορείου ως οικονομικής οντότητας και την παράδοση τούτου στους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, η οποία έλαβε χώρα την επομένη της καταγγελίας, ήτοι στις 4/1/2007, αυτοί ως διάδοχοι του τρίτου υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του από την επίδικη εργασιακή σύμβαση και οφείλουν ως νέοι εργοδότες του ενάγοντος τους μισθούς υπερημερίας στον τελευταίο μέχρι την άρση της υπερημερίας, καθόσον ούτε αυτοί δέχθηκαν να τον απασχολήσουν ως οδηγό του λεωφορείου, υποστηρίζοντας ότι η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως από τον παλαιό εργοδότη του ήταν έγκυρη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε απορρίψει την αγωγή, δέχθηκε ότι η γενόμενη από τον τρίτο εναγόμενο καταγγελίας της σχέσεως εργασίας του ενάγοντα είναι άκυρη και υποχρέωσε τους δύο πρώτους εναγομένους να προκαταβάλουν στον ενάγοντα την 1η ημέρα εκάστου μηνός και για το χρονικό διάστημα από την επομένη της ημέρας καταγγελίας έως και την άρση της υπερημερίας, το ποσό των 1.909,45 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις καταβαλλόμενες αποδοχές του κατά το χρόνο της καταγγελίας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι δε αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) ότι οι οδηγοί λεωφορείων από 1/1/2007 προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες λεωφορείων με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 3198/1955, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή κάποιου από τους περιοριστικά αναφερόμενους, στο άρθρο 26 του π.δ. 246/2006, λόγους απολύσεως και β) ότι έπρεπε να αναφέρεται η αξία της μεταβιβασθείσας επιχειρήσεως, καθώς και το ποσοστό συγκυριότητας καθενός από τους πρώτο και δεύτερο εξ αυτών, που προβάλλονται με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως και με τους δύο πρώτους λόγους του δικογράφου των πρόσθετων λόγων του τρίτου αναιρεσείοντος, από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ.
ο πρώτος και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος και 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ ο τρίτος και ο πρώτος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμοι. Η προβαλλόμενη με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 και 6 του π.δ. 229/1994 ως ειδική δεν καταργήθηκε με το π.δ. 246/2006, είναι αβάσιμη, καθόσον με το άρθρο 38 του π.δ. 246/2006, "από της ισχύος αυτού (από 1/1/2007, σύμφωνα με το άρθρο 39 αυτού) καταργούνται οι διατάξεις του π.δ. 229/1994 και του π.
δ. 54/1998, ως τροποποιήθηκαν και ισχύουν". Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349 και 656 Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης, αν καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται μέχρις ότου άρει την υπερημερία του να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεως αυτού να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 69 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό δηλαδή μπορεί να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή τους (Α.Π. 752/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου οδηγού λεωφορείου, στις 3/1/2007, που ήταν ενταγμένο στην ανώνυμη εταιρεία "ΚΤΕΛ Υπεραστικών Γραμμών Ν. Μαγνησίας ΑΕ", από τον τρίτο αναιρεσείοντα ήταν άκυρη, λόγω μη συνδρομής κάποιας από τις περιοριστικά προβλεπόμενες από το άρθρο 26 παρ. 1 και 2 του π.δ. 246/2006 περιπτώσεως και ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες, προς τους οποίους μεταβιβάσθηκε και παραδόθηκε το με αριθμό κυκλοφορίας ...-Δ.Χ.
λεωφορείο, στις 4/1/2007, που υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τρίτου, έναντι του ενάγοντος, από τη σχέση εργασίας, οφείλουν ως νέοι εργοδότες μισθούς υπερημερίας μέχρι την άρση της υπερημερίας τους. Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας δεν παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι ως άνω παραδοχές είναι πλήρεις και επαρκείς και πληρούν το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 349 και 656 Α.Κ.
σε συνδυασμό με το άρθρο 69 εδ' α' του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο οι αναιρεσείοντες, λόγω της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου και της εντεύθεν υπερημερίας τους, οφείλουν μέχρι την άρση της υπερημερίας τους μισθούς υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται η πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου, την οποία με την καταγγελία έχουν αποκρούσει, οι δε αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων αυτών και περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμες.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/5/2010 αίτηση και τους από 14/7/2011 πρόσθετους λόγους του τρίτου αναιρεσείοντος για αναίρεση της υπ' αριθμ. 234/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ