Supreme Court dismisses appeal for ignoring prior judgment on property ownership due to vague claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court ignored a prior judgment establishing the defendant's lack of title, but failed to specify the legal basis for this claim in their submissions. The court ruled the appeal inadmissible because the alleged ignored claim was indefinite and the lower court had already considered and rejected it as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) KPolD; Art. 561(2) KPolD: An appeal based on an ignored claim is inadmissible if the claim is indefinite or the lower court considered and rejected it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1698 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1698/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ...(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 14 ΟΝΟΜΑΤΑ) Εκπροσωπήθηκαν ΑΠΑΝΤΕΣ από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοφανώ Παπαζήση.
Των αναιρεσιβλήτων: ...(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 24 ΟΝΟΜΑΤΑ). Εκπροσωπήθηκαν ΑΠΑΝΤΕΣ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή ο οποίος ανακάλεσε την από 26-1-2009 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23.546/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2820/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2005 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 23-2-2007 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 1274/1994), οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 9/1995, ΑΠ 578/1994, ΑΠ 1262/1993) ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 100/1983).
Εξάλλου, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ' ουσίαν, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Ολ.ΑΠ 12/1991). Το ίδιο συμβαίνει και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό, διότι ήταν πράγματι ορισμένος και νόμιμος ή συμπληρώθηκε νομίμως (ΑΠ 1877/1983).
Για τη βασιμότητα δε του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως επισκοπείται και το δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 815/1997) ή της εφέσεως (ΑΠ 444/1998). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ., διότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, αφενός "περί της πραγματικής εκτάσεως του επιδίκου και της γενομένης, μεταξύ των κληρονόμων του Γ1:
Κ1, ... και Ν1, μετέπειτα χήρας ..., άτυπης διανομής αυτού (επιδίκου)" και αφετέρου, "περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους επί του επιδίκου, από τρίτους (μη διαδίκους εν προκειμένω), με τους οποίους οι εναγόμενοι είχαν, (κατά τους ισχυρισμούς τους), δικαστικούς αγώνες για τμήματα του επιδίκου". Από τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσειόντων ο μεν περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους επί του επιδίκου από τρίτους (μη διαδίκους) δεν συνιστά οπωσδήποτε, "πράγμα" με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά απλό επιχείρημα τούτων και συνεπώς απαραδέκτως προβάλλεται ως λόγος αναιρέσεως η μη λήψη του υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, ο δε περί άτυπης διανομής του επιδίκου από τους προαναφερόμενους κληρονόμους του Γ1, και αν θεωρηθεί ότι συνιστά "πράγμα", έχει απορριφθεί με εκτενή και σαφή αιτιολογία από το πιο πάνω Εφετείο και επομένως ο στον ισχυρισμό αυτό θεμελιούμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια των διατάξεων των αριθ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι αφενός μεν στηρίχθηκε σε "ομολογία" τους (αναιρεσειόντων), την οποία δεν έκαναν πράγματι αυτοί και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι "η Σ1, σύζυγος του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Δ1 δεν είχε κάνει αποδοχή κληρονομιάς για το άλλο ένα τρίτο του αρχικού ακινήτου, διότι δεν ήταν κυρία του πράγματος, που είχε ήδη μεταβιβάσει η μητέρα της στον Λ1".
Από την επισκόπηση, όμως, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει το μεν ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε οποιαδήποτε ομολογία την αναιρεσειόντων, ως αποδεικτικό μέσο, αλλά εξάγει μόνο ορισμένα συμπεράσματα από κάποιες δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές τους, το δεν ότι για τη δεύτερη των άνω αιτιάσεων έχει απαντήσει ρητώς και σαφώς με την εξής περικοπή της προσβαλλομένης: "Στις 28-11-1972 πέθανε η ανωτέρω Ν1 και κληρονομήθηκε από την θυγατέρα της Σ1 σύζυγο Δ1, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας της με την ...δήλωση, η οποία νόμιμα μεταγράφηκε", η αναφορά δε αυτή από το Εφετείο γίνεται σε σχέση με το επίδικο ακίνητο.
Με άλλη δε περικοπή της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο θεωρεί αβάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί μεταβιβάσεως από τη Ν1 τμήματος του μεγαλυτέρου ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνονταν και το επίδικο, στο Λ1.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση (για το πρώτο μέρος του) και ως αβάσιμος (για το δεύτερο).
II. Ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ', λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας αποδεικτικών μέσων, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση (προσβαλλομένη) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα, με επίκληση, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 416/1999).
Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (ΑΠ 796/1996) και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 190/1995 Δ/νη 1996.87). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, εκτός του επιδίκου (ΑΠ 624/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τη, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, βεβαίωση ότι το Εφετείο κατέληξε στο σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμά του "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων.... Και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι (εξαιρουμένης της .../2003 ένορκης βεβαιώσεως, αφού η εξετασθείσα είναι η τετάρτη των εναγομένων)".
Συνάγεται αδιαστάκτως ότι το ανωτέρω δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινομένης αιτήσεως έγγραφα και συνεπώς πρέπει, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, να απορριφθούν οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους (από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ως αβάσιμοι.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την είχε εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Με την έννοια του δεδικασμένου νοείται η δεσμευτικότητα της αναγνωριζόμενης στην απόφαση ως επελθούσης έννομης συνέπειας. Έτσι η εσφαλμένη παραδοχή της απόφασης ως προς την ύπαρξη ή όχι τέτοιας δεσμευτικότητας δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με τη ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει, η νέα αυτή δίκη να αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και να στηρίζεται στη ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό κλπ.
Της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως το περιεχόμενο αυτού εκτίθεται στην προηγηθείσα στην αρχή σκέψη, δεν θεμελιώνεται όταν ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος. Επίσης ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το Εφετείο έλαβε υπόψη, τον ισχυρισμό και το απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή και όχι από τον αριθμό 16 του ίδιου άρθρου που αυτοί επικαλούνται οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο αγνόησε τον περί της ύπαρξης δεδικασμένου, πηγάζοντος από την 2336/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που εμπόδιζε την (εκ νέου) έρευνα της ένδικης υπόθεσης.
Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ανωτέρω απόφαση έκρινε τελεσιδίκως, επί αγωγής του Δ1 ( δικαιοπαρόχου των εναγόντων) κατ' αυτών, ότι ο ως άνω ενάγων δεν είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την αγωγή αυτή. Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των από 17-2-2003 προτάσεων των αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και από τις από 21-4-2004 προτάσεις των ίδιων των εφεσιβλήτων, τις οποίες κατέθεσαν κατά η συζήτηση της έφεσης των αντιδίκων τους, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτοί (οι αναιρεσείοντες) δεν προέβαλαν κατά τρόπο ορισμένο το σχετικό με το δεδικασμένο αυτό πιο πάνω ισχυρισμό τους.
Τούτο δε διότι δεν εκτίθεται στις προτάσεις τους αυτές η ιστορική και νόμιμη βάση εκείνης της αγωγής, που κρίθηκε ως αβάσιμη, για να κριθεί έτσι αν μεταξύ της αγωγής εκείνης και της ήδη ένδικης αγωγής υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, για να κριθεί δηλαδή αν ήδη ένδικη αγωγή έχει ως ιστορική και νομική βάση και το κριθέν ως αβάσιμο δικαίωμα κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Δ1.
Επομένως, εφόσον ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός περί δεδικασμένου είναι αόριστος, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, είναι απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ο προαναφερόμενος λόγος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, έλαβε υπόψη τον φερόμενο ως αγνοηθέντα περί δεδικασμένου ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο, διότι δέχτηκε ότι η προηγούμενη αγωγή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Δ1, με την οποία αυτός "προσπάθησε να σφετερισθεί ολόκληρο το επίδικο ακίνητο" είχε ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, ενώ η ήδη είναι αγωγή διανομής του επιδίκου ακινήτου, είχε ως βάση τις αναφερόμενες κληρονομικές διαδοχές.
IV. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2005 αίτηση των ... κλπ για αναίρεση της 2820/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ