Legislator Case Law & Legislation
1698/2008 AI generated

1698/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1698/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1698/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της αγωγής αυτής και της παραδεκτώς ασκηθείσης από τον Υπουργό Οικονομικών αυτοτελούς πρόσθετης υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβάσεως, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε τελικά η υπ' αριθμ. 4846/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τη θεμελιούμενη στις περί μισθώσεως πράγματος διατάξεις και έγινε δεκτή ως βάσιμη ουσιαστικά κατά τη βάση της αδικοπραξίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1698 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1698/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, και οι δύο ως εκτελεστές της διαθήκης του Α, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τερζάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμη Κυριαζή.

Κοινοποιουμένη προς : Τον παρεμβαίνοντα Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Λαϊνά, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και με την προφορικά ασκηθείσα παρέμβαση με τις προτάσεις του Υπουργού Οικονομικών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2677/1997 προδικαστική, 4846/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 9133/2003 προδικαστική και 1357/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-3-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 30-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 1-3-2006 αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2, υπό την ιδιότητά τους ως εκτελεστών διαθήκης του αποβιώσαντος διαθέτη Α, νομίμως κοινοποιηθείσα στον κατά την πρωτόδικη δίκη προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάντα Υπουργό Οικονομικών, ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και κοινωφελών ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 126 του ΑΝ 2039/1939, ο οποίος και παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει ο ισχυρισμός που τον θεμελιώνει να είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως η παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα τα οποία παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 13-11-1995 αγωγή τους οι αναιρεσείοντες, με την ιδιότητά τους ως εκτελεστών της διαθήκης του Α, επικαλέσθηκαν την κατάρτιση συμβάσεως μισθώσεως μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, παραταθείσα και μετά το θάνατο του αρχικού μισθωτή μεταξύ των ίδιων, ως εκτελεστών της διαθήκης του, και της αναιρεσίβλητης, δυνάμει της οποίας η τελευταία εκμίσθωσε στον αποβιώσαντα θυρίδα του θησαυροφυλακίου της, η οποία κατά το άνοιγμα ευρέθη κενή περιεχομένου, παρά την διαπιστωθείσα, κατά την ενεργηθείσα μετά το θάνατο του αρχικού μισθωτή απογραφή, ύπαρξη εντός αυτής 4.595 χρυσών λιρών.

Ακολούθως, επικαλούμενοι, αφ' ενός μεν πλημμελή εκπλήρωση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης Τράπεζας της συμβατικής της υποχρέωσης παροχής της εν λόγω θυρίδας κατάλληλης για την ασφαλή φύλαξη χρημάτων και άλλων πολυτίμων αντικειμένων, αφ' ετέρου δε πταίσμα (δόλο ή αμέλεια) των προστηθέντων για τη φύλαξη υπαλλήλων της, ζήτησαν με βάση τις περί μισθώσεως πράγματος και τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, την καταψήφιση της αναιρεσίβλητης προς καταβολή σ' αυτούς του ισαξίου των χρυσών λιρών που αποτελούσαν το περιεχόμενο της θυρίδας.

Επί της αγωγής αυτής και της παραδεκτώς ασκηθείσης από τον Υπουργό Οικονομικών αυτοτελούς πρόσθετης υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβάσεως, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε τελικά η υπ' αριθμ. 4846/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τη θεμελιούμενη στις περί μισθώσεως πράγματος διατάξεις και έγινε δεκτή ως βάσιμη ουσιαστικά κατά τη βάση της αδικοπραξίας.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα έφεση, με αντικείμενο μόνον το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης το αναφερόμενο στη βάση της αδικοπραξίας ως προς την οποία, όπως προαναφέρθηκε, έγινε δεκτή η αγωγή. Επί της εφέσεως, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 9133/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία το Εφετείο διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις για την διαγνωσθείσα ως περιεχόμενη στην αγωγή πρόσθετη νομική βάση, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών.

Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων αυτών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά την επικουρική της βάση, την επιστηριχθείσα στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, με την ειδικότερη αιτιολογία της μη συνδρομής, για τη θεμελίωση ευθύνης από αδικοπραξία, της προϋποθέσεως του παρανόμου της ζημιογόνου συμπεριφοράς.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι "αγνόησε τις νομικές σκέψεις της υπ' αριθμ. 9133/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τις διεξαχθείσες αποδείξεις και χωρίς να αναφέρει καθόλου τις διατάξεις του ν. 2251/1994 απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη.

Με τον τρόπο αυτό αγνόησε τη νομική βάση του ν. 2251/1994". Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος, πράγματι, ως πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, στο Εφετείο η υπόθεση είχε μεταβιβασθεί με έφεση μόνον της ηττηθείσης αναιρεσίβλητης τράπεζας ως προς την δεκτή γενόμενη πρωτοδίκως βάση της αγωγής εξ αδικοπραξίας και όχι με έφεση των αναιρεσειόντων ώστε να δικαιολογείται η έρευνα και άλλης νομικής βάσης της αγωγής.

Ως εκ τούτου απαραδέκτως το Εφετείο χώρησε στην έρευνα και παραδοχή ως νόμιμης της αγωγής και ως προς την επί των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 αγωγική βάση, χωρίς αυτοτελή έφεση των αναιρεσειόντων και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση που δεν έλαβε υπόψη την ως άνω απαράδεκτη και ως εκ τούτου επουσιώδη αγωγική βάση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, εφόσον η άνω βάση ήταν απαράδεκτη, δεν χρειαζόταν έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητάς της και το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν για την απόδειξη της βασιμότητας της άνω βάσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ και ο αντίθετος ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος.

Αν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες, όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν είναι επιτυχής, οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτονται ως αλυσιτελείς. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού στήριξε την κρίση του ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά την επικουρική της βάση, την επί των διατάξεων της αδικοπραξίας επιστηριχθείσα, στη διαλαμβανόμενη στην προηγούμενη σκέψη αιτιολογία, μη θεμελιώσεως αξιώσεως από αδικοπραξία, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση και επικουρική αιτιολογία, κατά την οποία η αγωγή κατά τη βάση της αυτή ήταν απορριπτέα ως αόριστη, για τους αναφερόμενους στην απόφαση λόγους. Με τον διαλαμβανόμενο στο αναιρετήριο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο, βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια συνδεόμενη με την δεύτερη αυτή (επικουρική) αιτιολογία. Όμως, εφόσον η πρώτη (κυρία) των άνω αιτιολογιών, που δεν πλήσσεται αποτελεσματικώς, στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει ο ως άνω λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αλυσιτελής.

Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ της έλλειψης νόμιμης βάσης, ελέγχονται οι ελλείψεις της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να ελεγχθεί αν η δικαστική διάγνωση είναι το αναγκαίο λογικό επακόλουθο από την υπαγωγή της δικαζόμενης εμπειρικής πραγματικότητας στον κανόνα του δικαίου. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε απορριπτέα την ανωτέρω αγωγή των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη, η πλημμέλεια, ότι στερείται νόμιμης βάσεως, επειδή έχει αντιφατική αιτιολογία. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Μαρτίου 2006 αίτηση των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2, με την ιδιότητά τους ως εκτελεστών της διαθήκης του Α, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1357/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 30 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ