Legislator Case Law & Legislation
1697/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against appeal dismissal due to vague tax claim description.

Case Number 1697/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the Greek State's tax claim. The State argued its 2012 notice was vague, but the Court found the First Instance Court's reasoning insufficiently clear regarding the legal interest and standing. Consequently, the Court reversed the dismissal of the State's claim and remanded the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 55 § 1 of the Enforcement Code and 561 § 2 of the Code of Civil Procedure; A tax claim notice must contain specific details of the debt to be considered valid, and a dismissal based on vagueness requires a clear and defined legal interest and standing.

Keywords

AI generated
tax claim notice vague description inadmissible appeal Greek State remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 55 § 1 of the Enforcement Code
Article 559 § 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 182 § 1 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 § 1 of Law 3693/1957
Article 30 of Law 22-4/16-5-1926
Article 19 § 1 of Decree 26-6/10-7-1944

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1697 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1697/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και ήδη από 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στη συγκεκριμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, που κατοικοεδρεύει στην Κόρινθο. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΞΥΛΕΜΠΟΡΙΚΗ Δ. Ο.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Γ. Π., κατοίκου ..., 3) Κ. Γ., κατοίκου ..., 4) Μ. Ε. του Β., κατοίκου ... και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της προσθέτως υπέρ της πέμπτης αναιρεσιβλήτου και κατά του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", η οποία εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις τρεις από 30-12-2010, 14-1-2011 και 16-2-2012 ανακοπές των ήδη πέμπτης αναιρεσιβλήτου, πρώτης και τρίτης αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 245/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί."

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (Α.Π. 1287/2022).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σε αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (Α.Π. 1287/2022, Α.Π. 1305/2020). Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει και στον παραστάντα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πληρεξούσιο δικηγόρο του απόντος αναιρεσίβλητου, ο οποίος είναι αντίκλητος αυτού εκ του νόμου (Α.Π. 1287/2022, Α.Π. 474/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ναυπλίου Γ. Σ., και την ...-2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Ν., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο κατ' άρθρο 143 § 1 ΚΠολΔ των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων Πέτρο Θωμαΐδη, ο οποίος εκπροσώπησε αυτές ενώπιον του Εφετείου κατά την συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και στην τέταρτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες, αντίστοιχα. Εφόσον, συνεπώς, οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 611/2013, Α.Π. 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου.

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 § 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αρ. 2 ΚΠολΔ (Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 1731/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", που εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 § 1 ν. 5072/2023, επειδή η επικαλούμενη σύμβαση διαχείρισης συνήφθη την 18-6-2021, δηλαδή πριν από την 30-12-2023, "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.

Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ως άνω ν. 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης", από δε την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των ν. 4354/2015 και ν. 3156/2003 συνάγεται ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 § 4 του ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Ολ.Α.Π. 1/2023).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και αυτών των άρθρων 62 και 64 § 3 και 286 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της επιδικίας επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο της εταιρίας διαχείρισης, τότε την εταιρία απόκτησης απαιτήσεων εκπροσωπεί η νέα διαχειρίστρια, αντίστοιχα δε παύει χωρίς άλλο και η σχετική προς εκπροσώπηση εξουσία της προηγούμενης διαχειρίστριας, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, όπως ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα, για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Διαδικαστικές πράξεις, που έχουν γίνει από την προηγούμενη διαχειρίστρια, δεν είναι απαράδεκτες, έστω και αν κατά τη προσδιορισθείσα συζήτηση στο ακροατήριο αυτή έχει στο μεταξύ αντικατασταθεί, αφού ουσιαστικός διάδικος είναι η εταιρία απόκτησης και όχι η εταιρία διαχείρισης, η δε συζήτηση χωρεί με τη νέα διαχειρίστρια, η οποία μπορεί να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση της παλαιάς.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρία με την επωνυμία "Cepal Hellas Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 13-3-2024 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων για το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατ' άρθρο 36 § 1 ν. 4389/2016, εφόσον η προκείμενη δίκη αφορά διαφορά που ανακύπτει κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων (...-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών-Πειραιώς Σ.

Α.), στην πρώτη αναιρεσίβλητη (...-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Γ. Τ.), στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες (...-2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Α. Ζ.), αντίστοιχα, και στην πέμπτη αναιρεσίβλητη (...-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών-Πειραιώς Σ.

Α.), ασκεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πέμπτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρία", επικαλούμενη έννομο συμφέρον από το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "Poseidon Financial Investor Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας στα πλάισια τιτλοποίησης και της επίδικης απαίτησής της κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 ν. 3156/2003, υπέρ και κατά της οποίας αλλοδαπής εταιρίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη κατ' άρθρο 325 περ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της πέμπτης αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως κατ' άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 3 ΚΠολΔ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 29-7-2019 και η αίτηση ασκήθηκε την 9-7-2021 με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Σημειωτέον ότι α) η τέταρτη αναιρεσίβλητη Μ. Ε. με την προσβαλλόμενη απόφαση δικάστηκε ερήμην, όμως δεν έχει δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, αφού πρόκειται για δίκη σχετική με την εκτέλεση (άρθρο 937 § 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), επομένως η απόφαση είναι τελεσίδικη και ως προς αυτήν (Α.Π. 660/2023, Α.Π. 963/2022, Α.Π. 21/2020), και β) η πέμπτη αναιρεσίβλητη Άλφα Τράπεζα νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα δίκη, παρόλο που η ανακοπή του αναιρεσείοντος δεν στρεφόταν κατ' αυτής, επειδή άσκησε ανακοπή κατά του ίδιου πίνακα κατάταξης, που συνεκδικάσθηκε με την ανακοπή του αναιρεσείοντος, επομένως δημιουργήθηκε μεταξύ των περισσότερων ανακοπτόντων σχέση αναγκαστικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 § 1 ΚΠολΔ (Α.Π. 669/2022, Α.Π. 21/2020, Α.Π. 189/2016, Α.Π. 175/2011, Α.Π. 1321/2009), που επιβάλλει την απεύθυνση της κρινόμενης αίτησης και κατ' αυτής (άρθρο 558 εδ. β' ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 § 1, 585, 933 και 979 § 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση.

Οι λόγοι αυτοί μπορεί να αφορούν είτε (α) την ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, στην περίπτωση που αυτή δεν κατατάχθηκε καθόλου ή ως προνομιακή στον προσβαλλόμενο πίνακα, οπότε ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει στην ανακοπή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτησή του ή το προνόμιό της, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου της ανακοπής του και η άμυνα του καθ' ου, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση των απαιτούμενων για τη θεμελίωση της απαίτησής του περιστατικών με τις προτάσεις του ή με άλλα έγγραφα και μάλιστα με το περιεχόμενο της αναγγελίας και των εγγράφων που κατατίθενται μέσα στην ίδια με την επίδοση αυτής προθεσμία και αποδεικνύουν την απαίτηση, είτε (β) σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ' ου, που κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα, είτε (γ) σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της καταταχθείσας απαίτησης του καθ' ου ή του προνομίου της, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικά περιστατικά, αρκεί δε στην περίπτωση αυτή μόνη η άρνηση της απαίτησης του καθ' ου από τον ανακόπτοντα για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της ανακοπής του, αφού ο καθ' ου βαρύνεται πλέον αυτός να αποδείξει την ύπαρξη, το μέγεθος και τον τυχόν προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής του.

Όμως, ακόμη και όταν ο λόγος της ανακοπής δεν αφορά την απαίτηση του ανακόπτοντος ή του προνομίου της, υποχρεούται αυτός να προσδιορίσει με την ανακοπή του την απαίτησή του κατά το είδος, το ποσό και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, διότι η ύπαρξη απαίτησής του είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντός του και κατ' επέκταση της ενεργητικής νομιμοποίησής του για την άσκηση της ανακοπής (Α.Π. 1311/2021, Α.Π. 739/2017, Α.Π. 1353/2015).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις α) του άρθρου 61 § 1 του ν.δ. 356/1974 (Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, Κ.Ε.Δ.Ε.), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν από την κατάργησή του με το ν. 4978/2022, και ορίζει ότι "1. Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ` αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας ....

Διά τας μη ληξιπρόθεσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών....", και β) του άρθρου 55 § 1 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο "ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, δι' αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.

Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι` έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας", σαφώς προκύπτει ότι ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου, σε περίπτωση πλειστηριασμού που επισπεύδεται από τρίτο, υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο και ήδη Δ.Ο.Υ.

χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη. Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας (Α.Π. 1087/2013).

Σύμφωνα επίσης με τις ίδιες διατάξεις, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, με βάση τα αποστελλόμενα στοιχεία και χωρίς άλλη σύμπραξη του αναγγελλόμενου διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου, να προβεί στην κατά νόμο κατάταξη του Δημοσίου. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις αναφερόμενες ανωτέρω, προκύπτει ότι για το ορισμένο των απαιτήσεων του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων κατά το προαναφερόμενο άρθρο 55 § 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. (Α.Π. 69/2022, Α.Π. 405/2020, Α.Π. 461/2018, Α.Π. 129/2018, Α.Π. 679/2016).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 269/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με α) την από 30-12-2010 ανακοπή της Άλφα Τράπεζας, ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης, που στράφηκε κατά των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, β) την από 14-1-2011 ανακοπή των "Ξυλεμπορική Δ.

Ο.Ε." και Κ. Γ., ήδη πρώτης και τρίτης αναιρεσίβλητης, που στράφηκε κατά του αναιρεσείοντος και της πέμπτης αναιρεσίβλητης, και γ) την από 16-2-2012 ανακοπή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που στράφηκε κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων, οι ανακόπτοντες ζήτησαν τη μεταρρύθμιση του 3574/2010 πίνακα κατάταξης δανειστών της τέταρτης αναιρεσίβλητης Μ.

Ε., συμβολαιογράφου Ζευγολατιού Κορινθίας, προκειμένου να μειωθούν τα προαφαιρούμενα έξοδα και να καταταγούν οι ανακόπτοντες στα ποσά, που ελευθερώνονται. Με την 245/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου απορρίφθηκαν ως εκπρόθεσμες, και συνεπώς απαράδεκτες, η από 14-1-2011 ανακοπή των "Ξυλεμπορική Δ.

Ο.Ε." και Κ. Γ. και η από 6-2-2012 ανακοπή του αναιρεσείοντος Δημοσίου, έγινε εν μέρει δεκτή η από 30-12-2010 ανακοπή της Άλφα Τράπεζας, μειώθηκαν τα έξοδα κατά 4.523,42 ευρώ και κατατάχθηκε στο ποσό αυτό η ανακόπτουσα. Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησαν α) το αναιρεσείον Δημόσιο την από 12-9-2016 έφεσή του, στρεφόμενη καθ' όλων των αναιρεσίβλητων, και β) οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες την από 2-1-2019 αντέφεσή τους.

Επ' αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 269/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε η αντέφεση, έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, δικάστηκε η ανακοπή του και απορρίφθηκε και πάλι ως απαράδεκτη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "... η ένδικη ...

ανακοπή του εκκαλούντος και ανακόπτοντος αυτής Ελληνικού Δημοσίου κατά του ... υπ’ αρ. ....2010 πίνακα κατάταξης έπρεπε να απορριφθεί εν όλω ... αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη και δη ως αόριστη κατά τα άρθρα 979 παρ. 2, 933, 585 παρ. 2 εδ. α', 217, 216 παρ. 1 στ. α' και 111 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ. Και αυτό γιατί το εκκαλούν και ανακόπτον της ένδικης ...

ανακοπής Ελληνικό Δημόσιο δεν εκθέτει στο δικόγραφο της ... ανακοπής του με πληρότητα και σαφήνεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν κατά νόμο και εξειδικεύουν την απαίτηση αυτού (ανακόπτοντος Δημοσίου) και το προνόμιό της. Δεν προσδιορίζεται και δεν διευκρινίζεται στην ένδικη ανακοπή το είδος και τα ποσά των περισσότερων απαιτήσεων του εκκαλούντος και ανακόπτοντος της ...

ανακοπής Ελληνικού Δημοσίου, ούτε οι έννομες σχέσεις από τις οποίες πηγάζουν. Ειδικότερα, στον ενσωματωμένο στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής από 31-11-2009 πίνακα χρεών, τα χρέη αναφέρονται με στοιχεία κωδικοποίησης, ώστε να καθίσταται ελλιπής η περιγραφή τους κατά την ιστορική και νομική τους αιτία. Συγκεκριμένα, αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης είναι τα κονδύλια που περιλαμβάνονται στην ενσωματωμένη στην ένδικη ...

ανακοπή υπ’ αρ. ....2009 (αρ. ειδ. βιβλ. 18/2009) αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, οι απαιτήσεις της οποίας περιγράφονται ελλιπώς στον ως άνω πίνακα χρεών και ειδικότερα στη στήλη "ΕΙΔΟΣ ΟΦΕΙΛΗΣ" ως "Ε.Δ.Ε. ΕΞΟΔΑ", "ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΕΡΑΙΩΣΗ", "ΠΡΟΣΤΙΜΟ Κ.Β.Σ. ΟΡΙΣ" και "Ε.Τ.Α.Κ. Φ.Π.", χωρίς να διευκρινίζεται και να επεξηγείται τι σημαίνουν οι ανωτέρω κωδικοί, ενώ παρατίθενται στη συνέχεια στη στήλη "ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΤΟΚΟΙ" τα επί μέρους χρηματικά ποσά των 75,52, 450, 586, 624,80, 312, 312, 312, 312, 10 και 621,82 ευρώ, χωρίς να αναλύεται ποιο ποσό αντιστοιχεί σε κεφάλαιο και ποιο σε τόκους. ... [Η] ως άνω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί από τα αποδεικτικά έγγραφα.

Λόγω των αθεράπευτων αοριστιών αυτών δεν παρέχεται η δυνατότητα στους μεν εφεσίβλητους και καθών η ένδικη ... ανακοπή να αμυνθούν, στο δε δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των απαιτήσεων του εκκαλούντος και ανακόπτοντος ... Ελληνικού Δημοσίου κατά του καθού η εκτέλεση οφειλέτη καθώς και την ύπαρξη του προνομίου αυτών.

Επιπλέον, λόγω των ως άνω αοριστιών στην περιγραφή των ως άνω κατατακτέων επί μέρους απαιτήσεων του εκκαλούντος και ανακόπτοντος ... Ελληνικού Δημοσίου και του προνομίου τους δεν δικαιολογείται κατά τον απαιτούμενο σαφή και ορισμένο τρόπο το έννομο συμφέρον και η ενεργητική νομιμοποίηση του εκκαλούντος και ανακόπτοντος ...

Ελληνικού Δημοσίου για την άσκηση της ένδικης ανακοπής και την προσβολή του ως άνω πίνακα κατατάξεως. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η ... ανακοπή του εκκαλούντος και ανακόπτοντος αυτής Ελληνικού Δημοσίου κατά του ως άνω πίνακα κατατάξεως έπρεπε να απορριφθεί εν όλω ... αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη και δη ως αόριστη ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η από 16-2-2012 ανακοπή του αναιρεσείοντος Δημοσίου είναι αόριστη ως προς την περιγραφή των απαιτήσεών του, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, εφόσον, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενο δικόγραφό της, σε αυτό υπάρχει ενσωματωμένη η ...-2009 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Κορίνθου προς την υπάλληλο του πλειστηριασμού με τον 18/2009 πίνακα χρεών του οφειλέτη και καθ' ου η εκτέλεση Π. Ρ., στον οποίο (πίνακα) γίνεται αναφορά του ονοματεπώνυμου του οφειλέτη, του είδους και του ποσού των χρεών, του οικονομικού έτους, στο οποίο ανήκουν τα χρέη, και της χρονολογίας βεβαίωσής τους, δηλαδή όλων των στοιχείων, που είναι αναγκαία για την αναγγελία των απαιτήσεων κατ' άρθρο 55 § 1 του Κ.Ε.Δ.Ε.

και συνεπώς για το ορισμένο της ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Δημοσίου, με τον οποίο αυτό προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, είναι βάσιμος, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος της, με το οποίο δέχτηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και απέρριψε την ανακοπή του, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ.

Οι αναιρεσίβλητες και η παρεμβαίνουσα πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 182 § 1 και 183 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της 134423/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 11 Β'/1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Το αναιρεσείον Δημόσιο νομίμως δεν κατέθεσε παράβολο, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30 του ν.δ. 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και 19 § 1 του κ.δ. από 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου", και συνεπώς η απόφαση δεν διαλαμβάνει διάταξη περί αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 269/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, μόνο κατά το μέρος της, με το οποίο δέχτηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και απέρριψε την ανακοπή του ως αόριστη.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες και την παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ