Legislator Case Law & Legislation
1697/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision regarding abuse of right in civil litigation.

Case Number 1697/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Corfu's appeal against the appeal court's final judgment. The municipality argued that the plaintiffs abused their right to sue by knowingly allowing the use of a machine without payment for years, yet later claiming abuse of right. The court held that these facts alone did not create a reasonable belief that the claim would not be pursued, and the municipality failed to prove specific circumstances justifying the reversal of the established situation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 559 of the Code of Civil Procedure; Abuse of right is established only when specific circumstances demonstrate a reasonable belief that the claim would not be pursued, and mere knowledge of non-payment without evidence of prior conduct or specific intent to manipulate does not suffice.

Keywords

AI generated
abuse of right civil litigation municipal liability reasonable belief procedural appeal costs allocation good faith

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
OLAP 5/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1697 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1697/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ", που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Δεσεγγρίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Β. του Σ. και 2) Ε. χήρας Σ. Β. το γένος Φ. Α., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωακείμ Γεωργούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 351/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2019 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από 22-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 36/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Κέρκυρας κατά της υπ' αριθ.351/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση μόνον ως προς το κεφάλαιο των τόκων και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλλει στους αναιρεσιβλήτους το ποσό των 527.556,71 ευρώ,με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

2. Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995).

Ο λόγος δε αυτός ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, που, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας, (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 59/2017).

Περαιτέρω, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήριο υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν.1406/1983 όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί από το νόμο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 138/1966).

Αντιθέτως, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υφίσταται σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993 , ΟλΑΠ 5/1995,ΑΠ 365/2022,ΑΠ 491/2017). Με το άρθρο δε 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι`), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε, παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή, αξίωση (ΑΠ 1225/2008).

Ειδικότερα, η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψή της επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, βρίσκεται, βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση ή βάσει ρητρών κανονιστικής ισχύος, που έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στο συμβατικό δεσμό που ρυθμίζουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου.

Έτσι, συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικού δικαίου και οι διαφορές που απορρέουν από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2012,ΑΕΔ 19/2010,ΑΕΔ 28/2011, ΟλΑΠ 7/2001, ΟλΑΠ 8/2000, ΑΠ 365/2022).

Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως διοικητικής, δεν αρκούν οι ιδιότητες των συμβαλλομένων ως ν.π.δ.δ. και η δια της μεταξύ τους συμβάσεως επιδίωξη δημόσιου σκοπού, αλλά θα πρέπει να συντρέχει και η υπερέχουσα θέση του ενός εκ των συμβαλλομένων έναντι του άλλου, με την πρόβλεψη υπέρ αυτού εξαιρετικών όρων που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του εξασφαλίζουν υπεροχή έναντι του άλλου. Είναι, επομένως, ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική η σύμβαση με την οποία τα συμβαλλόμενα ν.π.δ.δ. διαχειρίζονται την ιδιωτική περιουσία τους, καθώς και εκείνη με την οποία υπάγουν οικειοθελώς τις μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, προβλέποντας ρήτρες επαρκώς σαφείς και υποχρεωτικές (ΑΕΔ 18/2009,ΑΠ 59/2017). 3.

Εν προκειμένω, από την επιτρεπτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 21/01/2013 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι είναι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος την ...2009 Σ. Β., πατέρα του πρώτου και συζύγου της δεύτερης.

Ότι ο ως άνω αποβιώσας, είχε στην πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή του, ένα σύνθετο μηχάνημα προώθησης και συμπύκνωσης απορριμμάτων, όπως περιγράφεται στην αγωγή. Ότι σε εκτέλεση της προγραμματικής σύμβασης που αναφέρεται στην αγωγή, ο Δήμος Κερκυραίων, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο εναγόμενος Δήμος Κέρκυρας και ήδη αναιρεσείων μίσθωσε από τον Σ.

Β., δυνάμει του από 15/06/2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, νομότυπα υπογεγραμμένο από τον Δήμαρχο, το ως άνω περιγραφόμενο μηχάνημα. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης του εν λόγω μηχανήματος, ορίστηκε τριετής, αρχόμενη από τον Ιούνιο του 2004 και λήγουσα τον Ιούνιο του 2007, ενώ το ύψος του ωριαίου μισθώματος ορίστηκε, βάσει της υπ'αριθμ....(ΦΕΚ .../94), στο ποσό των 68,72 ευρώ, ενώ περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι το ελάχιστο οφειλόμενο μίσθωμα, είναι το αντιστοιχούν σε πέντε ώρες λειτουργίας ανά ημέρα.

Ότι την ίδια ως άνω ημέρα υπεγράφη και το από 15/06/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο και τους ίδιους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, μεταξύ του Σ. Β., του Δημάρχου Κέρκυρας και του Σ. Ι., υπό την ιδιότητα του ως προέδρου του Δ.Σ της αναπτυξιακής επιχείρησης Δήμου Κερκυραίων (ΑΝΕΔΚ), η οποία υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση ως συμμισθώτρια ευθυνόμενη εις ολόκληρον στην καταβολή του μισθώματος.

Ότι σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων μίσθωσης, ο Σ. Β. παρέδωσε αυθημερόν, τη χρήση του εν λόγω μηχανήματος στον εναγόμενο Δήμο, ο οποίος έκανε ακώλυτη χρήση αυτού μέχρι και τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2009, οπότε και το εγκατέλειψε κατεστραμμένο στον χώρο του ΧΥΤΑ. Ότι ο εναγόμενος Δήμος, του κατέβαλε το ποσό των 37.000,00 ευρώ, ως αντάλλαγμα, πλην όμως αρνείται να του καταβάλει το υπόλοιπο συμφωνηθέν μίσθωμα, μετά τη λήξη της σύμβασης, για το χρονικό διάστημα από 24/08/2004 έως την 31/12/2009, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 565.112,11 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενοι ότι οι καταρτισθείσες συμβάσεις τυγχάνουν άκυρες, λόγω μη τήρησης της διαδικασίας διενέργειας μειοδοτικού διαγωνισμού για την κατάρτισή τους και ότι ο εναγόμενος Δήμος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος, σε βάρος του αποβιώσαντος πατέρα τους, ο οποίος, για την επίδικη αξίωση, είχε ήδη ασκήσει την από 16/09/2008, παρομοίου περιεχομένου αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στον εναγόμενο Δήμο, και του οποίου (αποβιώσαντος) τυγχάνουν νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, και ως εκ τούτου δικαιούχοι της προαναφερόμενης κληρονομικής αξίωσης, ζήτησαν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατόπιν:

α) της γενόμενης με την κρινόμενη αγωγή τους, παραίτησης από το δικόγραφο της από 16/09/2008 αγωγής του αποβιώσαντος, πατέρα και συζύγου τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, β) της τροπής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, του καταψηφιστικού τους αιτήματος, σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου, να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών, κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας, το συνολικό ποσό των 565.112,11 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, κατά τα συμφωνηθέντα στην σύμβαση μίσθωσης, άλλως από την επόμενη της επίδοσης της από 31/05/2008, εξώδικης δήλωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε ότι : "...Κατά τα ιστορούμενα στην επίδικη αγωγή η επικαλούμενη σύμβαση μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, δεν έφερε το χαρακτήρα της διοικητικής συμβάσεως διεπομένης από τα εκτεθέντα στην παραπάνω μείζονα σκέψη στοιχεία, αλλά αντιθέτως αποτελούσε σχέση ιδιωτικού δικαίου, γιατί ναι μεν σε αυτή φερόταν να συμβάλλεται ο Δήμος Κέρκυρας, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, και να επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό (προώθηση και συμπύκνωση απορριμμάτων του Δήμου Κερκυραίων), ωστόσο ο εναγόμενος δήμος δε βρισκόταν, χάρη του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβληθέν μέρος (εκμισθωτής), τον οποίο διαδέχθηκαν οι ενάγοντες ως καθολικοί του διάδοχοι, αφού η επίδικη σύμβαση δεν διεπόταν από κανονιστικό καθεστώς, ούτε είχαν συνομολογηθεί ρήτρες που απόκλιναν από το κοινό δίκαιο, εφόσον ο εναγόμενος δήμος συνήψε την επίδικη σύμβαση έργου στα πλαίσια της λειτουργίας του ως fiscus.

Ενόψει τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε, ότι η επίδικη έννομη σχέση αποτελούσε διαφορά ιδιωτικού δικαίου και είχε εισαχθεί στο καθ'ύλην αρμόδιο δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, το οποίο είχε δικαιοδοσία για την εκδίκασή της, ορθά τον νόμο εφάρμοσε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 94 §3 του Συντάγματος, 1 §2 ΚΠολΔ και 1 και 9 του ν. 1406/1983, παρά τον περί του αντιθέτου πρώτο λόγο έφεσης του εναγομένου, ο οποίος κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος". 4.Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ως προς την ένδικη διαφορά, δεχόμενο ότι η επίδικη διαφορά είναι ιδιωτική και, εντεύθεν, δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, δεν υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, καθόσον, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, η ένδικη αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού και η υποκείμενη σχέση η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό, αναφέρονται σε άκυρη σύμβαση μισθώσεως κινητού πράγματος, για την κατάρτιση της οποίας δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία διενέργειας μειοδοτικού διαγωνισμού και με το δεδομένο αυτό, δεν μπορεί να αναζητηθούν σ' αυτήν ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο ούτε είναι δυνατό να διαγνωστεί το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει, ώστε να διερευνηθεί αν η ένδικη σύμβαση διέπεται από το εξαιρετικό υπέρ του αναιρεσείοντος νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς, επί πλέον δε, και σε περίπτωση εγκυρότητας της, η εν λόγω σύμβαση μίσθωσης δεν είναι διοικητική και ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο, αφού δεν διεπόταν από κανονιστικό καθεστώς, ούτε είχαν συνομολογηθεί ρήτρες που απόκλιναν από το κοινό δίκαιο, δηλαδή όροι που να παρέχουν υπερέχουσα θέση στον αναιρεσείοντα Δήμο, έναντι του εκμισθωτή αποβιώσαντος πατέρα των αναιρεσιβλήτων, και να επιτρέπουν σ' αυτόν μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο, ενώ η ιδιότητα αυτού ως ΟΤΑ, καθώς και η επιδίωξη, με τη σύναψη της σύμβασης, ικανοποίησης δημοσίου σκοπού, δεν αρκούν για να καταστήσουν διοικητική την ένδικη διαφορά.

Συνεπώς, το Εφετείο, κρίνοντας ότι πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, για την εκδίκαση της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 4 (και όχι από τον αριθμό 1 όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

5. Ο Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας (π.δ. 410/1995, ΦΕΚ Α' 231), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (έτος 2004), όριζε στο άρθρο 259 παρ.2 και 3 ότι: "2. Η εκμίσθωση κινητών πραγμάτων των δήμων ... γίνεται με δημοπρασία. Αν η δημοπρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, η εκμίσθωση μπορεί να γίνει με απευθείας συμφωνία, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου.

Η εκμίσθωση κινητών πραγμάτων, για χρονικό διάστημα έως τριών το πολύ μηνών, γίνεται με απευθείας συμφωνία, ύστερα από απόφαση του δημάρχου ... 3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στη μίσθωση κινητών πραγμάτων εκ μέρους των δήμων και κοινοτήτων". Περαιτέρω, το π.δ. 270/1981 "Όργανα, διαδικασίες, όροι δημοπρασίας εκποίησης εκμίσθωσης Ο.Τ.Α." (ΦΕΚ Α' 77), το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 194 του ν.1065/1980, ορίζει, στην παρ. 3 του άρθρου 3, ότι: "Αι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 και η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται αναλόγως και προκειμένου περί ( ) μισθώσεως, υπό των δήμων ( ) πραγμάτων ανηκόντων εις τρίτους" και στην παρ.4 του άρθρου 5, ότι: "Εις τας περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρου 3 του παρόντος, η δημοπρασία είναι μειοδοτική, φανερά και προφορική και διεξάγεται κατά τα ανωτέρω οριζόμενα εις δύο φάσεις ( )".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού να μισθώνουν οχήματα από ιδιώτες για την κάλυψη των υπηρεσιακών τους αναγκών. Στην περίπτωση αυτή διεξάγεται μειοδοτική δημοπρασία, στην οποία κριτήριο κατακύρωσης είναι αυτό της χαμηλότερης τιμής (ΕλΣυν 293/2007).

Η δι' απευθείας ανάθεσης - χωρίς δηλαδή να τηρηθεί η ως άνω διαδικασία - μίσθωση κινητού πράγματος εκ μέρους ενός Δήμου είναι εξαιρετική διαδικασία και είναι κατά νόμο επιτρεπτή, με απόφαση του Δημάρχου, μόνο στην περίπτωση που πρόκειται για μίσθωση διάρκειας τριών (3) το πολύ μηνών (Ελ.Συν. 334/2013, 202/2012, ΕλΣυν 256/2011, ΕλΣυν 321/2010, ΕλΣυν 155/2008, ΕλΣυν 174/2007), και ανεξαρτήτως ποσού, ενώ δεν δύναται να επαναληφθεί με το ίδιο αντικείμενο μέσα στο ίδιο έτος, διότι άλλως θα καταστρατηγούνταν οι διατάξεις που επιβάλλουν τις τακτικές διαγωνιστικές διαδικασίες (ΕλΣυν 2076/2020,ΕλΣυν 116/2014,ΕλΣυν 1619/2010,ΕλΣυν 396/2009).

Στην περίπτωση δε της μη τηρήσεως τύπου, που επιβάλλεται από το νόμο, η σύμβαση είναι άκυρη (159 και 180 Α.Κ). Η ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, εφόσον προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά. Στην περίπτωση που η σύμβαση είναι άκυρη, τα συμβαλλόμενα μέρη, δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση, αλλά μόνο στηριζόμενες στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1378/2011, ΑΠ 322/2010). Ο γενικός δε κανόνας του παραπάνω άρθρου, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, αφού γι` αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977,ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1387/2011, ΑΠ 1307/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ.

α του ιδίου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι, σε περίπτωση που μισθώνεται κινητό πράγμα με άκυρη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος, αυτός δηλαδή που κάνει χρήση του κινητού πράγματος στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση της χρήσης του κινητού πράγματος και ειδικότερα στη δαπάνη που εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε, με έγκυρη σύμβαση, το ίδιο κινητό πράγμα ή άλλο όμοιο με τα ίδια χαρακτηριστικά και ιδιότητες.

Εξάλλου, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας της σύμβασης, θα πρέπει για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 624/2022, ΑΠ 1966/2022).Περαιτέρω, στην περίπτωση της σύμβασης μίσθωσης, η υποχρέωση καταβολής του μισθώματος από την πλευρά των συμμισθωτών είναι ως χρηματική παροχή, διαιρετή και συνεπώς ο δικονομικός δεσμός των υποκειμένων κάθε αντίδικης πλευράς της δίκης είναι αυτός της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 ΚΠολΔ).

Έτσι, οι περισσότεροι μισθωτές έχουν υποχρέωση να πληρώσουν ο καθένας την αναλογία που του αντιστοιχεί (ΑΚ 480 και 785), εκτός αν έχει συμφωνηθεί ενοχή εις ολόκληρον, οπότε καθένας έχει δικαίωμα ή υποχρέωση αντίστοιχα να απαιτήσει ή να καταβάλει ολόκληρο το μίσθωμα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015,7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2013,10/2011). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 8/2018,27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 89/2013).

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, όταν προβάλλεται αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος, εκτιμώντας το δικόγραφο, υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα δεν γίνεται ή γίνεται εσφαλμένα επίκληση της σχετικής διάταξης από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1252/2017, ΑΠ 301/2013, ΑΠ 648/2009).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αποβιώσας την ...2009 Σ. Β. του Κ. και της Λ., πατέρας του πρώτου των εναγόντων και σύζυγος της δεύτερης εξ αυτών, όσο ήταν εν ζωή δη κατά το έτος 2004, τύγχανε αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός σύνθετου μηχανήματος προώθησης και συμπύκνωσης απορριμμάτων (COMPAKTOR), μάρκας ΗΑΝΟΜΑΚ, μοντέλου, εξακύλινδρου (σε σειρά), πετρελαιοκινητήρα ισχύος 250 Ρ3, με αριθμό κινητήρα TEILE NR ...

CERIEN NR ... και αριθμό πλαισίου FZ- Ibemt Nr ... και με αριθμό άδειας κυκλοφορίας ...... Δυνάμει της με αριθμό ... 2004 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του πρώην Δήμου Κέρκυρας, εγκρίθηκε η προγραμματική σύμβαση μεταξύ του Συνδέσμου Καθαριότητας και Προστασίας Περιβάλλοντος Ν. Κέρκυρας, του πρώην Δήμου Κέρκυρας και της Αναπτυξιακής Επιχείρησης Δήμου Κέρκυρας (ΑΝΕΔΚ), με την οποία συμφωνήθηκε η συνεργασία των ως άνω φορέων για την ασφαλή διάθεση των απορριμμάτων στο νέο ΧΥΤΑ Κεντρικής Κέρκυρας.

Κύριο αντικείμενο της ως άνω σύμβασης αποτέλεσε η ανάληψη υποχρεώσεων από τους ανωτέρω συμβαλλόμενους φορείς και η συμβολή εκάστου εξ αυτών προς επίτευξη του σκοπού της ασφαλούς διάθεσης των απορριμμάτων στα πλαίσια των περιβαλλοντικών όρων, όπως αυτοί είχαν εγκριθεί με τη με αριθμό πρωτ. 111210/5-08-1998 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ.

Ειδικότερα στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης ο εναγόμενος Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέσει στο Σύνδεσμο Καθαριότητας και Προστασίας Περιβάλλοντος Ν. Κέρκυρας, ο οποίος επιφορτίστηκε με την ευθύνη του προγράμματος μία σειρά μηχανημάτων, μεταξύ των οποίων και ένα μηχάνημα προώθησης και συμπύκνωσης απορριμμάτων (κατσικοπόδαρο), το οποίο θα μίσθωνε από ιδιώτη, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ.4 ρητό όρο της προγραμματικής σύμβασης.

Προς εκπλήρωση της ως άνω συμβατικής δέσμευσης, ο εναγόμενος Δήμος μίσθωσε από τον ως άνω αναφερόμενο Σ. Β., δυνάμει του από 15-06-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, νομότυπα υπογεγραμμένου από το Δήμαρχο Κέρκυρας, Ι. Τ., το οποίο κατατέθηκε νόμιμα την ...2004 στην αρμόδια Α' Δ.Ο.Υ Κερκύρας, το άνω λεπτομερώς περιγραφόμενο μηχάνημα προώθησης και συμπύκνωσης απορριμμάτων (CΟΜΡΑΚΤΟR), μάρκας ΗΑΝΟΜΑΚ.

Την ίδια ως άνω ημέρα υπεγράφη και το από 15-06-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ του Σ. Β., του Δήμου Κέρκυρας, νόμιμα εκπροσωπούμενου από το Δήμαρχο αυτού, Ι. Τ. και του Σ. Ι., υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Δ.Σ. της Αναπτυξιακής Επιχείρησης Δήμου Κέρκυρας (ΑΝΕΔΚ), με το ίδιο περιεχόμενο και τους ίδιους ειδικότερους όρους και συμφωνίες με το προαναφερόμενο συμφωνητικό μεταξύ του Σ.

Β. και του Δήμου Κέρκυρας, με την πρόσθετη συμφωνία ότι αποτελεί συμμισθώτρια και η Αναπτυξιακή Επιχείρηση Δήμου Κέρκυρας (ΑΝΕΔΚ), ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μετά του εναγομένου για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή των μισθωμάτων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 24 του ως άνω συμφωνητικού.

Πιο συγκεκριμένα η διάρκεια των ως άνω μισθωτικών συμβάσεων, ορίστηκε, δυνάμει του όρου της υπ' αριθ. 15 παραγράφου αυτών, τριετής, λήγουσα την 14η Ιουνίου 2007, το δε οφειλόμενο μίσθωμα συμφωνήθηκε, δυνάμει του όρου της υπ' αριθ.20 παραγράφου, των αυτών μισθωτικών συμβάσεων (ορισθέντος βάσει της υπ' αριθ. ... [Φ.Ε.Κ. ... 1994] Υπουργικής Αποφάσεως περί "Εγκρίσεως Αναλύσεως Τιμών και Περιγραφικού Τιμολογίου Έργων Οδοποιίας εκδόσεως 1994")" στο ποσό των εξήντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (68,72 €) ανά ώρα λειτουργίας του μισθίου (μηχανήματος).

Περαιτέρω ως ελάχιστο οφειλόμενο μίσθωμα, καταβαλλόμενο την 1η και 16η ημέρα εκάστου μισθωτικού μηνός, συμφωνήθηκε, δυνάμει του όρου της υπ' αριθ. 22 παραγράφου των ως άνω μισθωτικών συμβάσεων, το αντίστοιχο πέντε (5) ωρών λειτουργίας του μισθίου ανά ημέρα, ο δε ελάχιστος χρόνος λειτουργίας του μισθίου, ενός εκάστου μισθωτικού μηνός, συμφωνήθηκε, δια του αυτού ως άνω όρου της υπ' αριθ. 22 παραγράφου, αυτός των είκοσι τριών (23) ημερών.

Ο δε χρόνος λειτουργίας - χρήσης του μισθίου, συνομολογήθηκε, δυνάμει του όρου της υπ' αριθ. 21 παραγράφου των ως άνω μισθωτικών συμβάσεων, ότι θα αποδεικνύεται (για το πέραν του ως άνω ελάχιστου ορίου) από το "Ημερολόγιο Χρήσεως" του μισθίου, ενώ δια του όρου της υπ' αριθ. 26 παραγράφου, της πρώτης μισθωτικής σύμβασης και του όρου της υττ' αριθ. 27 παραγράφου, της δεύτερης μισθωτικής σύμβασης, συνομολογήθηκε, η μετά την παρέλευση του πρώτου μισθωτικού έτους, αύξηση του μισθώματος ανά έτος, κατά το ποσοστό του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, όπως αυτό θα προσδιορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Επιπλέον δια του όρου της υπ' αριθ. 28 παραγράφου, της πρώτης μισθωτικής σύμβασης και του όρου της υπ' αριθ. 29 παραγράφου, της δεύτερης μισθωτικής σύμβασης, συνομολογήθηκε, το δικαίωμα του Σ. Β. προς τακτικό (ανά δεκαπενθήμερο) και προς έκτακτο (κατά την κρίση του) έλεγχο της σωστής χρήσης και συντήρησης του μισθίου, εκ μέρους του μισθωτή, του τελευταίου μη δικαιουμένου στην απαγόρευση τέτοιου ελέγχου.

Κατόπιν των ανωτέρω, το εν λόγω μηχάνημα, προοριζόμενο δυνάμει του όρου της υπ' αριθ. 5 παραγράφου, των ως άνω μισθωτικών συμβάσεων, για την προώθηση και συμπύκνωση των απορριμμάτων, τα οποία θα εναποτίθεντο στον ευρισκόμενο στην ειδικότερη θέση "ΑΚΡΟΚΕΦΑΛΟΣ" της κτηματικής περιφερείας του Δημοτικού Διαμερίσματος Τεμπλονίου του Δήμου Κερκυραίων, Χώρο Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α.), ο Σ.

Β., παρέδωσε στον εναγόμενο αυθημερόν, το άνω μηχάνημα, με την υπογραφή των ανωτέρω μισθωτικών συμβάσεων. Πλην όμως, καίτοι από την παράδοση του μισθίου την 15η Ιουνίου 2004, ο εναγόμενος έκανε πλήρη και ακώλυτη χρήση αυτού, καταβλήθηκε ένα μόνο μέρος των οφειλομένων μισθωμάτων (δεν υπάρχει λόγος έφεσης ως προς την καταβολή αυτή) και ειδικότερα, καταβλήθηκε στο Σ.

Β. την 23η Σεπτεμβρίου 2004, το ποσό των δεκαεπτά χιλιάδων (17.000 €) ευρώ, (συμπεριληφθέντων και συνυπολογισθέντων επί των οφειλομένων μισθωμάτων, αφενός των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, αφετέρου ποσοστού 18 % ως Φ.Π.Α. και την 10 Μαρτίου 2006, το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000 €) ευρώ (συμπεριληφθέντων και συνυπολογισθέντων επί των οφειλομένων μισθωμάτων, αφενός των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, αφετέρου ποσοστού 18 % ως Φ.Π.Α, ήτοι καταβλήθηκε συνολικά έως σήμερα, το ποσό των τριάντα επτά χιλιάδων (37.000 €) ευρώ, αναλυόμενο σε ποσό τριάντα μιας χιλιάδων διακοσίων δεκατριών ευρώ και πενήντα λεπτών (31.213,50 €), για οφειλόμενα μισθώματα και αναλογούντες τόκους υπερημερίας και ποσό πέντε χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (5.786,50 €), για τον αναλογούντα στα καταβληθέντα μισθώματα, Φόρο Προστιθεμένης Αξίας (Φ.Π.Α), που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 15.06.2004 έως και το τέλος του Αυγούστου του έτους 2004.

Παρά δε, τις επανειλημμένες και επίμονες οχλήσεις του ανωτέρω προς τον εναγόμενο, και τις διαβεβαιώσεις του τελευταίου περί συμμόρφωσής του προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα στην καταβολή των συμφωνηθέντων και οφειλομένων μισθωμάτων. Πέραν δε τούτου, μετά τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης την 14η Ιουνίου 2007, σύμφωνα με τον όρο της υπ' αριθ. 15 παραγράφου αυτών, ήτοι μετά την παρέλευση τριετίας από την έναρξή της και την παράδοση στον εναγόμενο του μισθίου, ο εναγόμενος συνέχισε να κάνει χρήση αυτού και ουδέποτε το παρέδωσε είτε στο δικαιοπάροχο των εναγόντων είτε σε αυτούς, αλλά αντιθέτως αφού το χρησιμοποίησε μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2009, το εγκατέλειψε άχρηστο και κατεστραμμένο στο χώρο του ΧΥΤΑ.

Σύμφωνα όμως, με την οικεία πιο πάνω νομική σκέψη, οι από 15-6-2004 συμβάσεις μίσθωσης που συνήφθησαν μεταξύ του Σ. Β. και του εναγομένου, με τις οποίες συμφωνήθηκε η μίσθωση του προαναφερόμενου μηχανήματος εκ μέρους του Δήμου είναι άκυρες, ως αντικείμενες στις ως άνω διατάξεις, δεδομένου ότι για τη σύναψή τους δεν τηρήθηκε η διαδικασία της διενέργειας μειοδοτικής δημοπρασίας καταστρατηγούμενων με τον τρόπο αυτό των διατάξεων που επιβάλλουν τις τακτικές διαγωνιστικές διαδικασίες.

Συνακόλουθα, ο εναγόμενος δήμος πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας του ανωτέρω μισθωτή - Σ. Β., ο δε πλουτισμός του συνίσταται στην ισόποση δαπάνη που αυτός εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν εάν μίσθωνε με έγκυρες συμβάσεις το εν λόγω μηχάνημα ή όμοιο μηχάνημα με τις αυτές ιδιότητες από άλλο πρόσωπο για το χρονικό διάστημα από την 01/09/2004 έως την 15/06/2007.

Επιπλέον, ο εναγόμενος πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας του ανωτέρω μισθωτή και κατά το χρονικό διάστημα από την 15 Ιουνίου 2007 έως την 31η Δεκεμβρίου 2009, χωρίς νόμιμη αιτία, ο δε πλουτισμός του συνίσταται στην ισόποση δαπάνη που αυτός εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν εάν μίσθωνε με συμβάσεις το εν λόγω μηχάνημα από άλλο πρόσωπο ή όμοιο μηχάνημα με τις αυτές ιδιότητες για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα...Τέλος, αποδείχτηκε ότι, ο ως άνω Σ.

Β. του Κ. και της Λ. απεβίωσε την ...2009, έχοντας ήδη ασκήσει για την επίδικη αξίωσή του την από 16.09.2008 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στο εναγόμενο ...και του οποίου τυγχάνουν νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι...και ως εκ τούτου δικαιούχοι της προαναφερόμενης κληρονομητής αξίωσης οι ενάγοντες και δη ο μεν πρώτος υιός του κατά ποσοστό 3/4, η δε δεύτερη σύζυγος του κατά ποσοστό 1/4.

Πρέπει, επομένως, η αγωγή να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί, η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών, κατά το ως άνω ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας, το συνολικό ποσό των 527.556,71 ευρώ, κατά τα συμφωνηθέντα στη σύμβαση μίσθωσης, και το οποίο προκύπτει κατόπιν υπολογισμού με βάση το συμφωνηθέν ελάχιστο ωριαίο μίσθωμα για την ελάχιστη συμφωνηθείσα λειτουργία - χρήση του μηχανήματος για πέντε ώρες ημερησίως και για χρονικό διάστημα είκοσι τριών(23) ημερών εκάστου μηνός, όπως κατωτέρω αναλυτικά εκτίθεται.

Ειδικότερα πρέπει να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει στους ενάγοντες,για την ανωτέρω αιτία, τα ακόλουθα ποσά: Α......Το σύνολο των άνω κονδυλίων ανέρχεται στο ποσό των 527.556,71 ευρώ,το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται ο εναγόμενος να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας και ειδικότερα στον μεν πρώτο ενάγοντα σε ποσοστό 3/4,στη δε δεύτερη ενάγουσα σε ποσοστό 1/4 εντόκως από την επίδοση της αγωγής...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, ως προς το κεφάλαιο των τόκων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το ίδιο μέρος και ακολούθως στο σύνολό της για την ενότητα της εκτελέσεως δικάζοντας δε την αγωγή αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλλει στους αναιρεσιβλήτους το ποσό των 527.556,71 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

7.Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 παρ. 2, σε συνδ. με 574 ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι η καταρτισθείσα άκυρη σύμβαση μίσθωσης μεταξύ του αναιρεσείοντος Δήμου και του Σ.

Β., νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οποίου τυγχάνουν οι αναιρεσίβλητοι, η παράδοση του ενδίκου μισθίου μηχανήματος και η χρήση αυτού από τον αναιρεσείοντα κατά το χρονικό διάστημα από 15η Ιουνίου 2004 μέχρι και το Δεκέμβριο 2009, ο εντεύθεν επελθών πλουτισμός του αναιρεσείοντος σε βάρος της περιουσίας του αρχικού εκμισθωτή και δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του πλουτισμού του αναιρεσείοντος και της ζημίας του ανωτέρω εκμισθωτή, και η έλλειψη νόμιμης αιτίας, πληρούν το πραγματικό της πιο πάνω διάταξης και δικαιολογούσαν την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης του Δήμου, κατά το οικείο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των πιο πάνω εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 904 και 574 του ΑΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, κατά τον προσδιορισμό της "ωφέλειας" στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος Δήμου λόγω της χρήσης απ'αυτόν του ως άνω μισθίου κινητού πράγματος (μηχανήματος), στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης μισθώσεως, την οποία (ωφέλεια) στη συνέχεια επιδίκασε σε βάρος του αναιρεσείοντος ως αδικαιολογήτως πλουτίσαντος, λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν ως περιλαμβανόμενα στο αποδεικτικό πόρισμα: 1) η συμφωνία για καταβολή μισθώματος βάσει της υπ' αριθ. ... [Φ.Ε.Κ. ... 1994] Υπουργικής Αποφάσεως περί "Εγκρίσεως Αναλύσεως Τιμών και Περιγραφικού Τιμολογίου Έργων Οδοποιίας εκδόσεως 1994", 2) η πλήρης και ακώλυτη χρήση του μισθίου,μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2009, 3) ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του Ν.Π.Δ.Δ.

και 4) ότι ως "ωφέλεια", λόγω της ακυρότητας, προσδιορίσθηκε τελικά το "συμφωνηθέν μίσθωμα", το οποίο με τις συγκριμένες συνθήκες και ενόψει της υπ' αριθ. ... [Φ.Ε.Κ. ...1994] Υπουργικής Αποφάσεως περί "Εγκρίσεως Αναλύσεως Τιμών και Περιγραφικού Τιμολογίου Έργων Οδοποιίας εκδόσεως 1994", θα καταβαλλόταν σε οποιοδήποτε τρίτο εκμισθωτή για εκμίσθωση όμοιου με το μίσθιο μηχανήματος,στο πλαίσιο έγκυρης σύμβασης μισθώσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος Δήμου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων Δήμος με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

8. Περαιτέρω, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσής του κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων παραπονέθηκε για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί ακυρότητας του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως κινητού και της εκ του λόγου αυτού μη δεσμεύσεώς του από αυτήν (μίσθωση), καθόσον δεν είχε προηγηθεί απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ή της Δημαρχιακής Επιτροπής, με την οποία να παρέχεται η ειδική εντολή προς το Δήμαρχο Κέρκυρας να υπογράψει τις επίδικες συμβάσεις μισθώσεως, εξάλλου με βάση τη σύμβαση μισθώσεως, υπόχρεη για την καταβολή του μισθώματος ήταν η ΑΝΕΔΚ.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους παραπάνω λόγους έφεσης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι, η ως άνω αγωγή, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω του ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από τον κώδικα δήμων και κοινοτήτων, για την σύναψη του από 15/06/2004 επίδικου συμφωνητικού μίσθωσης, ήτοι ότι, δεν υπήρχε για την σύναψη του συμφωνητικού απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ή της Δημαρχιακής επιτροπής, όπως επίσης και ότι έπρεπε να γίνει με μειοδοτική δημοπρασία, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι, στην προκειμένη περίπτωση, η αξίωση των εναγόντων, κατά το περιεχόμενο της αγωγής τους, δεν έχει νομικό έρεισμα έγκυρες συμβάσεις μίσθωσης μηχανήματος από τον δήμο, έτσι ώστε να έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις του ΚΔΚ και των άλλων συναφών νόμων, που απαιτούν πράγματι μειοδοτική δημοπρασία, για την σύναψη των άνω συμφωνιών μίσθωσης, σύμφωνα και με την παραπάνω νομική σκέψη, αλλά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και συνεπώς πρέπει οι σχετικοί οικείοι λόγοι έφεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του περί ακυρότητας του από 15.06.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως κινητού, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 79 έως 84 και 85 του Ν. 2362/1995 και του άρθρου 259 του Π.Δ 410/1995 και του Π.Δ 270/1981, ήτοι για παράβαση του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ.

Ωστόσο, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, δεν έχει νομικό έρεισμα σε έγκυρες συμβάσεις μίσθωσης μηχανήματος από τον αναιρεσείοντα δήμο, έτσι ώστε να έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις του ΚΔΚ και των άλλων συναφών νόμων, που απαιτούν πράγματι μειοδοτική δημοπρασία, για την σύναψη των άνω συμφωνιών μίσθωσης, αλλά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ΑΝΕΔΚ συμβλήθηκε ως συμμισθώτρια, ευθυνόμενη βάσει του ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως εις ολόκληρον με τον αναιρεσείοντα.

Τα διαλαμβανόμενα δε στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούσαν να θεμελιώσουν το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος για απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού του, που συνίσταται στην ισόποση δαπάνη που αυτός εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν εάν μίσθωνε με έγκυρες συμβάσεις το εν λόγω μηχάνημα ή όμοιο μηχάνημα με τις αυτές ιδιότητες από άλλο πρόσωπο για το χρονικό διάστημα από την 15η Ιουνίου 2004 έως την 15 Ιουνίου 2007 με μίσθωμα το ειθισμένο, που ήταν το ορισθέν βάσει της υπ' αριθ. ... (Φ.Ε.Κ. ... 1994) Υπουργικής Αποφάσεως περί "Εγκρίσεως Αναλύσεως Τιμών και Περιγραφικού Τιμολογίου Έργων Οδοποιίας εκδόσεως 1994".

Επομένως,ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ορθώς η προσβαλλομένη ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις .

9. Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001).

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 6/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 1-9-2015 των πρωτόδικων προτάσεων αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, ισχυρίστηκε ότι η αγωγή τους κατ` αυτού ασκήθηκε καταχρηστικά διότι "προκειμένου ο δικαιοπάροχος των εναγόντων να εξασφαλίσει ότι θα μισθώσει εκείνος-και όχι άλλος-το εν λόγω μηχάνημα, συνήργησε σε παράνομη και χωρίς την απαιτούμενη εκ του νόμου διαδικασία (δημοπρασία, αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του Δήμου κλπ.) μίσθωση και με τον τρόπο αυτό προέβη στην καταστρατήγηση και παραβίαση των παραπάνω θεμελιωδών αρχών.

Παράλληλα δε, ανέχθηκε την επί πολλά χρόνια χρήση του εν λόγω μηχανήματος από τον Σύνδεσμο στον ΧΥΤΑ, γνωρίζοντας μάλιστα ότι δεν μπορεί να πληρωθεί νόμιμα για την χρήση αυτή, και πράγματι δεν πληρωνόταν επί πολλά χρόνια, αφού δεν υπήρξε νόμιμη μίσθωση". Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, που επανέφερε στο Εφετείο με τον έκτο λόγο εφέσεως, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά από μόνα τους, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν συμπεριφορά του εκμισθωτή Σ.

Β., δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, που να δικαιολογεί την δημιουργία στον μισθωτή αναιρεσείοντα δήμο, εύλογης πεποιθήσεως, ότι δεν θα ασκηθεί κατ' αυτού το αγωγικό δικαίωμα, ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα τασσόμενα από το άρθρ. 281 ΑΚ όρια, εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε επί πλέον συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η αδράνεια συνοδευόταν από ειδικές περιστάσεις που συνδέονταν με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και ότι αυτός, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμο για τον ίδιο λόγο, δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

10.Κατ' ακολουθίαν τούτων, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2019 αίτηση του Δήμου Κέρκυρας για αναίρεση της υπ'αριθμ.36/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ