Legislator Case Law & Legislation
1697/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for violating res judicata and attacking uncontested facts.

Case Number 1697/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against the Third Instance Court's decision regarding a railway service contract dispute. The appellants argued that the lower court erred in finding facts without evidence and failed to provide sufficient reasoning. The court rejected these claims as inadmissible because they attacked facts already established and uncontested by the parties, thereby violating the principle of res judicata under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it attacks facts found by the lower court that are uncontested by the parties or if the grounds are vague and fail to specify the exact errors alleged.

Keywords

AI generated
res judicata principle inadmissible appeal uncontested facts Code of Civil Procedure attacking judgment vague grounds res judicata violation

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1697 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1697/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Β. Κ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεράσιμο Απέργη και Γεώργιο Μαρωνίδη.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ζούζουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 29-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, 6-03-2013 ανταγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και 16-01-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή - προσεπίκληση της ήδη αναιρεσιβλήτου, και κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11959/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2013/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2019 αίτησή τους και τους από 2-02-2021 και 23-07-2021 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού α) η από 9-10-2019 αίτηση αναίρεσης και β) οι εμπροθέσμως και παραδεκτά ασκηθέντες με τα από 2-2-2021 και 23-7-2021 (αρ. καταθ.17/3-2-2021 και 73/23-7-2021 αντίστοιχα) αυτοτελή δικόγραφα πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2013/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, αφού έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως ακολούθως: Η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ήδη αναιρεσίβλητη) με την από 29-12-2010 αγωγή της, επικαλούμενη την καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "..." (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), υπ' αριθμ. ...

σύμβαση παροχής υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς εμπορευμάτων, σε εκτέλεση της οποίας πραγματοποίησε, για λογαριασμό της τελευταίας, τις αναλυτικά ανά είδος και αξία αναφερόμενες διεθνείς και εσωτερικές μεταφορές, κατά το χρονικό διάστημα, από Απρίλιο του 2008 έως και Σεπτέμβριο του 2009, αντί του συμφωνηθέντος αντιτίμου, το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλεται μετά την παρέλευση εξήντα (60) ημερών από την παραλαβή εκ μέρους της πρώτης εναγομένης του αντιστοίχου εντάλματος πληρωμής ή χρεωστικού εγγράφου για κάθε μεταφορά, ότι η τελευταία της οφείλει ως υπόλοιπο αμοιβής από τη διενέργεια των αναφερομένων μεταφορών, το συνολικό ποσό των 3.216.599,90 ευρώ, το οποίο δεν της κατέβαλε παρά την παρέλευση της εκάστοτε συμφωνηθείσας δήλης ημέρας, ότι ο δεύτερος εναγόμενος, Β.

Κ. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), κατέχων ποσοστό 95% του εταιρικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης και, κατ' ουσίαν μοναδικός εταίρος αυτής, έχοντας την ιδιότητα του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της, καθώς, επίσης, την ιδιότητα του διαχειριστή και μοναδικού εταίρου της μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "...", η οποία κατείχε το υπόλοιπο ποσοστό 5% του εταιρικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης, χρησιμοποίησε στην ένδικη συναλλαγή, την πρώτη εναγομένη εταιρία, η οποία ήταν ελλιπώς χρηματοδοτημένη (υποκεφαλαιοδοτημένη), κατά κατάχρηση της νομικής προσωπικότητάς της, προς αποφυγή εκπλήρωσης των από αυτή δημιουργουμένων, κατ' ουσίαν, όμως, ατομικών υποχρεώσεών του, μεταφέροντας έτσι αθέμιτα σ' αυτήν (ενάγουσα), τον κίνδυνο από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, εξ αιτίας της ελλιπούς χρηματοδότησης της πρώτης εναγομένης, καθώς και ότι αυτή προέβη στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης αποβλέποντας στο πρόσωπό του, ζήτησε, με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενη ότι συντρέχει λόγος άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης, λόγω της καταχρηστικής από μέρους του δευτέρου εναγομένου χρησιμοποίησης της νομικής προσωπικότητάς της, κατά την εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν, κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και περί αδικοπραξιών, το άνω ποσό των 3.216.599,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, με απειλή προσωπικής κράτησης κατά του δευτέρου των εναγομένων.

Η πρώτη εναγομένη εταιρία, με την από 6-3-2013 ανταγωγή της, επικαλούμενη την καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και της αντεναγομένης-ενάγουσας εταιρίας, ίδια υπ' αριθμ. ... σύμβαση παροχής υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει, κυρίως κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 3.418.825,37 ευρώ, για την αναφερόμενη αιτία, με το νόμιμο τόκο.

Η αντεναγομένη εταιρία άσκησε την από 16-1-2014 προσεπίκληση σε παρέμβαση, με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, κατά του Λ. Μ.υ, πρώην Γενικού Διευθυντή Εμπορευμάτων αυτής, με την οποία, για τους εκτιθέμενους λόγους, τον προσεπικάλεσε να παρέμβει υπέρ αυτής στις ως άνω δίκες (αγωγή και ανταγωγή), ζητώντας, συγχρόνως, σε περίπτωση απόρριψης της κύριας αγωγής, κατ' αποδοχή της προβληθείσας ένστασης συμψηφισμού και αποδοχής της ανταγωγής, να υποχρεωθεί αυτός, ως δικονομικός εγγυητής, να της καταβάλει το ποσό των 5.643.059,24 ευρώ, άλλως το ποσό των 5.182.340,53 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα επιμέρους ποσά, με το νόμιμο τόκο.

Συζητήσεως γενομένης επί των ως άνω δικογράφων (αγωγής, ανταγωγής και παρεμπίπτουσας αγωγής), εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11959/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία α) η από 29-12-2010 (κύρια) αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και έγινε δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη, υποχρεώνοντας αυτήν να καταβάλει στην ενάγουσα το αναφερόμενο ποσό, β) η από 6-3-2013 ανταγωγή απορρίφθηκε κατ'ουσίαν και γ) η από 16-1-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίφθηκε, ως άνευ αντικειμένου.

Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις η ενάγουσα (αριθμ. καταθ. 942/7-3-2017) και η πρώτη εναγομένη (αριθμ. καταθ.958/7-3-2017) και πρόσθετους λόγους έφεσης η τελευταία (αριθμ. καταθ.2878/2571/14-9-2018). Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 2013/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τα άνω δικόγραφα απέρριψε την έφεση της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του προσεπικαλουμένου-παρεμπιπτόντως εναγομένου, ως απαράδεκτη και κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της εφεσίβλητης-ενάγουσας, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση, δηλαδή και κατά τις ορθές διατάξεις της, ώστε να προκύψει έτσι ενιαίος εκτελεστός τίτλος, δικάζοντας δε επί της (κύριας) αγωγής δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ'ουσίαν (για το ίδιο ως και πρωτοδίκως ποσό), υποχρέωσε τους εναγόμενους (ΕΠΕ με την επωνυμία "..." και Β.

Κ.), εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 3.216.599, 90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 12-9-2009 και απήγγειλε κατά του δευτέρου εναγομένου προσωπική κράτηση δώδεκα (12) μηνών, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Η τελευταία ως άνω απόφαση πλήττεται ήδη με την από 9-10-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 2-2-2021 και 23-7-2021 πρόσθετους λόγους αυτής, που άσκησαν οι εναγόμενοι.

Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ιδίου Κώδικα, σε έννομες σχέσεις, που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.

Επομένως, νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς, που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο, ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 παρ.2 του κ.ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν το ν. 4518/2018, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.

Ειδικότερα η εταιρία ως σύνολο εννόμων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5 παρ.1 και 12 παρ. 1 και 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρίας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρίας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει, όμως, να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρίας ή των μεριδίων εταιρίας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρίας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ.

άρθρο 1παρ.3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3604/2007, 41παρ. 2 ν. 959/1979, 43 α.ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν οι περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρία.

Συνεπώς, δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρίας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας.

Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά, κατά την παραπάνω έννοια, ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρίας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρία επιχείρησης, αφού η εταιρία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρίας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.

Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρίας ως νομικού προσώπου. Όμως, η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρίας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της, υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρίας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρίας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρίας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρίας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.

Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρία, όταν η εταιρία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.

Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρίας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρον (άρθρο 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση.

Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρίας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ' αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι' αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτόν ή εταίρο στην εταιρία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 406/2021, ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1091/2021, ΑΠ 1355/2018).

Συνεπώς, η κάμψη της νομικής προσωπικότητας μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως το έσχατο μέσο, αξιολογώντας την υποκεφαλαιοδότηση της εταιρίας, τη σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας και τη χρησιμοποίηση του νομικού προσώπου της εταιρίας, για αποφυγή εκπλήρωσης αναληφθεισών υποχρεώσεων και πρόκληση ζημίας σε τρίτο.

Κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι δυνατό να γίνει και από άλλο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα από μητρική εταιρία σε βάρος θυγατρικής της ή από εταιρίες του ιδίου ομίλου επιχειρήσεων. Ειδικά μάλιστα στο χώρο των ομίλων επιχειρήσεων, οι συνθήκες αδιαφάνειας ως προς τη δομή και τη δράση τους συναξιολογείται ως επιμέρους κριτήριο, προς το σκοπό άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου.

Εξάλλου, υποκεφαλαιοδότηση συντρέχει, όταν τα ίδια κεφάλαια της εταιρίας δεν επαρκούν, για να ικανοποιήσουν τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, όπως αυτές προκύπτουν, μέσα από το είδος και την έκταση της επιδιωκόμενης και πραγματικής επιχειρηματικής της δραστηριότητας, αφού ληφθούν υπόψη και οι υπάρχουσες μέθοδοι χρηματοδότησης της εταιρίας και οι ανάγκες αυτές δεν μπορούν, επίσης, να καλυφθούν με πιστώσεις τρίτων και η εταιρία χρηματοδοτείται με εμφανώς μικρότερο ποσό από τους μετόχους της, ιδίως τον κυρίαρχο μέτοχο, ο οποίος και διαμορφώνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα.

Από το γεγονός ότι στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων, η μητρική εταιρία αποτελεί τον κύριο ή τον αποκλειστικό μέτοχο της θυγατρικής εταιρίας, δεν προκύπτει αυτόματα υποχρέωση της μητρικής εταιρίας να χρηματοδοτεί συνεχώς και χωρίς κανένα περιορισμό τη θυγατρική εταιρία, ώστε η τελευταία να παραμένει εσαεί βιώσιμη.

Για την προσφυγή στην άρση της αυτοτέλειας θα πρέπει η ανεπαρκής χρηματοδότηση να συνιστά συμπεριφορά κακόπιστης πρόκλησης βλάβης προς τους θιγέντες εταιρικούς δανειστές (ΑΠ 1091/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη άρθρου 681 ΑΚ, "με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, και ο εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή".

Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής του εργολάβου προς καταβολή της αμοιβής του για το έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο εργοδότη, οφείλει αυτός να επικαλεστεί τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής και ότι εκτέλεσε προσηκόντως την υποχρέωση που τον βαρύνει με την παράδοση του έργου (ΑΠ 703/2019, ΑΠ 1453/2017, ΑΠ 536/2016, ΑΠ 597/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. α' του ίδιου Κώδικα είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της (ιστορικής) βάσης της αγωγής, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 526 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ` έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, είτε γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν ο αντίδικος του ενάγοντος συναινεί.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1704/2007). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 1525/2013, ΑΠ 43/2011).

Ισχυρισμός που στηρίζει τη βάση της αγωγής απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις που επιτρέπουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στο δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, που μπορούν να προταθούν, μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υπόθεσης συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του ΚΠολΔ και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν τη βάση της αγωγής (Ολ.ΑΠ 2/1994, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 2070/2007).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ συνάγεται περαιτέρω ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία και απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.

Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε την δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 821/2010).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999).

Μέσω του παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ελέγχονται, πλην άλλων, τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 597 / 2019, ΑΠ 2078/2009). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των κατωτέρω μνημονευομένων δικογράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 29-12-2010 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά των ήδη αναιρεσειόντων, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "…" και Β. Κ., ζήτησε να υποχρεωθούν να της καταβάλουν, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματός της, το ποσό των 3.216.599,90 ευρώ, ως υπόλοιπο συμφωνηθείσης αμοιβής, από την παροχή των αναλυτικά ανά είδος και αξία αναφερόμενων υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς εμπορευμάτων, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2008 έως την 21-9-2009, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. ...

σύμβασης, καταβλητέας μετά την παρέλευση εξήντα (60) ημερών από την παραλαβή του αντιστοίχου εντάλματος πληρωμής ή χρεωστικού εγγράφου, το οποίο εξακολουθεί να οφείλει, παρά την παρέλευση της εκάστοτε συμφωνηθείσας δήλης ημέρας και για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον και ο δεύτερος αναιρεσείων, που είναι ο βασικός εταίρος της πρώτης εναγομένης εταιρίας, επικαλούμενη (η αναιρεσίβλητη) για τη θεμελίωση της ευθύνης του την ανάγκη άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της παραπάνω εταιρίας, λόγω της καταχρηστικής από μέρους του χρησιμοποίησης της νομικής προσωπικότητάς της κατά τη σχετική συναλλαγή.

Ειδικότερα, προς θεμελίωση της ατομικής ευθύνης του δευτέρου ήδη αναιρεσείοντος, διέλαβε (κατά το μέρος που εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος), στο αγωγικό δικόγραφο, μεταξύ άλλων, ότι " είναι κατ'ουσίαν ο μοναδικός εταίρος της πρώτης εναγομένης, αφού κατέχει ο ίδιος ατομικά ποσοστό 95% του εταιρικού κεφαλαίου της (εταιρικά μερίδια), ενώ το υπόλοιπο ποσοστό 5% του εταιρικού κεφαλαίου αυτής κατέχει η μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "…", της οποίας τυγχάνει μοναδικός εταίρος και διαχειριστής.

Ότι ασκεί τον απόλυτο έλεγχο στη διαχείριση της πρώτης εναγομένης και αναμειγνύεται σε όλες τις εταιρικές υποθέσεις, ενώ η εν γένει παρουσία του στην εταιρία είναι συνεχής και επιβεβλημένη και, κατ' αποτέλεσμα, η εταιρία τελεί σε σχέση απόλυτης εξάρτησης από τον ίδιο και, στην ουσία, δεν νοείται η λειτουργία αυτής και η λήψη αποφάσεων χωρίς τη δική του σύμπραξη.

Ότι ο ίδιος είναι ο μοναδικός διαχειριστής της εταιρίας, η επιχειρηματική οργάνωση της οποίας συμπίπτει με τις δικές του αποφάσεις και ενέργειες, εμφανιζόμενος στις συναλλαγές και τις εμπορικές σχέσεις της εναγομένης εταιρίας με τους τρίτους, όπως άλλωστε και με την ίδια (ενάγουσα) όχι απλώς και μόνον ως ο τυπικός εκπρόσωπός της, αλλά και ως το αμέσως εμπλεκόμενο και ενδιαφερόμενο για τις οικείες συναλλαγές πρόσωπο, στο οποίο και αφορούν κατ' ουσίαν οι εν λόγω συναλλαγές.

Ότι η πρώτη εναγομένη εταιρία, παρά το γεγονός ότι έχει πολύ μεγάλο κύκλο εργασιών και υποχρεώσεων, παραμένει ανεπαρκώς κεφαλαιοδοτημένη, αφού διαθέτει εταιρικό κεφάλαιο μόλις ποσού 30.000 ευρώ, στερούμενη οιασδήποτε ακίνητης περιουσίας, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να αποπληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη, που αφορούν παρασχεθείσες υπηρεσίες μεταφοράς, κατά το επίδικο ως άνω χρονικό διάστημα, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος.

μοναδικός ουσιαστικά εταίρος της, διαθέτει σημαντική περιουσία, κινητή και ακίνητη, στην οποία περιλαμβάνονται και τα γραφεία της έδρας της εταιρίας, στη ..., επί της οδού ..., και, ως εκ τούτου, όφειλε, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών να μεριμνήσει για μεγαλύτερο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό αυτής, ώστε να μη μετακυλίει σε τέτοιο υπερβολικό βαθμό και με τέτοιο εξόφθαλμα αθέμιτο τρόπο τον επιχειρηματικό κίνδυνο της εταιρικής επιχείρησης στους δανειστές της, ενόψει του επιδιωκόμενου εταιρικού σκοπού, του μεγέθους των αναλαμβανόμενων επιχειρηματικών κινδύνων αλλά και των προσωπικών οικονομικών δυνατοτήτων του".

Με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις της η ήδη αναιρεσίβλητη διέλαβε, μεταξύ άλλων, ότι "ο δεύτερος εναγόμενος ελέγχει ολόκληρο όμιλο εταιριών, ο οποίος εμφανίζεται και είναι ευρύτερα γνωστός στους οικείους συναλλακτικούς κύκλους ως" όμιλος εταιριών Β. Κ.", στοιχείο που επίσης μπορεί και πρέπει να συνεκτιμηθεί, μεταξύ άλλων, για την κατάφαση της κατάχρησης νομικής προσωπικότητας...αρκεί να ληφθεί υπόψη ότι ακόμη και στο επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό Νο ..., ως υπογράφων μνημονεύεται ο Β.

Κ. "ενεργώντας σαν νόμιμος εκπρόσωπος του Ομίλου των εταιριών, που ορίζονται σύμφωνα με επιστολή της εταιρίας του κ. Κ. με έδρα τη Θεσσαλονίκη που δραστηριοποιείται στο χώρο των μεταφορών...". Με το δικόγραφο της έφεσής της η ήδη αναιρεσίβλητη, διέλαβε (κατά το μέρος που εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος), μεταξύ άλλων, ότι " ...

συνέτρεχε και το στοιχείο της "προσωπικής ανάμειξης" του δευτέρου εφεσιβλήτου, εξαιτίας της οποίας κατήρτισε το ... συμφωνητικό αποδίδοντας καθοριστική σημασία στην εντύπωση που δικαιολογημένα δημιούργησε ο δεύτερος των αντιδίκων ότι αυτός σιωπηρώς αναδέχθηκε σωρευτικά τις όποιες υποχρεώσεις θα απέρρεαν από την εκτέλεση αυτού.

Ότι κατά την υπογραφή του υπ' αριθμ. ... ιδιωτικού συμφωνητικού βασίστηκε (η ενάγουσα) στη προσωπική ανάμειξη του Β. Κ., στην οποία απέδωσε αποφασιστική σημασία για την κατάρτιση και εκτέλεση της επίδικης συναλλαγής. Ότι εν γνώσει του δευτέρου εφεσιβλήτου, δημιουργήθηκε (στην ενάγουσα) η εύλογη πεποίθηση και προσδοκία ότι για την εκπλήρωση όλων των αξιώσεών της, που θα απέρρεαν από την εκτέλεση του επιδίκου μεταφορικού έργου, μπορούσε να στραφεί και προσωπικώς κατά του ιδίου του δευτέρου εφεσιβλήτου, έχοντος υπέγγυα την προσωπική του περιουσία, πόσο μάλλον, που μέλος του εν λόγω Ομίλου, στον οποίο ο ίδιος είχε το γενικό πρόσταγμα, ήταν και η ατομική του επιχείρηση, ενώ εκ των υστέρων ο ίδιος (δεύτερος εφεσίβλητος) επέλεξε να εκτελέσει τις επίδικες μεταφορικές συμβάσεις στο όνομα της υποκεφαλαιοδοτημένης πρώτης εφεσίβλητης εταιρίας του...".

Τα στοιχεία αυτά συνιστούν παραδεκτή συμπλήρωση και συγκεκριμενοποίηση των αγωγικών ισχυρισμών, χωρίς να μεταβάλλεται με αυτά η ιστορική βάση της αγωγής και χωρίς να αναιρείται η ταυτότητα των αναφερόμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, που, ως ενιαίο βασικό βιοτικό συμβάν, στηρίζουν το προαναφερόμενο αίτημα της αγωγής.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του κυρίου αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 και 8 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ότι παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και δέχθηκε πράγματα πέραν αυτών που εκτίθενται στη αγωγή, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης, που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 536/2016, ΑΠ 597/2015).

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Όπως προελέχθη, ως ιστορική βάση της αγωγής, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/2014).

Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΑΠ 1091/2021, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 786/2019).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1091/2021, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 786/2019, ΑΠ 1452/2007).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε, ως αόριστη ή μη νόμιμη, την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 106/2015).

Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 597/2015), στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1091/2021).

Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα προς θεμελίωση της αξίωσής της για καταβολή του υπολοίπου οφειλόμενης αμοιβής της, διέλαβε (κατά το μέρος που εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος), μεταξύ άλλων, ότι σε εκτέλεση της ως άνω, καταρτισθείσης μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης, σύμβασης παροχής υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς εμπορευμάτων, πραγματοποίησε υπέρ της τελευταίας τις αναλυτικά, ανά είδος και αξία, αναφερόμενες διεθνείς και εσωτερικές μεταφορές, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από Απρίλιο του 2008 έως και Σεπτέμβριο του 2009, ότι το συμβατικά καθορισθέν αντίτιμο εκάστης μεταφοράς συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλεται μετά την παρέλευση εξήντα (60) ημερών από την παραλαβή του αντιστοίχου εντάλματος πληρωμής ή χρεωστικού εγγράφου από την τελευταία, ότι η πρώτη εναγομένη της όφειλε, για τη διενέργεια των ανωτέρω μεταφορών, αμοιβή-κόμιστρα, συνολικού ποσού 3.216.599,90 ευρώ, το οποίο δεν της κατέβαλε, παρά την παρέλευση της εκάστοτε συμφωνηθείσας δήλης ημέρας.

Ειδικότερα, η ενάγουσα το ποσό αυτό υπολογίζει παραθέτοντας στην αγωγή πίνακες, στους οποίους αναγράφονται αναλυτικά το είδος των μεταφερθέντων προϊόντων, ο τόπος προορισμού, το βάρος των μεταφερθέντων προϊόντων κατ' έτος, το είδος της μεταφοράς (άφιξη ή αποστολή) και το ύψος των χρεωθέντων κομίστρων κατόπιν έκπτωσης για εκάστη μεταφορά (ανά φορτωτική).

Η ένδικη αγωγή, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ως προς το αίτημά της περί καταβολής της συμφωνηθείσης οφειλόμενης υπολοίπου αμοιβής του εκτελεσθέντος και παραδοθέντος στην πρώτη εναγομένη έργο, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη, είναι αναγκαία για τη νομική της θεμελίωση, ήτοι το συμφωνηθέν έργο, το είδος και το ύψος της συμφωνηθείσης αμοιβής και τη προσήκουσα εκτέλεση και παράδοσή του (έργου), χωρίς να απαιτείται, για την πληρότητα του δικογράφου της, να αναφέρεται η τιμή μονάδας κάθε μεταφοράς, ο τρόπος που προέκυψε αυτή και τα εντάλματα πληρωμής ή τα χρεωστικά έγγραφα, εφόσον, όπως από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής και δη τους προσαρτημένους πίνακες σαφώς προκύπτουν:

α) οι τιμές μονάδας χρέωσης των επιμέρους μεταφερθέντων εμπορευμάτων (τιμή ανά τόνο) διαιρώντας το ποσό των κομίστρων κάθε μεταφοράς με το βάρος (αριθμό τόνων) των εμπορευμάτων, β) ο τρόπος προσδιορισμού των τιμών μονάδας των μεταφερθέντων εμπορευμάτων από τους αναφερόμενους στην αγωγή όρους της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης (κλιμακωτή χρέωση αναλόγως του βάρους των μεταφερομένων ποσοτήτων εντός του έτους, του είδους των εμπορευμάτων, του προορισμού κ.λ.π.) και γ) ότι οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και, συνεπώς, η μνεία των σχετικώς εκδοθέντων παραστατικών εγγράφων των μεταφορών και ο χρόνος παραλαβής τους από την πρώτη εναγομένη θα είχε σημασία μόνο για τον καθορισμό του χρόνου τοκοφορίας των απαιτήσεων της ενάγουσας, τα λοιπά δε στοιχεία αποτελούν αντικείμενο απόδειξης και όχι στοιχείο του ορισμένου της αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την αγωγή, ως προς το ως άνω κεφάλαιο και, απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο έφεσης της πρώτης αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, παραλείποντας να κηρύξει απαράδεκτο, αφού, ορθά, δέχθηκε, ότι εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την επίδικη αξίωση.

Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος του κυρίου αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1258 / 2021, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 861/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με το διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών, λειτουργώντας ως επιχείρηση κοινής ωφέλειας, εποπτευόμενη από τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.

Είχε συσταθεί ως θυγατρική της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΣΕ Α.Ε." (βλ. το υπ' αριθμ. 12.948/20-12- 2005 ΦΕΚ, τεύχ, ΑΕ/ΕΠΕ), που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και με την υπ' αριθμ. 39.360/29-12-2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύτηκε νομίμως (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 169/9-1-2007), ολοκληρώθηκε η διαδικασία απόσχισης και εισφοράς του κλάδου της εκμεταλλεύσεως επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών σε αυτήν από τη μητρική εταιρεία, ενώ στις 30-12-2008 μεταβιβάσθηκε το σύνολο του καταβεβλημένου κεφαλαίου της στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο κατέστη ο μοναδικός της μέτοχος.

Κατά το καταστατικό της, σκοπός της "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΑΕ" είναι: α. Η παροχή υπηρεσιών έλξης για την σιδηροδρομική μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών, β. Η ανάπτυξη, οργάνωση και εκμετάλλευση αστικών, προαστιακών, περιφερειακών, υπεραστικών και διεθνών επιβατικών και εμπορευματικών σιδηροδρομικών μεταφορών.

Στις σιδηροδρομικές μεταφορές περιλαμβάνονται οι μεταφορές με τους συμβατικά γνωστούς σιδηροδρόμους, καθώς και οι μεταφορές με πάσης φύσεως σιδηροδρόμους ειδικής μορφής ή συστήματα σταθερής τροχιάς, τα οποία θα προκύψουν από την εξέλιξη της τεχνολογίας, γ. Η ανάπτυξη, οργάνωση και εκμετάλλευση λεωφορειακών ή και συνδυασμένων επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών, δ.

Η οργάνωση, εκμετάλλευση και παροχή υπηρεσιών κατάκλισης και εστίασης επιβατών, ε. Η οργάνωση και λειτουργία των εργασιών κατασκευής, επισκευής και συντήρησης του τροχαίου υλικού, στ. Η ανάπτυξη, οργάνωση και εκμετάλλευση μεταφορών, οι οποίες αποσκοπούν στη βελτίωση της συμπληρωματικότητας του συστήματος μεταφορών της χώρας και στην αρτιότερη εξυπηρέτηση του κοινού, ζ.

Η ανάπτυξη κάθε άλλης δραστηριότητας, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του μεταφορικού έργου και την άρτια εξυπηρέτηση του κοινού. Στις δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνονται, ιδίως, η παροχή υπηρεσιών τουριστικού χαρακτήρα, η εκτέλεση διαμεταφορικού έργου, η θέση σε λειτουργία και η εκμετάλλευση τηλεπικοινωνιακού δικτύου, η κατασκευή έργων σχετικών με την εκπλήρωση του σκοπού της.

η. Η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και η εκπόνηση μελετών σχετικών με τις δραστηριότητες που περιγράφονται στο παρόν άρθρο. θ. Η διενέργεια κάθε άλλης συναφούς εργασίας ή δραστηριότητας άμεσα ή έμμεσα σχετιζόμενης με το σκοπό της εταιρείας, όπως αυτός οριοθετείται με το παρόν και τη σχετική νομοθεσία, για την οποία ήθελε αποφασίσει νομίμως το Διοικητικό Συμβούλιο.

Με την υπ' αριθμ. 232/5-4-2013 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων μεταβιβάσθηκε το σύνολο των μετοχών της στο ΤΑΙΠΕΔ, το οποίο κατέστη ο μοναδικός της μέτοχος. Ο εναγόμενος Β. Κ. α) διατηρούσε την ατομική επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο "...", β) ήταν ο μόνος εταίρος και διαχειριστής της συσταθείσας το 2001 μονοπρόσωπης ΕΠΕ με την επωνυμία "… ", γ) ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ιδρυθείσας το 2003 ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", κατέχοντας το 95% των μετοχών της εταιρείας αυτής, ενώ το υπόλοιπο 5% των μετοχών της ανήκε στην ως άνω μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "…", δ) ήταν ο μόνος διαχειριστής της συσταθείσας το 2004 ΕΠΕ με την επωνυμία "…", κατέχοντας το 95% των εταιρικών της μεριδίων, ενώ το υπόλοιπο 5% αυτών ανήκε στην ως άνω μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "…".

Εξάλλου, ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, Λ. Μ., κατείχε τη θέση του Γενικού Διευθυντή Εμπορευμάτων της μητρικής εταιρείας ΟΣΕ Α.Ε ήδη από το 2006, θέση την οποία διατήρησε και στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., μετά τη σύσταση της τελευταίας. Στο πλαίσιο της παραπάνω επιχειρηματικής της δραστηριότητας, η ενάγουσα, εκπροσωπούμενη από το Λ.

Μ., σύναψε με το δεύτερο των εναγομένων, Β. Κ., το με αριθμό ... ιδιωτικό συμφωνητικό, παροχής υπηρεσιών σιδηροδρομικών μεταφορών. Όπως αναγράφεται στο συμφωνητικό αυτό, ο Β. Κ. συμβλήθηκε ενεργώντας ως "νόμιμος εκπρόσωπος του Ομίλου των εταιρειών, που ορίζονται σύμφωνα με επιστολή της εταιρείας του κ. Κ. με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο των μεταφορών, που στο εξής για συντομία θα αποκαλείται Εταιρεία".

Δυνάμει της επίδικης αυτής με την κύρια αγωγή συμβάσεως, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει υπηρεσίες σιδηροδρομικών μεταφορών στην εταιρεία έως τις 31-12-2008 έναντι κομίστρου, που θα κατέβαλλε η τελευταία, κατά το άρθρο 17 αυτής, εντός εξήντα (60) ημερών από την παραλαβή των ενταλμάτων πληρωμής ή των χρεωστικών εγγράφων, που θα εκδίδονταν για τις επιμέρους μεταφορές.

Στο εν λόγω συμφωνητικό είχαν τεθεί όροι σχετικά με την τιμολογιακή πολιτική της ενάγουσας έναντι της αντισυμβαλλομένης της και συγκεκριμένα οριζόταν ότι: α) Τα κόμιστρα για τη μεταφορά προϊόντων σιδήρου, καθώς και των βάσεων σιδηροστεφάνων και αδιάβροχων, που χρησιμοποιούνται για τη στήριξη αυτών, στη γραμμή Θεσσαλονίκης - Γευγελή και αντιστρόφως, θα είχαν ως εξής:

από 0-100.000 τόνους, τιμή 4,80 ευρώ/τόνο, από 100.001 έως 150.000 τόνους, τιμή 4,70 ευρώ/τόνο, από 150.001 τόνους έως 200.000 τόνους, τιμή 4,60 ευρώ/τόνο, από 200.001 έως 300.000, τιμή 4,50 ευρώ/τόνο, από 300,001 τόνους έως 430.000, τιμή 4,40 ευρώ/τόνο, από 430.001 τόνους έως 550.000, τιμή 4,30 ευρώ/τόνο, από 550.001 έως 700.000 τόνους, τιμή 4,20 ευρώ/τόνο, από 700.001 τόνους και άνω, τιμή 3,90 ευρώ/τόνο, με εφαρμογή των ειδικών τιμών από τον πρώτο τόνο (όρος 7), ενώ, σε περίπτωση μεταφοράς φορτίου με επιστρεφόμενα κενά βαγόνια, θα ίσχυε η χορήγηση κομίστρου ευκαιρίας (στη μία διαδρομή και για τις δύο κατευθύνσεις) με έκπτωση 50% στις ως άνω αντίστοιχες τιμές (όρος 7.3).

β) Τα κόμιστρα για μεταφορά άλλου, (πλην των ανωτέρω) φορτίου στη γραμμή Θεσσαλονίκης - Γευγελή και αντιστρόφως θα είχαν ως εξής: από 0 έως 50.000 τόνους, τιμή 3,80 ευρώ/τόνο, από 50.001 έως 100.000 τόνους, τιμή 3,75 ευρώ/τόνο, από 100.001 έως 150.000 τόνους, τιμή 3,70 ευρώ/τόνο, από 150.001 έως 200.000 τόνους, τιμή 3,65 ευρώ/τόνο, από 200.001 τόνους και άνω τιμή 3,60 ευρώ/τόνο, με εφαρμογή των ειδικών τιμών από τον τόνο (όρος 8).

γ) Για μεταφορές στη γραμμή Θεσσαλονίκης - Κούλατα και αντιστρόφως, θα ίσχυε γενικό κόμιστρο 4,20 ευρώ/τόνο και στην περίπτωση της έμφορτης και έμφορτης διαδρομής κόμιστρο 4 ευρώ/τόνο, ανά διαδρομή (όρος 10). δ) Για μεταφορές με κοντέϊνερ και high cubes στη διαδρομή Θεσσαλονίκης - Κούλατα και αντιστρόφως, θα ίσχυε κόμιστρο 2.120 ευρώ/διαδρομή για πλήρη τρένα με μικτό βάρος μέχρι 1200 τόνους και κόμιστρο 2.340 ευρώ/διαδρομή για πλήρη τρένα με μικτό βάρος μέχρι 1500 τόνους, ενώ για μεμονωμένα βαγόνια με κοντέϊνερ θα ίσχυαν τα κόμιστρα και οι εκπτώσεις της γενικής τιμολογιακής συμφωνίας ...

μεταξύ της ενάγουσας και της ... (Σιδηροδρομικής εταιρείας της FYROM) και με τις εκπτώσεις της κεντρικής τιμολόγησης (όρος 11). ε) Για μεταφορές με κοντέϊνερ στη γραμμή Θεσσαλονίκης - Αθήνας, τα κόμιστρα θα είχαν ως εξής: για έμφορτη και έμφορτη διαδρομή, με πλήρη τρένα με μικτό βάρος μέχρι 1100 τόνους, 6.951 ευρώ/διαδρομή (μετ' επιστροφής 13.902 ευρώ), για έμφορτη και έμφορτη διαδρομή με πλήρη τρένα με μικτό βάρος μέχρι 810 τόνους, 5.244 ευρώ/διαδρομή (μετ' επιστροφής 10.488 ευρώ), για μεμονωμένα βαγόνια με κοντέϊνερ θα ίσχυαν τα κόμιστρα και οι εκπτώσεις της συμφωνίας ...

μεταξύ της ενάγουσας και της ... και με τις εκπτώσεις της κεντρικής τιμολόγησης (όροι 12, 12.1, 12.2). στ) Για τις μεταφορές με κοντέϊνερ και high cubes στη γραμμή Θεσσαλονίκης - Γευγελή και αντιστρόφως τα κόμιστρα θα είχαν ως εξής: 1.827 ευρώ ανά τρένο και ανά διαδρομή για πλήρη τρένα, 150 ευρώ για μεμονωμένα τετραξονικά βαγόνια στη διαδρομή Γευγελή - Θεσσαλονίκης - Γευγελή ή Θεσσαλονίκης - Γευγελή - Θεσσαλονίκης, ενώ, για τις περιπτώσεις χρησιμοποίησης διαξονικών βαγονιών, λόγω αδυναμίας διαθέσεως τετραξονικών, 110 ευρώ αντί των 150 ευρώ (όρος 13).

ζ) Για τη μεταφορά μεμονωμένων βαγονιών με κοντέϊνερ, τόσο στη διαδρομή Κούλατα - Θεσσαλονίκης και αντιστρόφως, όσο και στη διαδρομή Θεσσαλονίκης - Αθήνας και αντιστρόφως, θα ίσχυαν τα κόμιστρα και οι εκπτώσεις της τιμολογιακής συμφωνίας ... μεταξύ της ενάγουσας και της ... (Σιδηροδρομικής εταιρείας της FYROM), η οποία θα ίσχυε και για όλες τις μεταφορές στο ελληνικό δίκτυο (όροι 12.3, 9).

η) Σε περίπτωση μεταφοράς φορτίων ζωoτροφών και τροφίμων από το εξωτερικό, η εταιρεία θα είχε δικαίωμα /πρόσθετης εκπτώσεως 5% για τους προορισμούς από τους συνοριακούς σταθμούς Γευγελή και Κούλατα μέχρι και 300 χιλιόμετρα (όρος 14). θ) Σε περίπτωση χρησιμοποίησης ιδιωτικών βαγονιών, θα ίσχυαν οι εκάστοτε τιμολογιακές διατάξεις, ήτοι το προβλεπόμενο ποσοστό έκπτωσης για την έμφορτη διαδρομή και το κανονικό κόμιστρο για την κενή διαδρομή (όρος 4).

ι) Τα βαγόνια με προορισμό το Κόσσοβο απαλλάσσονταν του αντίστοιχου ποσού καταβολής των τελών RIV, από την ημέρα εξόδου τους από το δίκτυο του ΟΣΕ για επτά εικοσιτετράωρα, εάν δε παρέμεναν περισσότερο χρόνο θα πληρώνονταν στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. τα σχετικά επιπλέον ποσά, προσθέτως δε, τα βαγόνια με προορισμό το Pirot (Σερβία) θα απαλλάσσονταν για τρία εικοσιτετράωρα του αντίστοιχου ποσού καταβολής των τελών RIV από την ημέρα άφιξης στο σιδηροδρομικό σταθμό του Pirot (Σερβία), διάθεσης προς εκφόρτωση ή φόρτωση στις εγκαταστάσεις της εταιρείας και επιστροφή στο σιδηροδρομικό σταθμό του Pirot (όροι 5, 6).

ια) Για όλες τις μεταφορές, τα τέλη τελωνειακών διατυπώσεων και τα τέλη παρακαμπτηρίων θα συμπεριλαμβάνονταν στις τιμές των κομίστρων (όρος 15). Εξάλλου, είχε ορισθεί ότι, για τη διασφάλιση της καταβολής των κομίστρων και των τελών, η εταιρεία θα κατέθετε στην ενάγουσα εταιρεία εγγυητική επιστολή, ύψους 62.000 ευρώ.

Δυνάμει των όρων του Παραρτήματος 1 του ως άνω ... ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνήθηκε επιπλέον έκπτωση 0,6 ευρώ ανά τόνο σε όλα τα μεταφερόμενα εμπορεύματα, εφόσον η εταιρεία μετέφερε περισσότερους από 200.000 τόνους στη διαδρομή Θεσσαλονίκης - Γευγελή και αντιστρόφως (παρ. 1), ενώ, σε περίπτωση που η εταιρεία διατηρούσε ή αύξανε τον κύκλο εργασιών της εντός του έτους 2008, θα ίσχυαν ποσοστά εκπτώσεως από το πρώτο λεπτό, ως εξής:

για συνολικό ποσό από 680.000 ευρώ έως 720.000 ευρώ, η εταιρεία θα δικαιούνταν εκπτώσεως 3%, για συνολικό ποσό από 720.001 ευρώ έως 760.000 ευρώ θα δικαιούνταν εκπτώσεως 5%, για συνολικό ποσό από 760.001 ευρώ έως 880.000 ευρώ θα δικαιούνταν εκπτώσεως 7%, για συνολικό ποσό από 880.001 ευρώ έως 960.000 ευρώ θα δικαιούνταν εκπτώσεως 9%, για συνολικό ποσό από 960.001 ευρώ έως 1.040.000 ευρώ θα δικαιούνταν εκπτώσεως 11 %, για συνολικό ποσό από 1.040.001 ευρώ έως 1.200.000 ευρώ θα δικαιούνταν εκπτώσεως 13%, για συνολικό ποσό από 1.200.001 ευρώ και άνω θα δικαιούνταν εκπτώσεως 14% (παρ. 2).

Η ισχύς του συμφωνητικού αυτού, μετά την παρέλευση της συμβατικής διάρκειάς της, παρατάθηκε, δυνάμει του όρου 18 αυτού, για ακόμα δύο έτη (2009 και 2010). Εξάλλου, το προηγούμενο έτος (2007) ο Λ. Μ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., είχε συνάψει στις 9-3-2007 το υπ' αριθμ. ... ιδιωτικό συμφωνητικό, συμβαλλόμενος με το Β.

Κ., ο οποίος ενεργούσε, ομοίως, όπως και στο προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό του έτους 2008, ως "νόμιμος εκπρόσωπος του Ομίλου των εταιρειών, που ορίζονται σύμφωνα με επιστολή της εταιρείας του κ. Κ., με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο των μεταφορών, που στο εξής για συντομία θα αποκαλείται Εταιρεία".

Η σύμβαση του 2007 ήταν παρόμοια με αυτήν του 2008, έχοντας έναντι της τελευταίας τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις: α) τα βαγόνια με προορισμό το Pirot της Σερβίας απαλλάσσονταν του ποσού καταβολής αντίστοιχου των τελών RIV από την ημέρα εξόδου από το δίκτυο των ... για δύο 24ωρα μέχρι να εισέλθουν πάλι στο δίκτυο των ... (όρος 6).

β) Για τις μεταφορές με κοντέϊνερ και high cubes στη διαδρομή Κούλατα-Θεσσαλονίκη και αντιστρόφως οριζόταν ότι τα κόμιστρα για πλήρη τρένα με μικτό βάρος μέχρι 1200 τόνους θα ανέρχονταν σε 1900 ευρώ ανά διαδρομή (όρος 13.1). γ) Για τις μεταφορές με κοντέϊνερ και high cubes στη διαδρομή Γευγελή-Θεσσαλονίκη και αντιστρόφως οριζόταν ότι τα κόμιστρα για πλήρη τρένα θα ανέρχονταν σε 1782 ευρώ ανά τρένο ανά διαδρομή (όρος 15.1).

δ) Δεν υπήρχε πρόβλεψη για πρόσθετη έκπτωση στις περιπτώσεις μεταφοράς ζωοτροφών και τροφίμων από το εξωτερικό, ε) Στο Παράρτημα 1 (παρ. 1) του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού οριζόταν ότι η πρόσθετη έκπτωση 0,6 ευρώ/τόνο για τη μεταφορά πέραν των 200.000 τόνων θα ίσχυε μόνο για τις μεταφορές των πινάκων 7 και 8 του συμφωνητικού (μεταφορές εμπορευμάτων στη διαδρομή Θεσσαλονίκης-Γευγελή και αντιστρόφως), στ) Στο ίδιο Παράρτημα 1 (παρ. 2) οριζόταν ότι, σε περίπτωση που η εταιρεία διατηρούσε ή αύξανε τον κύκλο εργασιών της εντός του έτους 2007, θα ίσχυαν ποσοστά εκπτώσεως από το πρώτο λεπτό, ως εξής;

για συνολικό ποσό από 850.000 ευρώ έως 900.000 ευρώ, η εταιρεία θα δικαιούνταν εκπτώσεως 3%, για συνολικό ποσό από 900.001 ευρώ έως 950.000 ευρώ θα δικαιούνταν εκπτώσεως 5%, για συνολικό ποσό από ευρώ έως 1.000.000 ευρώ θα δικαιούνταν εκπτώσεως 7%, για συνολικό ποσό από 1.000.001 ευρώ έως 1.050.000 ευρώ θα δικαιούνταν εκπτώσεως 9%, για συνολικό ποσό από 1.050.001 ευρώ έως 1.100.000 ευρώ θα δικαιούνταν εκπτώσεως 11 %, για συνολικό ποσό από 1.100.001 ευρώ έως 1.200.000 ευρώ θα δικαιούνταν εκπτώσεως 13% και για συνολικό ποσό από 1.200.001 ευρώ και άνω θα δικαιούνταν εκπτώσεως 14%.

Ο Λ. Μ., στα πλαίσια των καθηκόντων του, εκπροσωπούσε την ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. και τη δέσμευε στις συναλλαγές της με τους πελάτες της, που αφορούσαν στη μεταφορά των εμπορευμάτων, έχοντας τη διαχείριση των σχετικών υποθέσεών της, δυνάμενος να συνάπτει συμβάσεις με τα ενδιαφερόμενα - αντισυμβαλλόμενα μέρη, στις οποίες θα προέβαινε σε χορήγηση εκπτώσεων.

Ωστόσο, ασκώντας τη διαχείριση της "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε." στον τομέα της εμπορευματικής της πολιτικής, δεν λειτουργούσε ανέλεγκτα, αλλά δεσμευόταν από τις εκάστοτε ισχύουσες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, οι οποίες προσδιόριζαν (μεταξύ άλλων), κατά τρόπο δεσμευτικό, και το εύρος των επιτρεπόμενων εκπτώσεων, που χορηγούσε στους αντισυμβαλλόμενους πελάτες της.

Συγκεκριμένα, στο άρθρο 5, υπό τους αριθμούς 6 και 9 της υπ' αριθμ. πρωτ. 2433161/2α/9-5-2007 οργανωτικής εγκυκλίου της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., περί καθορισμού των δικαιοδοσιών και αρμοδιοτήτων της Διευθύνουσας Συμβούλου της και των Γενικών Διευθυντών της, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις αρμοδιότητες, που ανήκαν στον ως άνω Γενικό Διευθυντή για τα Εμπορεύματα, περιλαμβάνονται και η "6.Λήψη αποφάσεων σε αιτήματα της πελατείας για χορήγηση εκπτώσεων για εμπορευματικές μεταφορές, εντός της εγκεκριμένης από το Δ.Σ.

κατά τα ανωτέρω καθορισθείσας εμπορευματικής πολιτικής", η "9. Χορήγηση ειδικού κομίστρου (ανταγωνιστικό κόμιστρο) σε κάθε πελάτη που ζητήσει εγγράφως, να μεταφέρει μαζικό φορτίο και σε ειδικές περιπτώσεις, οι οποίες δεν επιδέχονται αναβολή, για συγκεκριμένη διαδρομή, είδος και ποσότητα φορτίου, μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη κόστους, κατά την οποία θα λαμβάνονται υπόψη μόνο κόστη, που δημιουργεί η συγκεκριμένη πιο πάνω μεταφορά και όχι εκείνα τα πάγια κόστη, τα οποία ούτως ή άλλως καταβάλλει η ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.

Απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση του προαναφερθέντος ανταγωνιστικού κομίστρου θα είναι η υπογραφή συμφωνίας, η οποία θα δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, ενώ θα καλύπτει τουλάχιστον κατά 10% το προϋπολογιζόμενο κόστος. Σε περίπτωση που ο πελάτης δεν θα υπογράψει συμφωνία, θα επιβαρύνεται με τα έξοδα εκπόνησης της μελέτης.

Η υποχρέωση ανακοίνωσης αμελλητί κάθε πιο πάνω απόφασης στο Διοικητικό Συμβούλιο θα εξακολουθήσει να τηρείται, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις της ισχύουσας για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ νομοθεσίας". Οι ίδιες ρυθμίσεις, όσον αφορά στις σχετικές αρμοδιότητες του Λ. Μ., υπήρχαν και πριν την ισχύ της ως άνω οργανωτικής εγκυκλίου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ.

πρωτ. 44508/2Θ/29-5-2006 οργανωτική εγκύκλιο της ΟΣΕ Α.Ε.. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 4265 απόφαση της συνεδρίασής του στις 20-12-2006 το Διοικητικό Συμβούλιο της ΟΣΕ Α.Ε. ενέκρινε τα Εμπορικά και Τιμολογιακά μέτρα των διεθνών εμπορευματικών μεταφορών για το έτος 2007, τα οποία ίσχυσαν και στη συνέχεια, ήτοι και για τα έτη 2008 και 2009, δεδομένου ότι το ΔΣ της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.

δεν ενέκρινε νέα Εμπορευματικά και Τιμολογιακά μέτρα. Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, θα εφαρμόζονταν καταρχήν από 1-1-2007 τα κόμιστρα και οι εκπτώσεις (μετά από έγκριση του αρμόδιου Γενικού Διευθυντή για Εμπορεύματα) της "Τιμολογιακής Συμφωνίας ΟΣΕ - ... ... Αρ.... - ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΚΑΤΑ ΠΛΗΡΗ ΒΑΓΟΝΙΑ" (ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Τ.ΕΜ.ΕΞ.

Αρ.Γ 114). Ειδικότερα, με την ως άνω Τιμολογιακή Συμφωνία και όπως προκύπτει από τον "ΠΙΝΑΚΑ ΕΝΙΑΙΩΝ ΚΟΜΙΣΤΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΣΤΑ ΔΙΚΤΥΑ ΟΣΕ - ... ... ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ - ΤΚΑΝ3ΙΤ", που τη συνοδεύει, για απόσταση μεταξύ 76 έως 100 χιλιομέτρων, στην οποία εντάσσονται όλες οι διαδρομές Θεσσαλονίκης-Γευγελή, ως εκ της αποστάσεώς τους των 79 χιλιομέτρων, πλην της κατωτέρω αναφερόμενης, οριζόταν ως κόμιστρο, για ποσότητες εμπορευμάτων της κλάσης 1, για 25 τόνους και άνω, το ποσό των 6,10 ευρώ ανά τόνο και για ποσότητες εμπορευμάτων της κλάσης 2, για 25 τόνους και άνω, το ποσό των 5,30 ευρώ ανά τόνο, ενώ για απόσταση μέχρι 75 χιλιόμετρα, στην οποία εντάσσεται η διαδρομή Θεσσαλονίκης (Διαλογή) - Γευγελή, ως εκ της αποστάσεώς της των 75 χιλιομέτρων, οριζόταν ως κόμιστρο, για ποσότητες εμπορευμάτων της κλάσης 1, για 25 τόνους και άνω, το ποσό των 5,50 ευρώ ανά τόνο και για ποσότητες εμπορευμάτων της κλάσης 2, για 25 τόνους και άνω, το ποσό 4,70 ευρώ ανά τόνο.

Εξάλλου, βάσει της "Τιμολογιακής Συμφωνίας ΟΣΕ - ... ... Αρ.... - ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΤΑ ΠΛΗΡΗ ΒΑΓΟΝΙΑ", (ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Τ.ΕΜ.ΕΞ. Αρ.Γ 117), που ίσχυε από 1-1-2008, όπως προκύπτει από τον "ΠΙΝΑΚΑ ΕΝΙΑΙΩΝ ΚΟΜΙΣΤΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΣΤΑ ΔΙΚΤΥΑ ΟΣΕ - ... ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ - ΤΡΑΝSΙΤ", που τη συνοδεύει, για απόσταση μεταξύ 76 έως 100 χιλιομέτρων, στην οποία εντάσσονται όλες οι διαδρομές Θεσσαλονίκης-Γευγελή, ως εκ της αποστάσεώς τους των 79 χιλιομέτρων, πλην της κατωτέρω αναφερόμενης, οριζόταν ως κόμιστρο, για ποσότητες εμπορευμάτων της κλάσης 1, για 25 τόνους και άνω, το ποσό των 6,10 ευρώ ανά τόνο και για ποσότητες εμπορευμάτων της κλάσης 2, για 25 τόνους και άνω, το ποσό των 5,60 ευρώ ανά τόνο, ενώ για απόσταση μέχρι 75 χιλιόμετρα, στην οποία εντάσσεται η διαδρομή Θεσσαλονίκης (Διαλογή) - Γευγελή, ως εκ της αποστάσεως των 75 χιλιομέτρων, οριζόταν ως κόμιστρο, για ποσότητες εμπορευμάτων της κλάσης 1, για 25 τόνους και άνω, το ποσό των 5,50 ευρώ ανά τόνο.

Προσθέτως, ορίσθηκε ότι στα παραπάνω κόμιστρα, για λόγους εμπορικής σκοπιμότητας και, εφόσον δεν επαρκούσαν οι εκπτώσεις της ως άνω συμφωνίας, μπορούσαν να χορηγούνται, για όλες τις διαδρομές της ΟΣΕ ΑΕ, μετά από έγκριση του αρμόδιου Γενικού Διευθυντή για Εμπορεύματα, εκπτώσεις επί των κομίστρων της συμφωνίας με ανώτατο ποσοστό 35%.

Διευκρινιζόταν δε ότι οι εκπτώσεις αυτές δεν θα μπορούσαν να χορηγηθούν αθροιστικά με τις προβλεπόμενες εκπτώσεις της ως άνω Τιμολογιακής Συμφωνίας (περ. 4 της παραπάνω αποφάσεως του ΔΣ). Ο Β. Κ., όπως προαναφέρθηκε, είχε συμβληθεί με την ΟΣΕ Α.Ε. αρχικά και στη συνέχεια με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. ως νόμιμος εκπρόσωπος του ομίλου των επιχειρήσεών του.

Οι επιχειρήσεις αυτές προκύπτουν σαφώς από το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 23.011/20-1-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο Λ. Μ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΟΣΕ Α.Ε., προέβη στη σύναψη της αντίστοιχης συμφωνίας για το έτος 2006, με αντισυμβαλλόμενο το Β. Κ., ως νόμιμο εκπρόσωπο: α) της ατομικής του επιχειρήσεως, με το διακριτικό τίτλο "...", β) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " V… Ανώνυμη Εταιρεία Υπηρεσιών Φορτοεκφόρτωσης-Στοιβασίας-Πρόσδεσης Φορτίων " και διακριτικό τίτλο " ..." και γ) της ΕΠΕ με την επωνυμία "...".

Αυτό συνέβη ώστε να δύναται (για φορολογικούς και άλλους λόγους) να συνάπτει τις διενεργούμενες μεταφορικές συμβάσεις για λογαριασμό οποιασδήποτε από τις ως άνω επιχειρήσεις του, που αυτός θα επέλεγε. Στο πλαίσιο αυτό, ο Β. Κ. επέλεξε να αποδώσει στην εναγόμενη εταιρεία "..." τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή (επίδικες) συμβάσεις μεταφοράς εμπορευμάτων.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, ο Λ. Μ. ήδη από το 2006, ενόσω ήταν στέλεχος της ΟΣΕ Α.Ε., είχε αθέμιτες συναλλαγές με το Β. Κ., τις οποίες (αθέμιτες συναλλαγές) συνέχισε και ενόσω ήταν στέλεχος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., μέχρι την απομάκρυνσή του από τη θέση του Γενικού Διευθυντή για Εμπορεύματα την άνοιξη του 2008. Σημειώνεται ότι ο ανωτέρω υπέβαλε την παραίτησή του και αποχώρησε από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.

στις 12-9-2008. Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω, εκπροσωπώντας την ΟΣΕ Α.Ε. αρχικά και την ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. στη συνέχεια, σε συνεργασία με το Β. Κ., σύναπτε μ' αυτόν συμβάσεις, πέραν των ορίων της εκπροσωπευτικής του εξουσίας, εν αγνοία των διοικητικών συμβουλίων και των διευθυνόντων συμβούλων των εταιρειών αυτών, οι οποίες ήταν εξαιρετικά επιζήμιες για τις εκπροσωπούμενες από αυτόν εταιρείες και αντιστοίχως επωφελείς για τις ως άνω επιχειρήσεις του Β.

Κ.. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο Λ. Μ. είχε την εκπροσωπευτική εξουσία παροχής εκπτώσεων προς το Βασίλειο Μόσχο και τις επιχειρήσεις του κατ' ανώτατο ποσοστό 35% επί των οριζόμενων κομίστρων των ως άνω υπ' αριθμ. ... και ... Τιμολογιακών Συμφωνιών ΟΣΕ - ... .... Όμως, ο ανωτέρω προέβη στη σύναψη των προαναφερόμενων συμφωνιών, βάσει των οποίων εν τέλει τα ποσοστά εκπτώσεων της ως άνω επιχειρήσεως του Β.

Κ. ήταν σημαντικά υπέρτερα των επιτρεπόμενων, προς βλάβη της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.. Συγκεκριμένα, όπως προέκυψε (μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής) από τη σχετική έκθεση ελέγχου, που συνέταξε το Νοέμβριο του 2011 ο διορισμένος από το Υπουργείο Οικονομικών ελεγκτής της Ανεξάρτητης Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.

Κωνσταντίνος Τσέλης, η συνολική ζημία της εταιρείας κατά το 2007 ανήλθε στο ποσό των 333.410,92 ευρώ". Στη συνέχεια, το Εφετείο παραθέτει πίνακες, όπου εμφαίνονται, αντίστοιχα: α) η "ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΕΛΙΚΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΚΟΜΙΣΤΡΟΥ ΚΑΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 7 ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΥ ΑΡ. ..." (πρώτος πίνακας) και β) η "ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΕΛΙΚΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΚΟΜΙΣΤΡΟΥ ΚΑΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 8 ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΥ ΑΡ. ..." (δεύτερος πίνακας) και, ακολούθως, δέχθηκε τα εξής: "Στους δυο πίνακες, η στήλη (Α) υπό τον τίτλο: "ΚΑΘΑΡΟ ΤΕΛΙΚΟ ΚΟΜΙΣΤΡΟ ΜΕΤΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ" απεικονίζει το κόμιστρο ανά τόνο, ανά κωδικό εμπορεύματος, τιμολογιακή κλάση και χιλιομετρική απόσταση, που προέκυψε μετά την ποσοτικοποίηση όλων των εκπτώσεων που χορηγήθηκαν, δηλαδή τις εκπτώσεις των προαναφερόμενων άρθρων 7 και 8 του υπ' αριθμ. ...

ιδιωτικού συμφωνητικού και των εκπτώσεων του Παραρτήματος 1 αυτού (όροι 1 και 2). Η στήλη (Β) υπό τον τίτλο: "ΚΟΜΙΣΤΡΟ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΑΡ. ... - Τ.ΕΜ.ΕΞ. ΑΡ. Γ 114 - ΜΕΣΗ ΦΟΡΤΩΣΗ ΑΝΑ ΒΑΓΟΝΙ ΑΠΟ 25 ΤΟΝΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΩ" περιλαμβάνει τα κόμιστρα που προβλέπονται από την εν λόγω προαναφερθείσα συμφωνία για τις τιμολογιακές κλάσεις και αποστάσεις των συγκεκριμένων κωδικών εμπορευμάτων για μεταφορές με πλήρη βαγόνια με μέση φόρτωση ανά βαγόνι από 25 τόνους και πάνω.

Στη στήλη (Γ) υπό τον τίτλο: "ΑΝΩΤΑΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΚΠΤΩΣΗΣ" αναφέρεται το ανώτατο ποσοστό έκπτωσης επί των κομίστρων της ίδιας Τιμολογιακής Συμφωνίας ΟΣΕ- ... ... Αρ. ... για τις συγκεκριμένες χιλιομετρικές αποστάσεις, που προβλέπεται σε ποσοστό 35%, όπως ήδη αναφέρθηκε. Στη στήλη (Δ) υπό τον τίτλο: "ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΚΟΜΙΣΤΡΟ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ...

ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΡ.4 ΤΩΝ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟ Δ.Σ. ΤΗΣ ΟΣΕ Α.Ε. ΤΙΜΟΛΟΓΙΑΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΤΟΥ 2007" αναφέρονται τα κατώτατα κόμιστρα ανά τόνο, που θα έπρεπε να καταβάλει η ανωτέρω εταιρεία "...", λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ως άνω Τιμολογιακή Συμφωνία ΟΣΕ - ... -Ζ5 αρ. ..., όσο και τα προαναφερόμενα εμπορικά και τιμολογιακά μέτρα που είχαν εγκριθεί από το Δ.Σ.

της ΟΣΕ Α.Ε για το έτος 2007, Στη στήλη (Ε) υπό τον τίτλο: "ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΟΜΙΣΤΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ/ΤΟΝΟ" παρουσιάζεται η διαφορά του κομίστρου ανά τόνο μετά τη σύγκριση αφενός του καθαρού τελικού κομίστρου της στήλης (Α), αυτού δηλαδή που προέκυπτε με τις συμφωνηθείσες εκπτώσεις και του κατώτατου επιτρεπόμενου, με βάση τα ανωτέρω, κομίστρου της στήλης (Δ).

Στη στήλη (ΣΤ) υπό τον τίτλο: "ΜΕΤΑΦΕΡΘΕΝΤΕΣ ΤΟΝΟΙ" αναγράφεται ο συνολικός όγκος των προϊόντων, που μεταφέρθηκαν κατά το έτος 2007 από την ανωτέρω εταιρεία "...", ανά κωδικό εμπορεύματος, τιμολογιακή κλάση και χιλιομετρική απόσταση και στην τελευταία στήλη υπό τον τίτλο "ΑΞΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΚΟΜΙΣΤΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ" περιλαμβάνεται ανά κωδικό εμπορεύματος, τιμολογιακή κλάση και χιλιομετρική απόσταση, η αξία σε ευρώ της διαφοράς που προκύπτει μετά τη σύγκριση του καθαρού τελικού κομίστρου της στήλης (Α), που συμφωνήθηκε με το Β.

Κ. και ίσχυσε κατά το 2007 και του κατώτατου κομίστρου της στήλης (Δ), αφού ληφθούν υπόψη οι μεταφερθέντες, από την ανωτέρω εταιρεία "..." τόνοι εμπορευμάτων, που αναφέρονται στη στήλη (ΣΤ). Από την επισκόπηση των ως άνω πινάκων, προκύπτει ότι οι εκπτώσεις, που χορηγήθηκαν προς την εκπροσωπούμενη από το Β. Κ. εταιρεία "...", υπερβαίνουν σημαντικά, με ζημία της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΑΕ, το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό εκπτώσεως και ανήλθαν συνολικά στο ποσό των (94.322,11 + 239.078,81 )= 333.410,92 ευρώ.

Εξάλλου, η ζημία της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. κατά το έτος 2008 με αντίστοιχο όφελος της εταιρείας ..., που προκλήθηκε από τη συνομολόγηση εκ μέρους του Λ. Μ. εκπτώσεων κατά πολύ υπέρτερων των επιτρεπόμενων με την ως άνω υπ' αριθμ. ... σύμβαση, ανήλθε στο ποσό των (155.996,33 + 386.753,67 =) 542.750 ευρώ, όπως ειδικότερα η ζημία αυτή στους παρακάτω δύο αντίστοιχους πίνακες, που συνέταξε ο ίδιος ελεγκτής της Ανεξάρτητης Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου Κωνσταντίνος Τσέλης και εμπεριέχεται στην από Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του".

Στη συνέχεια, το Εφετείο παραθέτει πίνακες, όπου εμφαίνονται, αντίστοιχα: α) η " ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΕΛΙΚΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΚΟΜΙΣΤΡΟΥ ΚΑΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 7 ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΥ ΑΡ. ..." (πρώτος πίνακας) και β) η "ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΕΛΙΚΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΚΟΜΙΣΤΡΟΥ ΚΑΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 7 ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΥ ΑΡ. ... " (δεύτερος πίνακας) και, ακολούθως, δέχθηκε τα εξής: " Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ανά μήνα η ενάγουσα απέστελλε στην εναγομένη αντίγραφα των τιμολογημένων φορτωτικών, που εκδίδονταν για το σύνολο των μεταφορών, τις οποίες είχε διενεργήσει για λογαριασμό της τον προηγούμενο μήνα, καθώς επίσης και συγκεντρωτικές καταστάσεις με όλα τα στοιχεία των μεταφορών αυτών, περιλαμβανομένων των οφειλομένων κομίστρων.

Επίσης, η ενάγουσα ενημέρωνε την εναγομένη, με την αποστολή των συγκεκριμένων στοιχείων, για τις εκπτώσεις, που της πιστώνονταν, με βάση το ύψος των μεταφορών της του προηγούμενου έτους. Εξάλλου, οι ως άνω δύο εταιρείες, για την παρακολούθηση των μεταξύ τους οικονομικών συναλλαγών, τηρούσαν δοσοληπτικό λογαριασμό.

Ειδικότερα, κατά τη συμφωνία των μερών, που εφαρμόσθηκε συνεχώς κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, οι όποιες καταβολές της εναγομένης προς απόσβεση του χρέους της, όπως επίσης και οι ως άνω εκπτώσεις, που της πιστώνονταν, δεν καταλογίζονταν σε συγκεκριμένες φορτωτικές (λόγω του τεράστιου αριθμού τους), αλλά μείωναν αντίστοιχα το χρέος της εναγομένης, εξοφλώντας τις παλαιότερες οφειλές της, δηλαδή τις παλαιότερες φορτωτικές.

Συνεπώς, η εναγομένη είχε συνεχώς πλήρη εικόνα και γνώση των συναλλαγών της με την ενάγουσα και του οφειλόμενου υπολοίπου της προς αυτήν. Τα ανωτέρω ίσχυαν και κατά το χρονικό διάστημα που αντισυμβαλλόμενη της εναγομένης ήταν η ΟΣΕ Α.Ε.. Η οφειλή της εναγομένης, όπως διαμορφώθηκε κατά την ως άνω λειτουργία του δοσοληπτικού λογαριασμού της, έβαινε συνεχώς αυξανόμενη.

Συγκεκριμένα, στο τέλος του 2005, ανερχόταν σε 50.053,10 ευρώ, στο τέλος του 2006 ανερχόταν σε 1.541.232,41 ευρώ, στο τέλος του 2007 ανερχόταν σε 2.733.471,73 ευρώ, στο τέλος του 2008 ανερχόταν σε 3.414.424,38 ευρώ, ενώ στις 21-9-2009, οπότε η ενάγουσα, λόγω της μη αποπληρωμής της οφειλής της προέβη στην αναστολή των εκπτώσεων και πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτήν, ανερχόταν σε 2.848.30,27 ευρώ.

Εν τέλει, η οφειλή της εναγομένης διαμορφώθηκε στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό, ήτοι σε 3.216.599,90 ευρώ, που ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 1-4-2008 έως 21-9-2009. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, μετά την απομάκρυνση του Λ. Μ. από τη θέση του Γενικού Διευθυντή για Εμπορεύματα την άνοιξη του 2008 και την ανάληψη της θέσης αυτής από το Δ.

Β., οπότε έπαυσε η προστασία και η ευνοϊκή μεταχείριση, που υπήρχε προηγουμένως προς το Β. Κ. και την εκπροσωπούμενη από τον ίδιο εταιρεία ..., άρχισε η ενάγουσα να διεκδικεί πιεστικά από την εναγομένη την αποπληρωμή του οφειλόμενου χρεωστικού υπολοίπου, επιπλέον δε, χρέωσε σε βάρος της, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, τέλη εκπρόθεσμων καταβολών (συνολικά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2008 το ποσό των 202.566,79 ευρώ).

Σχετικώς, ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών αλλεπάλληλες επιστολές από το Σεπτέμβριο του 2008 και εφεξής. Οι ισχυρισμοί της εναγομένης, που αμφισβητούσε το ύψος της οφειλής της προς την ενάγουσα, αρχικά ήταν γενικόλογοι, συνιστάμενοι στη μη εκκαθάριση (περιλαμβανομένων και των επιστροφών που δικαιούνταν) των δοσοληψιών τους των ετών 2006 και 2007, στη μη ορθή εφαρμογή όρων του μεταξύ τους συμβολαίου, καθώς επίσης και του σχετικού παραρτήματος ιδίως την από 31-10-2008 επιστολή της εναγομένης).

Στις 23-6-2009 η ενάγουσα με επιστολή της προς την εναγομένη, υπογραφόμενη από το μάρτυρα ανταπόδειξης, Σ. Α., που κατείχε τότε τη θέση του Αρχιεπιθεωρητή, ενημέρωσε την αντίδικό της ότι η οφειλή της στο τέλος του 2008 ανερχόταν σε 3.414.424,38 ευρώ, που είχε μειωθεί στο ποσό των 3.064.424,30 ευρώ, μετά την καταβολή εκ μέρους της του ποσού των 350.000 ευρώ.

Η θέση της εναγομένης ήταν ότι, σύμφωνα με τους λογαριασμούς της, η οφειλή της έως τις 15-6-2009 είχε διαμορφωθεί σε 1.000.000 ευρώ περίπου (βλ. ιδίως την από 25-6-2009 επιστολή της). Στις 17-7-2009 η ενάγουσα απέστειλε προς την εναγομένη επιστολή, υπογραφόμενη από τον ως άνω Γενικό Διευθυντή για Εμπορεύματα Δ. Β., στην οποία αναφερόταν ότι η ληξιπρόθεσμη οφειλή της ανερχόταν σε 3.606.308,07 ευρώ, πλέον τελών εκπρόθεσμης καταβολής 419.849,39 ευρώ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 4.026.157,46 ευρώ.

Καλούσε δε την εναγομένη στην εξόφληση της οφειλής της εντός προθεσμίας 15 ημερών, επιφυλασσόμενη άλλως κάθε δικαιώματός της. Ο ως άνω προσδιορισμός της οφειλής της εναγομένης δεν ήταν ορθός, αφού το ύψος της ανερχόταν τότε σε 3.062.812,52 ευρώ, ενώ, εν τέλει δεν χρεώθηκαν σε βάρος της τα προαναφερόμενα επιπλέον τέλη εκπρόθεσμης καταβολής.

Εξάλλου, με την από 8-9-2009 επιστολή της προς την εναγομένη, υπογραφόμενη από τον ως άνω Δ. Β., η ενάγουσα έταξε σ' αυτήν προθεσμία τριών (3) εργάσιμων ημερών για την εξόφληση των οφειλομένων, επισημαίνοντας ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα ζητούσε για τις μελλοντικές μεταφορές την εξόφληση των παρεχόμενων υπηρεσιών της τοις μετρητοίς, χωρίς την παροχή πιστώσεως και θα επεδίωκε τη δικαστική επιδίκαση των οφειλομένων.

Κατόπιν αυτού, λόγω μη αποπληρωμής των οφειλομένων, η ενάγουσα στις 22-9-2009 απέστειλε στην εναγομένη επιστολή, με την οποία της ανακοίνωσε την απόφασή της για αναστολή των εφαρμοσθέντων μέχρι τότε τιμολογιακών μέτρων, δηλαδή των εκπτώσεων και των πιστωτικών διευκολύνσεων, επιβάλλοντας εφεξής τις χρεώσεις του τιμοκαταλόγου κομίστρων για τις διεθνείς μεταφορές και τις μεταφορές εσωτερικού, που ίσχυαν άνευ των εκπτώσεων, με άμεση μάλιστα εξόφλησή τους τοις μετρητοίς.

Η ύπαρξη του παραπάνω χρεωστικού υπολοίπου σε βάρος της πρώτης εναγομένης αποδεικνύεται καταρχήν από τα νομίμως τηρηθέντα από την ενάγουσα εμπορικά της βιβλία, τα οποία έχουν αποδεικτική ισχύ έναντι της αντιδίκου της, ένεκα της εμπορικής ιδιότητας αμφότερων των εταιρειών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 448 § 1 εδ.

α' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η όλη κίνηση των χρεοπιστώσεων στα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας, που αφορούν στην εναγομένη, απεικονίζεται στο λογαριασμό με κωδικό αριθμό γενικής λογιστικής 30.00.0292, ο οποίος έχει ενημερωθεί με τα δεδομένα άλλων λογαριασμών, αναφερόμενων στις δοσοληψίες μεταξύ των δύο εταιρειών, που τηρήθηκαν στο πλαίσιο της τήρησης των κατά νόμο απαιτούμενων εμπορικών της βιβλίων.

Εκ μέρους της εναγομένης, όχι μόνο δεν υπήρξε αναίρεση των ανωτέρω με ανταπόδειξη, αλλά, αντιθέτως, υπήρξε κατ' ουσίαν επιβεβαίωσή τους, όπως συνάγεται από τα τηρηθέντα λογιστικά βιβλία της ίδιας (εναγομένης). Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 11-1-2010 έκθεση της ορκωτής ελέγκτριας Μαργαρίτας- Κωνσταντίας Βασιλειάδου, στα λογιστικά βιβλία της εναγομένης έχουν γίνει κατά βάση οι ίδιες λογιστικές εγγραφές με αυτές της ενάγουσας, πλην ορισμένων περιπτώσεων, που υπάρχουν μικροδιαφορές, οφειλόμενες προδήλως σε παραδρομές, σε σχέση με τις οποίες πάντως δεν προβλήθηκε από την εναγομένη ότι υφίσταται ανακρίβεια των αντίστοιχων εγγραφών της ενάγουσας.

Οι μόνες ουσιαστικές διαφοροποιήσεις των εγγραφών στα λογιστικά βιβλία των δύο εταιρειών είναι οι ακόλουθες: α) Εντός της χρήσεως 2008 στα βιβλία της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. έγιναν επιπλέον οι προαναφερόμενες χρεώσεις σε βάρος της εναγομένης, συνολικού ποσού 202.566,79 ευρώ, για τέλη εκπρόθεσμων καταβολών, β) Στα βιβλία της εναγομένης έγιναν επιπλέον χρεώσεις σε βάρος της ενάγουσας, ύψους 476.322,90 ευρώ, για ενοικίαση βαγονιών από αυτήν (ενάγουσα) έως την 1-8-2009, γ) Στα βιβλία της εναγομένης αναφέρεται εντός του 2009 μία επιπλέον καταβολή προς την αντίδικό της, ύψους 1.000.000 ευρώ.

Εξαιτίας των διαφοροποιήσεων αυτών, η εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, είχε προσδιορίσει το οφειλόμενο προς την ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. υπόλοιπο, στις 15-6-2009, σε 1.000.000 ευρώ περίπου, αφαιρώντας δηλαδή από την αξίωση της ενάγουσας τα ανωτέρω ποσά. Ως προς το πρώτο κονδύλιο των 202.566,79 ευρώ, για τέλη εκπρόθεσμων καταβολών, αυτό, όπως προεκτέθηκε, νομίμως και σύμφωνα με τη επιβάρυνση της με το ποσό αυτό δεν αμφισβητείται από την εναγομένη με την υπό κρίση έφεσή της.

Το δεύτερο κονδύλιο των 476.322,90 ευρώ αποτελεί μέρος της συνολικής απαίτησης, που προβάλλεται από τη εναγομένη, ποσού 673.082,81 ευρώ, για την εκμίσθωση προς την ενάγουσα 25 σιδηροδρομικών βαγονιών, ενώ το τρίτο κονδύλιο των 1.000.000 ευρώ αντιστοιχεί στο ποσό των 988.900 ευρώ, που η εναγομένη ισχυρίζεται ότι είχε καταβάλει για λογαριασμό της ενάγουσας στην κοινοπραξία ...

και στην εταιρεία ..., κατά τα έτη 2006 και 2007, ως χρηματική διευκόλυνσή της, για την κατασκευή εμπορικού σταθμού στο .... Αμφότερα τα κονδύλια αυτά θα εξετασθούν στη συνέχεια. Μετά τις 22-9-2009, στις μεταφορές της εναγομένης εφαρμόζονταν πλέον οι χρεώσεις του τιμοκαταλόγου κομίστρων για τις διεθνείς μεταφορές και τις μεταφορές εσωτερικού, που ίσχυαν άνευ των εκπτώσεων, με άμεση εξόφλησή τους τοις μετρητοίς.

Επισημαίνεται, επιπλέον, ότι, στα πλαίσια των προσπαθειών της εναγομένης για την εκ νέου υπαγωγή της σε ευνοϊκότερο καθεστώς τιμολογήσεων και παροχής πιστώσεων, μετά από μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών, συνάφθηκε με την ενάγουσα το με ημερομηνία 8-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο (μολονότι η εναγομένη ανέφερε τη θέση της περί πλήρους αρνήσεως της ως άνω, ήδη ασκηθείσας υπ' αριθμ.

καταθ. 54.854/2010 αγωγής της αντιδίκου της), δεσμεύθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό του 1.150.000 ευρώ, σε τρεις δόσεις των 500.000 ευρώ, 350.000 ευρώ και 300.000 ευρώ, στις 30- 6-2011, 1-8-2011 και 31-8-2011, αντιστοίχως, με συμφωνηθείσα υποχρέωση της ενάγουσας, μετά την καταβολή των ανωτέρω ποσών, αφενός μεν να την εντάξει στο καθεστώς της κεντρικής της τιμολόγησης και παροχής πιστώσεων, αφετέρου δε να περιορίσει το αγωγικό της αίτημα στην ένδικη κύρια αγωγή κατά το ύψος του συνολικού ανωτέρω ποσού.

Όμως, η εναγομένη δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων. Σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ως άνω συμφωνία είναι ανύπαρκτη, διότι στο προσκομιζόμενο από την ενάγουσα αντίγραφό της έχει τεθεί μόνο η σφραγίδα και υπογραφή της πρώτης εξ αυτών (εναγομένης), όχι όμως και η υπογραφή υπό την εταιρική επωνυμία της αντιδίκου τους.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον η ως συμφωνία, που θα μπορούσε να είναι και προφορική, αποδείχθηκε ότι πράγματι συνάφθηκε μεταξύ των μερών. Απλώς, στο καταρτισθέν προς απόδειξή της αντίγραφο της συμβάσεως, που έλαβε η ενάγουσα, υπέγραψε μόνο η εναγομένη, ώστε να διασφαλισθεί η δέσμευσή της και να δύναται η ενάγουσα να το υπογράψει, διά του νομίμου εκπροσώπου της, οποτεδήποτε.

Συνεπώς, εφόσον μάλιστα ουδέποτε υπήρξε ανάκληση της ως άνω συμβατικής δέσμευσης της εναγομένης, η παραπάνω συμφωνία, που επικαλείται η ενάγουσα, ήταν καθ' όλα έγκυρη, πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, δεν τηρήθηκε από την εναγομένη. Η ενάγουσα δε, ενόψει της ως άνω συμφωνίας, ανέμενε μέχρι την 30-6-2011 (απώτατη ημερομηνία καταβολής της πρώτης συμφωνηθείσας δόσης των 500.000 ευρώ), οπότε, εφόσον η εναγομένη δεν κατέβαλε το ποσό αυτό, προέβη στην έκδοση του υπ' αριθμ.

πρωτ. 1568206/1-7-2011 εγγράφου, που κοινοποίησε και προς την εναγομένη, με βάση το οποίο πλέον δεν έκανε αποδεκτές οποιεσδήποτε μεταφορές, εσωτερικού και εξωτερικού, με αποστολέα ή παραλήπτρια, την εναγόμενη εταιρεία. Περαιτέρω, η τελευταία, η οποία, όπως προεκτέθηκε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ελάμβανε αντίγραφα των τιμολογημένων φορτωτικών, που εκδίδονταν για το σύνολο των μεταφορών, τις οποίες είχε διενεργήσει για λογαριασμό της τον προηγούμενο μήνα, καθώς επίσης και συγκεντρωτικές καταστάσεις με όλα τα στοιχεία των μεταφορών αυτών, περιλαμβανομένων των οφειλομένων κομίστρων, ουδέποτε είχε αμφισβητήσει τις διαλαμβανόμενες σε αυτές εγγραφές, ως προς τον τρόπο τιμολογήσεως των παρεχόμενων υπηρεσιών και ως προς το ύψος των υπολογισθέντων κάθε φορά οφειλόμενων κομίστρων.

Ειδικότερα, σε σχέση με τα κονδύλια, με το συνυπολογισμό των οποίων, κατά τους εναγομένους, είχε εξοφληθεί ή έστω περιορισθεί η ως άνω απαίτηση της ενάγουσας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Α) ο ισχυρισμός των εναγομένων περί μερικής εξοφλήσεως του αξιούμενου από την ενάγουσα με την ως άνω αγωγή της ποσού, στηριζόμενος στην καταβολή από την εναγομένη του συνολικού ποσού των 1.800.000 ευρώ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Συγκεκριμένα, η ανωτέρω ισχυρίζεται ότι κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά: στις 6-6-2008 το ποσό των 100.000 ευρώ, στις 8-7-2008 το ποσό των 200.000 ευρώ, στις 28-7-2008 το ποσό των 500.000 ευρώ, στις 4-8-2008 το ποσό των 150.000 ευρώ, στις 22-8-2008 το ποσό των 100.000 ευρώ, στις 4-9-2008 το ποσό των 100.000 ευρώ, στις 30-1-2009 το ποσό των 120.000 ευρώ, στις 11-2-2009 το ποσό των 100.000 ευρώ, στις 26-3-2009 το ποσό των 100.000 ευρώ, στις 17-7-2009 το ποσό των 140.000 ευρώ, στις 28-7-2009 το ποσό των 60.000 ευρώ και στις 13-8-2009 το ποσό των 100.000 ευρώ.

Πράγματι, όπως αποδείχθηκε, τα ανωτέρω ποσά, που καταβλήθηκαν από την εναγομένη, έχουν ήδη πιστωθεί υπέρ αυτής και καταλογισθεί σε προγενέστερες από το επίδικο χρονικό διάστημα οφειλές της, κατά ουσιαστική παραδοχή της σχετικής αντένστασης της ενάγουσας. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την τηρηθείσα ως άνω λογιστική καρτέλα της ενάγουσας, η τελευταία είχε πιστώσει υπέρ της εναγομένης τα παρακάτω από αυτήν καταβληθέντα ποσά:

α) το ποσό των 57.437,47 ευρώ και το ποσό των 42.562,53 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 100.000 ευρώ, δυνάμει των υπ' αριθμ. 50.422/6-6-2008 και 50.423/6-6-2008 λογιστικών εγγραφών αντιστοίχως, β) το ποσό των 90.623,47 ευρώ και το ποσό των 106.380,56 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 200.000 ευρώ, δυνάμει των υπ' αριθμ. 50.498/4-7-2008 και 50.499/4-7-2008 λογιστικών εγγραφών αντιστοίχως, γ) το ποσό των 62.063,03 ευρώ, το ποσό των 10.862,62 ευρώ, το ποσό των 97.704,92 ευρώ, το ποσό των 102.851,42 ευρώ, το ποσό των 55.957,56 ευρώ και το ποσό των 170.596,45 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 500.036 ευρώ, δυνάμει των υπ' αριθμ. 50.519/29-7-2008, 50.520/29-7-2008, 50.521/29-7-2008, 50.525/29-7-2008 λογιστικών εγγραφών αντιστοίχως, δ) το ποσό των 46.055,26 ευρώ, το ποσό των 52.768,92 ευρώ, το ποσό των 31.481,88 ευρώ και το ποσό των 19.693,94 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ, δυνάμει των υπ' αριθμ. 50.609/4-8- 2008, 50.5611/4-8-2008, 50.614/4-8-2008, 50.619/4-8-2008 λογιστικών εγγραφών αντιστοίχως, ε) το ποσό των 87.723,60 ευρώ και το ποσό των 12.276,40 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 100.000 ευρώ, δυνάμει των υπ' αριθμ. 50.615/22-8-2008, 50.621/22-8-2008 λογιστικών εγγραφών αντιστοίχως, στ) το ποσό των 11.725,66 ευρώ, το ποσό των 56.851,08 ευρώ και το ποσό των 31.423,26 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 100.000 ευρώ, δυνάμει των υπ' αριθμ. 50.658/4-9-2008, 50.659/4-9-2008, 50.659/4-9-2008, 50.525/29-7-2008 λογιστικών εγγραφών αντιστοίχως, ζ) το ποσό των 24.975,60 ευρώ, το ποσό των 94.526,61 ευρώ και το ποσό των 497,79 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, δυνάμει των υπ' αριθμ. 50.065/30-1-2009, 50.066/30-1-2009, 50.066/30-1-2009 λογιστικών εγγραφών αντιστοίχως, η) το ποσό των 66.748,85 ευρώ, το ποσό των 5.987,16 ευρώ και το ποσό των 57.263,99 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 130.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 50.075/12-2-2009 λογιστικής εγγραφής, θ) το ποσό των 65.565,13 ευρώ και το ποσό των 34.434,87 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 100.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 50.155/26-3-2009 λογιστικής εγγραφής, ι) το ποσό των 49.143,33 ευρώ και το ποσό των 90.856,67 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 140.000 ευρώ, δυνάμει των υπ' αριθμ. 50.339/17-7-2009, 50.340/17-2009 λογιστικών εγγραφών αντιστοίχως, ια) το ποσό των 56.622,51 ευρώ και το ποσό των 3.377,49 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 60.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 50.372/28.7.2009 λογιστικής εγγραφής, ιβ) το ποσό των 97.537,65 ευρώ και το ποσό των 2.462,35 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 100.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 50.373/13-7-2009 λογιστικής εγγραφής.

Όπως δε προαναφέρθηκε, κατά τη συμφωνία των μερών, ο καταλογισμός των καταβολών αυτών δεν γινόταν προς εξόφληση συγκεκριμένων φορτωτικών, λόγω του μεγάλου αριθμού αυτών αλλά προς εξόφληση των εκάστοτε αρχαιότερων χρεών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ. Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την λογιστική καρτέλα της ενάγουσας, τα παραπάνω ποσά δεν περιλαμβάνονται στην οφειλή της πρώτης εναγόμενης, αφού αυτά αφαιρούνται κατά τη λογιστικοποίηση των καταχωρημένων σ' αυτήν οφειλών και πιστώσεων.

Β) Περαιτέρω, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι διατηρεί έναντι της ενάγουσας τις παρακάτω απαιτήσεις: α) απαίτηση ποσού 321.087 ευρώ, βάσει της παρ. 1 του παραρτήματος 1 της επίδικης συμφωνίας, που αφορούσε σε εκπτώσεις, τις οποίες είχε δικαίωμα να λάβει, ενόψει του συνολικού μεταφορικού έργου των 535.145 τόνων, που πραγματοποίησε κατά το 2008, το οποίο όμως (ποσό) είχε πιστωθεί στην εναγομένη στις 15-5-2009, δυνάμει του υπ' αριθμ. 51.311 λογιστικού σημειώματος, όπως προκύπτει από την ως άνω με αριθμό 30.00.0292 λογιστική καρτέλα, που τηρούσε η ενάγουσα για την εναγομένη, β) απαίτηση ποσού 355.054,90 ευρώ, βάσει της παρ. 2 του παραρτήματος 2 της επίδικης συμφωνίας, που αφορούσε σε εκπτώσεις, τις οποίες είχε δικαίωμα να λάβει, ενόψει του συνολικού κύκλου εργασιών της, ύψους 2.505.648,88 ευρώ, που πραγματοποίησε κατά το 2008, το οποίο όμως (ποσό) είχε πιστωθεί στην εναγομένη στις 15-5-2009, δυνάμει του υπ' αριθμ. 51.313 λογιστικού σημειώματος, όπως προκύπτει από την ως άνω λογιστική καρτέλα, που τηρούσε η ενάγουσα για την εναγομένη, γ) απαίτηση ποσού 286.373,51 ευρώ, που αφορούσε σε εκπτώσεις, που είχε δικαίωμα να λάβει για το έτος 2006, το οποίο όμως (ποσό) είχε πιστωθεί στην εναγομένη στις 29-12-2006, δυνάμει του υπ' αριθμ. 58.790 λογιστικού σημειώματος, όπως προκύπτει από τη λογιστική καρτέλα, που τηρούσε για την εναγομένη η δικαιοπάροχος της ενάγουσας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΟΣΕ Α.Ε., δ) απαίτηση ποσού 174.345,20 ευρώ, που αφορούσε σε εκπτώσεις, που είχε δικαίωμα να λάβει για το έτος 2006, το οποίο όμως (ποσό) είχε πιστωθεί στην εναγομένη στις 31-12-2006, δυνάμει του υπ' αριθμ. 15.329 λογιστικού σημειώματος, όπως προκύπτει από τη λογιστική καρτέλα,που τηρούσε για την εναγομένη η δικαιοπάροχος της ενάγουσας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΟΣΕ Α.Ε.

Γ) Επιπροσθέτως, η εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι είχε αξίωση κατά της ενάγουσας, ποσού 988.900 ευρώ, βάσει του από 27-3-2008 Παραρτήματος 3 του ως άνω υπ' αριθμ. ... ιδιωτικού συμφωνητικού. Σύμφωνα με το Παράρτημα αυτό, κατόπιν συμφωνίας της με την ΟΣΕ Α.Ε. και την ενάγουσα, η ίδια (εναγομένη) είχε αναλάβει την υποχρέωση χρηματικής διευκολύνσεως από το έτος 2006, για την κατασκευή σιδηροδρομικών υποδομών του εμπορικού σταθμού στο ..., τα ποσά δε που θα κατέβαλε θα συμψηφίζονταν με τις οφειλές της προς την ΟΣΕ Α.Ε.

και την ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. από κόμιστρα μεταφορών. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο Παράρτημα αυτό, ενόψει της καταβολής εκ μέρους της (εναγομένης), κατά τα έτη 2006 και 2007, του συνολικού ποσού των 988.900 ευρώ, συμφωνείται να αφαιρεθεί η απαίτησή της αυτή από το οφειλόμενο εκ μέρους της ποσό κομίστρων προς την ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε..

Όπως αποδείχθηκε, πριν την ολοκλήρωση, στις 9-1-2007, κατά τα ήδη λεχθέντα, της διαδικασίας απόσχισης και εισφοράς στην "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε." του κλάδου "Εκμετάλλευση επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών" από τη μητρική εταιρεία ΟΣΕ Α.Ε., συντάχθηκε το υπ' αριθμ. 2646281/26-9-2006 έγγραφο της ΟΣΕ Α.Ε., που υπογράφηκε, χωρίς να προϋπάρχει σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΟΣΕ Α.Ε., εκτός από τον Εισηγητή ..., από ορισμένους εκ των διευθυντών των τότε τμημάτων της και ειδικότερα το Διευθυντή ΔΙΜΕ Μ.

Α., τη Γενική Διευθύντρια Ανάπτυξης και Προγραμματισμού Κ. Φ., το Γενικό Διευθυντή Υποδομής Μακαντάση Βασίλειο και από το Λ. Μ. Γενικό Διευθυντή για Εμπορεύματα. Το έγγραφο αυτό, που απευθύνεται προς την εναγομένη, όπως αναγράφεται σ' αυτό, συντάχθηκε λαμβάνοντας υπόψη, "α. την επιστολή της κοινοπραξίας (...) από 10-8-2006 και την από κοινού συμφωνία των γενικών διευθυντών κ.

Μακαντάση και Μόσχου, που αναφέρονται στην κατασκευή έργων προσαρμογής των εγκαταστάσεων μεταφόρτωσης στο ..., β. το παράρτημα 3 του ιδιωτικού συμφωνητικού ... μεταξύ ΟΣΕ και εταιρείας ..., που αναφέρεται στον τρόπο καταβολής και διευθέτησης του ποσού που απαιτήθηκε για τις ανωτέρω εργασίες, γ. των τιμολογίων της κοινοπραξίας και δ.

του πρωτοκόλλου παραλαβής του έργου από την τεχνική υπηρεσία του ΟΣΕ". Με την ως άνω απόφαση, οι υπογράφοντες εγκρίνουν "τον άμεσο συμψηφισμό με τα κόμιστρα από εμπορευματικές μεταφορές, του ποσού των 200.000 ευρώ, της εταιρείας ... ΕΠΕ, ποσό που κατέβαλε η εταιρεία προς την κοινοπραξία ... για κατασκευή έργων προσαρμογής των εγκαταστάσεων μεταφόρτωσης στο ...".

Το παράρτημα 3 του ιδιωτικού συμφωνητικού ..., που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, είχε υπογραφεί στις 25-9-2006, μία δηλαδή ημέρα πριν την ημερομηνία του ως άνω εγγράφου (26-9-2006), μεταξύ της ΟΣΕ Α.Ε., εκπροσωπούμενης από το Λ. Μ. και του Β. Κ., ως νομίμου εκπροσώπου "των εταιρειών με τους διακριτικούς τίτλους ...", που αποκαλείται εταιρεία.

Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι η τελευταία "θα καταβάλει στην ανωτέρω κοινοπραξία το ποσό των 200.000 ευρώ, για εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στο ..., σύμφωνα με τα τιμολόγια που εξέδωσε η κοινοπραξία και του πρωτοκόλλου παραλαβής του έργου από τον ΟΣΕ" και ότι "Όλο το ανωτέρω ποσό θα συμψηφιστεί άμεσα μετά την ημερομηνία πληρωμής με τα κόμιστρα των εμπορευματικών μεταφορών που πραγματοποιεί η εταιρεία", ενώ η "από κοινού συμφωνία των γενικών διευθυντών κ.

Μακαντάση και Μόσχου" για την οποία γίνεται λόγος στο ίδιο έγγραφο, είναι το από 35260/10-8-2006 έγγραφο με εκδότρια την ΟΣΕ Α.Ε., υπογραφόμενο από τον ως άνω Γενικό Διευθυντή Υποδομής Β. Μ. και το Γενικό Διευθυντή για Εμπορεύματα, Λ. Μ., στο οποίο οι υπογράφοντες, απευθυνόμενοι προς την ίδια κοινοπραξία, της γνωρίζουν ότι "Προκειμένου να προγραμματίσουμε την λειτουργία του Εμπορευματικού σταθμού στο ...

από της 02-08-2008, συμφωνούμε με το ... έγγραφό σας για την κατασκευή έργων προσαρμογής των εγκαταστάσεων μεταφόρτωσης στο Θριάσιο", παραπλεύρως δε του εντύπου αυτού κειμένου υπάρχει η χειρόγραφη αναγραφή "και το κόστος θα βαρύνει τη Γ.Δ. Εμπορευμάτων". Όμως, την ίδια ως άνω ημερομηνία (25-9-2006), συντάχθηκε και το Παράρτημα 3 του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. ...

ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταξύ των ίδιων συμβληθέντων στο προαναφερόμενο Παράρτημα 2. Στο Παράρτημα αυτό αναφέρεται: "Η εταιρεία θα καταβάλει στην κοινοπραξία ... το ποσό των 700.000 ευρώ για εργασίες, που πραγματοποιήθηκαν στο ..., σύμφωνα με τα τιμολόγια, που εξέδωσε η κοινοπραξία και του πρωτοκόλλου παραλαβής του έργου από τον ΟΣΕ.

Όλο το ανωτέρω ποσό θα συμψηφιστεί άμεσα μετά την ημερομηνία πληρωμής με τα κόμιστρα των εμπορευματικών μεταφορών, που πραγματοποιεί η εταιρεία". Όπως αποδείχθηκε από τα ως άνω τέσσερα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατά το 2006, υπήρξε μία (ασαφής) άτυπη διαδικασία, εκ μέρους των ως άνω διευθυντικών στελεχών της ΟΣΕ Α.Ε., με αντικείμενο την ανάθεση εκτελέσεως εργασιών υποδομής στο ...

προς την ως άνω κοινοπραξία, η οποία (κοινοπραξία) είχε άλλες συναλλαγές με την ΟΣΕ Α.Ε., αναλαμβάνοντας την εκτέλεση έργων της. Το κόστος δε αυτών των εργασιών, ύψους 200.000 ευρώ, εφόσον υλοποιούνταν, και για το οποίο θα εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια και θα συντασσόταν πρωτόκολλο παραλαβής του έργου από την ΟΣΕ Α.Ε., θα καταβαλλόταν από την τελευταία στην ως άνω κοινοπραξία, συμψηφιζόμενο, μετά την πληρωμή του, με τα οφειλόμενα από αυτήν προς την ΟΣΕ Α.Ε.

κόμιστρα των εμπορευματικών μεταφορών. Καταρχήν, είναι φανερό ότι η ως άνω άτυπη διαδικασία (στο βαθμό που υπήρξε), η οποία αφορά αποκλειστικά την ΟΣΕ Α.Ε., είναι άκυρη, καθόσον δεν ακολουθήθηκαν, όπως επιβαλλόταν, λόγω του οικονομικού αντικειμένου του έργου, οι προβλεπόμενες διαδικασίες της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων του Ν. 1418/1984 και του ΠΔ 609/1985, σε συνδυασμό και με τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις, ήτοι δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαγωνιστική διαδικασία, ούτε βέβαια υπογραφή σχετικής συμβάσεως.

Είναι, επομένως, πρόδηλο ότι η όποια (άτυπη) συμφωνία και το όποιο έργο αφορά την ΟΣΕ Α.Ε., η οποία στο υπ' αριθμ. πρωτ. 4528/6-7-2014 έγγραφό της βεβαιώνει ότι "Δεν ευρέθη πρωτόκολλο ολοκλήρωσης ή παραλαβής για έργα προσαρμογής στις εγκαταστάσεις μεταφόρτωσης στο ...". Επιπλέον, το Δεκέμβριο του 2006 δημιουργήθηκε η επίσης θυγατρική της ΟΣΕ Α.Ε., εταιρεία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΟΜΙΚΗΣ ΥΠΟΔΟΜΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ε.Δ.Ι.ΣΎ.

Α.Ε.), στην οποία, με ομοίου περιεχομένου διαδικασία απόσχισης και εισφοράς, (όπως και με την περίπτωση της ενάγουσας), που ολοκληρώθηκε επίσης στις 29-12- 2006, βάσει της ίδιας με αριθμό 39.360/29-12-2006 αποφάσεως της Νομαρχίας Αθηνών (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 169/9-1-2007), εισφέρθηκε ο κλάδος "Διαχείριση και Εκμετάλλευση Σιδηροδρομικής Υποδομής" από τη μητρική εταιρεία ΟΣΕ Α.Ε..

Συνεπώς, η οποιαδήποτε δαπάνη και οφειλή (ακόμη και αν ήταν υπαρκτή), που αφορούσε σε έργο σιδηροδρομικής υποδομής και ο οποιοσδήποτε τρόπος οικονομικής της τακτοποίησης βάρυνε αρχικά την ΟΣΕ Α.Ε. και ακολούθως, (μετά την ίδρυση και την εισφορά σ' αυτήν του ανωτέρω κλάδου), την ως άνω θυγατρική της εταιρεία, αφού αυτή είχε αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση, την εκμετάλλευση, τη συντήρηση, τη βελτίωση και την κατασκευή έργων υποδομής και όχι, βεβαίως, την ενάγουσα "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.", που είχε εντελώς διαφορετικό σκοπό, στο δε ισολογισμό της εισφοράς του ως άνω κλάδου, που εισφέρθηκε στην ενάγουσα εταιρεία, δεν είχε συμπεριληφθεί οποιαδήποτε τέτοια οφειλή.

Ενόψει των ανωτέρω, όπως αποδείχθηκε, στο πλαίσιο των αθέμιτων συναλλαγών, που είχε ο Λ. Μ. με το Β. Κ. και τις εταιρείες του, ο πρώτος, εκμεταλλευόμενος το ανωτέρω πλαίσιο, επιχείρησε επανειλημμένως και με διάφορους τρόπους να αφαιρεθούν συμψηφιστικά από τις οφειλές της εναγομένης προς την ενάγουσα, που προέρχονταν από τα κόμιστρα της μεταφοράς εμπορευμάτων, διάφορα ποσά κατά περίπτωση, που υποτίθεται ότι είχε καταβάλει η εναγομένη για την κατασκευή έργων υποδομής, ενώ (πέραν της ανυπαρξίας οποιασδήποτε νόμιμης διαδικασίας, όπως προεκτέθηκε), αυτό ουδέποτε συνέβη.

Ειδικότερα, αυτό καταδεικνύεται καταρχήν από το γεγονός ότι την προηγουμένη της συντάξεως του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. πρωτ. 2646281/26-9-2006 εγγράφου της ΟΣΕ Α.Ε., του υπογεγραμμένου από τους ανωτέρω Διευθυντές Τμημάτων της, υπογράφηκαν από το Λ. Μ. τα έχοντα την ίδια ημερομηνία (25-9-2006) δύο Παραρτήματα του ιδίου συμφωνητικού, για τα ποσά των 200.000 και 700.000 ευρώ, που υποτίθεται ότι θα κατέβαλλε (στο μέλλον) η εταιρεία του Β.

Κ. και αφορούσαν σε εργασίες, που δήθεν ήδη είχαν πραγματοποιηθεί από την ως άνω κοινοπραξία, σε σχέση με τις οποίες μάλιστα είχαν ήδη εκδοθεί από αυτήν τιμολόγια. Όπως προαναφέρθηκε, την επομένη (26-9-2006) συντάχθηκε το υπ' αριθμ. πρωτ. 2646281/26-9-2006 έγγραφο, στο οποίο αναγράφεται ότι δήθεν είχε καταβληθεί από την εταιρεία Κ.

ΕΠΕ το ποσό των 200.000 ευρώ, ότι είχαν εκτελεσθεί έργα αντίστοιχης αξίας, ότι είχε παραληφθεί το έργο και είχε συνταχθεί σχετικώς πρωτόκολλο παραλαβής του από την τεχνική υπηρεσία της ΟΣΕ Α.Ε., επιπλέον δε ότι είχαν εκδοθεί σχετικά τιμολόγια από την κοινοπραξία. Όμως, όλα τα παραπάνω ήταν αναληθή, αφού, όπως προεκτέθηκε, μέχρι τη σύνταξη των ως άνω εγγράφων, δεν είχαν γίνει οποιεσδήποτε εργασίες, για τις οποίες βέβαια δεν είχε γίνει οποιαδήποτε παραλαβή από την τεχνική υπηρεσία της ΟΣΕ Α.Ε., η εναγομένη δεν είχε καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, ενώ δεν είχαν εκδοθεί οποιαδήποτε τιμολόγια εκ μέρους της κοινοπραξίας.

Πέραν όμως της επιχειρηθείσας ως άνω παροχής οφέλους προς την εναγομένη, με βλάβη της ΟΣΕ Α.Ε., από τους ως άνω διευθυντές της (περιλαμβανομένου του Λ. Μ.), ο τελευταίος επιχείρησε να ωφελήσει την ως άνω εταιρεία σε βάρος της ΟΣΕ Α.Ε. και κατά το πρόσθετο ποσό των 700.000 ευρώ, προβαίνοντας στη σύνταξη και του Παραρτήματος 2 για το ποσό των 700.000 ευρώ, που είναι φανερό ότι δεν είχε οποιοδήποτε έρεισμα στην πραγματικότητα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η απόσχιση και εισφορά του κλάδου της εκμεταλλεύσεως επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών στην ιδρυθείσα εταιρεία ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. παρεμπόδισε την υλοποίηση του ως άνω σχεδίου του Λ. Μ. και της εναγομένης, που ενεργούσε δια του νομίμου εκπροσώπου της Β. Κ.. Γι' αυτό, στη συνέχεια, ο Λ.

Μ. προέβη, μόνος του πλέον, στην έκδοση δύο αποφάσεων στα πρότυπα του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. πρωτ. 2646281/26-9-2006 εγγράφου της ΟΣΕ Α.Ε. και συγκεκριμένα: α) της υπ' αριθμ. πρωτ. 2646689/8-1-2007 αποφάσεως, που φέρει πάλι το λογότυπο της ΟΣΕ Α.Ε. και την οποία υπογράφει μόνο αυτός και όχι οι λοιποί Γενικοί Διευθυντές, που είχαν υπογράψει το πρώτο έγγραφο, με την αυτή ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή για τα Εμπορεύματα του εν λόγω Οργανισμού, με την οποία "εγκρίνει" τον άμεσο συμψηφισμό υπέρ της ίδιας ΕΠΕ του Β.

Κ., με τα οφειλόμενα από αυτήν προς την ΟΣΕ Α.Ε. κόμιστρα, του ποσού των 25.000 ευρώ, που υποτίθεται ότι αυτή κατέβαλε στην ως άνω κοινοπραξία και β) της υπ' αριθμ. πρωτ. 2012242/3-5-2007 αποφάσεως, που φέρει το λογότυπο της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., την οποία υπογράφει με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή για τα Εμπορεύματα αυτής, με την οποία "εγκρίνει" τον άμεσο συμψηφισμό υπέρ της ίδιας ΕΠΕ του Β.

Κ., με τα οφειλόμενα από αυτήν κόμιστρα, του ποσού των 450.000 ευρώ, που υποτίθεται και πάλι ότι αυτή κατέβαλε στην ως άνω κοινοπραξία, παρά το γεγονός ότι, μέχρι τις ημερομηνίες υπογραφής των δύο αυτών αποφάσεων από το Λ. Μ., κανένα σχετικό παραστατικό δεν είχε εκδοθεί από οποιαδήποτε τεχνική εταιρεία, ούτε βέβαια είχε πληρωθεί από την εναγομένη κάποιο ποσό για οποιοδήποτε έργο.

Όπως προκύπτει δε από το υπ' αριθμ. πρωτ. 2288893/21-10-2008 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., τα ποσά των αποφάσεων αυτών (25.000 και 450.000 ευρώ), μαζί με το ποσό των 200.000 ευρώ της ως άνω υπ' αριθμ. πρωτ. 2646281/26-9-2006 αποφάσεως, εκκρεμούσαν προς τακτοποίηση μέχρι τη σύνταξη του εγγράφου αυτού (21-10-2008), προδήλως διότι δεν είχαν προσκομισθεί τα απαιτούμενα νόμιμα παραστατικά.

Περαιτέρω, με βάση το προαναφερθέν υπ' αριθμ. πρωτ. 2646281/26-9-2006 έγγραφο της ΟΣΕ Α.Ε., περί "εγκρίσεως συμψηφισμού" ποσού 200.000 ευρώ, το υπογεγραμμένο από τους ανωτέρω Διευθυντές, επιχειρήθηκε για μία ακόμη φορά, εντός του 2007, να ωφεληθεί οικονομικά η εναγομένη εταιρία, σε βάρος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., κατά το ποσό των 525.980 ευρώ.

Συγκεκριμένα, ο ίδιος πάλι Λ. Μ. υπέγραψε το συνταχθέν από τον υφιστάμενό του εισηγητή ... υπ' αριθμ. πρωτ. 2012358/4-7-2007 έγγραφο, με την ανωτέρω ιδιότητά του, του Γενικού Διευθυντή για τα Εμπορεύματα, που υπέβαλε προς την οικονομική υπηρεσία της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. (ΔΟΥ/ΥΓΤΘ), επισυνάπτοντας: α) το προαναφερθέν υπ' αριθμ.

πρωτ. 2646281/26-9-2006 έγγραφο της ΟΣΕ Α.Ε., με το οποίο εγκρινόταν ο συμψηφισμός του ποσού των 200.000 ευρώ, β) το υπ' αριθμ. 24/25-5-2007 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της ανωτέρω κοινοπραξίας ..., στο οποίο αναφέρεται, ως αιτία εκδόσεώς του "Συμπληρωματικές εργασίες υποδομής" και ως συνολικό ποσό (μαζί με το ΦΠΑ) αυτό των 368.900 ευρώ, συνοδευόμενο από τη χωρίς ημερομηνία ισόποση πιστοποίηση εργασιών εκ μέρους του εργοταξιάρχη και του διευθυντή του έργου της κοινοπραξίας, υπό τον τίτλο "Συμπληρωματικές Εργασίες Υποδομής στο Θριάσιο (μεταφορά μέρους του εμπορευματικού έργου από Σ.Σ.

Ρουφ)" και γ) το υπ' αριθμ. 13/5-6-2007 τιμολόγιο της εταιρείας "...", στο οποίο αναφέρεται ως αιτία εκδόσεώς του "Διευθέτηση εξωτερικού χώρου αποθηκών Θριασίου Πεδίου" και ως συνολικό ποσό (μαζί με ΦΠΑ) αυτό των 157.080 ευρώ. Το τελευταίο αυτό τιμολόγιο της ως άνω εταιρείας, η οποία (εταιρεία) δεν αναφέρεται σε κανένα από τα έγγραφα, που προαναφέρθηκαν και σχετίζονται με το υποτιθέμενο έργο στο ..., συνοδευόταν από μία χωρίς ημερομηνία ισόποση πιστοποίηση εργασιών του εργοταξιάρχη και του διευθυντή του έργου της εταιρείας "...", υπό τον τίτλο "ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΘΡΙΑΣΙΟΥ ΠΕΔΙΟΥ".

Επίσης, το τιμολόγιο αυτό συνοδευόταν από τρεις χωρίς ημερομηνίες οικονομικές προσφορές (της ..., ποσού 157.080 ευρώ, του Δ. Μ., ποσού 164.220 ευρώ και του Σ. Κ., ποσού 167.790 ευρώ). Ο Λ. Μ., με το ως άνω υπ' αριθμ. πρωτ. 2012358/4-7-2007 έγγραφο, υπέβαλε τα προαναφερόμενα έγγραφα, ζητώντας "...την περαιτέρω διεκπεραίωση και την οικονομική τακτοποίηση".

Όμως, η οικονομική υπηρεσία της "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε." αρνήθηκε ρητά την αιτούμενη "τακτοποίηση" με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2288158/28-8-2007 έγγραφό της, στο οποίο ανέφερε ότι επέστρεφε τα ανωτέρω έγγραφα στην αρμόδια υπηρεσία, ενημερώνοντας ότι "εφόσον ολοκληρωθεί ο φάκελος της συγκεκριμένης εργασίας, θα πρέπει να υποβληθεί αρμοδίως στη ΔΟΥ/ΑΘΗΝΩΝ (Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών) διά της ΔΙΜΕ/Πωλ/ΣΥΜΒ, η οποία θα μεριμνήσει για την έκδοση σχετικής εγκρίσεως και αναγκαίων οδηγιών για την εκτέλεσή της".

Η άρνηση αυτή ήταν η αιτία υπογραφής του προαναφερόμενου Παραρτήματος 3 του υπ' αριθμ. ... ιδιωτικού συμφωνητικού, στις 27-3-2008, περί συμψηφισμού του επίμαχου ποσού των 988.900 ευρώ (ήτοι ακόμη μεγαλύτερου σε σχέση με το παρελθόν), υπέρ της εναγομένης, που ο Λ. Μ. επιχείρησε να ωφελήσει με τον τρόπο αυτό σε βάρος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.

Ενόψει δε του γεγονότος ότι τα δύο ως άνω τιμολόγια της κοινοπραξίας "..." και της "... " συμποσούνται στο ποσό των 525.980 ευρώ, οι εναγόμενοι προσκόμισαν πρωτοδίκως και επαναπροσκομίζουν με επίκληση ένα χωρίς ημερομηνία έγγραφο, που φέρεται προερχόμενο από την ανωτέρω τεχνική εταιρεία "... ", το οποίο απευθύνεται προς την ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., με τον τίτλο "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΕΡΓΑΣΙΩΝ (ΤΕΛΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ)", υπογραφόμενο από το διευθυντή του έργου, όπου αναφέρονται τεχνικές εργασίες, οι οποίες, κατά τα αναγραφόμενα σ' αυτό, αφορούν σε έργα υποδομής περιβάλλοντος χώρου του Θριάσιου Πεδίου.

Το κόστος δε αυτών των εργασιών, σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, ανέρχεται σε 462.920 ευρώ, σε ποσό δηλαδή, που προστιθέμενο στο ως άνω ποσό των 525.980 ευρώ, δίνει άθροισμα το επίμαχο ποσό των 988.900 ευρώ. Συνοδεύεται δε το έγγραφο αυτό από δύο χωρίς ημερομηνίες οικονομικές προσφορές (του Δ. Μ., ποσού 487.900 ευρώ και του Σ.

Κ., ποσού 474.810 ευρώ). Στις παραπάνω ενέργειές του ο Λ. Μ. προχώρησε, εν αγνοία του Δ.Σ. των εταιρειών που εκπροσωπούσε (ΟΣΕ Α.Ε., ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.), σε συμπαιγνία με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, Β. Κ., υπερβαίνοντας τα όρια της εκπροσωπευτικής του εξουσίας, όπως αυτά προσδιορίζονταν με την ως άνω υπ' αριθμ. 2α/2007 οργανωτική εγκύκλιο της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.

και περιορίζονταν μόνο σε ζητήματα του τομέα των εμπορευματικών μεταφορών. Ειδικότερα δε, ως προς το προκείμενο ζήτημα, οι αρμοδιότητές του περιορίζονταν στη λήψη αποφάσεων για τη σύναψη συμβάσεων προμήθειας (υλικών ή υπηρεσιών) με βάση το σχετικό Κανονισμό Προμηθειών, συναρτώμενες μόνο με τα ανωτέρω αντικείμενα (και όχι με έργα υποδομής), διενεργούμενες με πρόχειρο διαγωνισμό ή με διαπραγμάτευση μέχρι του ποσού των 14.500 ευρώ και με ανοικτό ή κλειστό διαγωνισμό μέχρι του ποσού των 176.000 ευρώ.

Συγχρόνως, ο ανωτέρω υπερέβη και τα όρια του εταιρικού σκοπού της "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.", όπως αυτός διαγράφεται στο καταστατικό της, μη έχοντας την αρμοδιότητα και εξουσία, κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η ως άνω ενέργειά του, στις 27-3-2008, να αποφασίζει ή να εγκρίνει σύναψη συμβάσεων έργου για έργα υποδομής και να προβαίνει σε ρύθμιση των ζητημάτων, που αναφέρονταν στην πληρωμή των έργων αυτών ή σε αναγνώριση οφειλών από τα έργα αυτά, καθόσον μάλιστα ο σχετικός κλάδος της ΟΣΕ Α.Ε.

είχε ήδη μεταβιβαστεί στην επίσης θυγατρική της ως άνω εταιρεία ..... Όλα τα παραπάνω ήταν σε πλήρη γνώση του ως άνω νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης, Β. Κ., που, όπως προαναφέρθηκε, είχε αθέμιτες συναλλαγές με το Λ. Μ. και ενεργούσε σε συμπαιγνία με αυτόν. Όμως, πέραν αυτών, όπως προαναφέρθηκε, ουδέποτε πραγματοποιήθηκε το επίμαχο έργο (εργασίες υποδομής στο ...), ουδέποτε παραλήφθηκε από την ΟΣΕ Α.Ε.

ή την ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. τέτοιο έργο, ενώ η εναγόμενη εταιρεία δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για την κατασκευή ενός τέτοιου έργου είτε στην ως άνω κοινοπραξία ή σε άλλη τεχνική εταιρεία είτε στην ΟΣΕ Α.Ε. ή στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.. Όπως αποδείχθηκε τα προαναφερόμενα τιμολόγια των τεχνικών εταιρειών, οι πιστοποιήσεις εκτελέσεως εργασιών και οι οικονομικές προσφορές είναι εικονικές και συντάχθηκαν αποκλειστικά και μόνο για την επίτευξη της ως άνω επιδιώξεως του Λ.

Μ. και των εναγομένων. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι, όπως προεκτέθηκε, όλες οι δήθεν πιστοποιήσεις εργασιών και οι οικονομικές προσφορές δεν έχουν καν ημερομηνίες συντάξεως. Προσθέτως, σύμφωνα ιδίως με τα κατατεθέντα από τους μάρτυρες των εναγομένων, Πέτρο Κατσαράκη και του παρεμπιπτόντως εναγομένου, Σταύρου Αβραμίδη (βλ.

σελ. 76, 77, 81, 92, 93 των πρακτικών), ο Β. Κ. πράγματι από το 2006 και εντεύθεν κατέβαλε, σε χαρτονομίσματα, μεγάλα χρηματικά ποσά στο Λ. Μ., όχι βέβαια για να κατατεθούν από αυτόν στη συνέχεια τα ποσά αυτά στο ταμείο της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. ή απευθείας στην κατασκευάστρια κοινοπραξία του υποτιθέμενου έργου στο ..., αλλά για να περιέλθουν στον ίδιο το Λ.

Μ., στο πλαίσιο των προαναφερόμενων αθέμιτων συναλλαγών μεταξύ των δύο μερών. Γι' αυτό, άλλωστε, δεν εκδόθηκαν σχετικά οποιεσδήποτε αποδείξεις πληρωμής, υπογεγραμμένες είτε από το Λ. Μ., είτε από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., είτε από την ως άνω κοινοπραξία ή την .... Ενόψει των ανωτέρω, είναι προφανές ότι είναι εντελώς αβάσιμη η προβληθείσα απαίτηση της εναγομένης κατά της ενάγουσας για το ποσό των 988.900 ευρώ.

Δ) Περαιτέρω, σε σχέση με το επίδικο με αριθμό ... ιδιωτικό συμφωνητικό, συντάχθηκε, ως Παράρτημα 2 αυτού, η (προχρονολογημένη) με ημερομηνία 1-1-2008 συμφωνία μεταξύ του Λ. Μ., που ενεργούσε ως Γενικός Διευθυντής για Εμπορεύματα και νόμιμος εκπρόσωπος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. και του Β. Κ., ως νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης, δυνάμει της οποίας ορίσθηκε ότι: "Σε περίπτωση που η εταιρεία (εναγομένη) έχει στην κατοχή της ιδιωτικά βαγόνια, τα διαθέτει προς αποκλειστική διαχείριση από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, διατηρώντας όμως το προνόμιο της προτεραιότητας της διάθεσης βαγονιών του ιδίου τύπου από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ προς αυτήν, όταν αιτείται.

Η πλευρά της παραπάνω διάθεσης θα διευθετείται με Ιδιωτικό Συμφωνητικό του Γενικού Διευθυντού για Εμπορεύματα. Το ποσό αυτό πρέπει να καλύπτει τα έξοδα ασφάλισης, ενοικίασης και μεταφοράς των βαγονιών στο σταθμό πρώτης παράδοσης και της επιστροφής μετά το τέλος ενοικίασης. Όλη η ανωτέρω συνεργασία υπόκειται στους όρους και διατάξεις των συνημμένων στο παράρτημα τεχνικών όρων".

Σύμφωνα δε με το από 1-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ των ιδίων, η εναγομένη εκμίσθωσε στην αντισυμβαλλόμενή της 25 σιδηροδρομικά βαγόνια ειδικού τύπου, για τα έτη 2008 και 2009, συνολικής αξίας 975.000 ευρώ. Η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε διετής, με δυνατότητα παρατάσεως και το ημερήσιο μίσθωμα κάθε βαγονιού σε 27 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, κατά το πρώτο έτος, προσαυξανόμενο, για κάθε επόμενο έτος, με την εκάστοτε τιμαριθμική αύξηση.

Ορίσθηκε επίσης ότι δεν ήταν επιτρεπτή η λύση της συμβάσεως με καταγγελία από κάποιο μέρος πριν από τη συμβατική της λήξη ή τη συμφωνηθείσα παράτασή της. Άλλως, σε περίπτωση καταγγελίας της εκ μέρους της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., η τελευταία θα έπρεπε να αποζημιώσει την αντισυμβαλλόμενή της με το ποσό των 550.000 ευρώ, μειωμένο κατά το ποσό που ήδη θα είχε καταβληθεί κατά το χρόνο λειτουργίας της συμβάσεως.

Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη είχε το δικαίωμα της κατά προτεραιότητα χρήσης των εκμισθούμενων βαγονιών, οποτεδήποτε κατά το χρόνο της μίσθωσης. Προσθέτως, κατά τα αναγραφόμενα στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 26/6/8-6-2007 αποφάσεως του ΔΣ της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., η τελευταία θα είχε την αποκλειστική διαχείριση και χρήση των βαγονιών για δώδεκα τουλάχιστον έτη, έχοντας το δικαίωμα, οποτεδήποτε, να προβεί στην αγορά μέρους ή όλων των βαγονιών με το σύστημα LEASING, συνυπολογίζοντας στο τίμημα τις μέχρι τότε καταβολές μισθωμάτων, σύμφωνα με την παρατιθέμενη παράγραφο της ως άνω αποφάσεως του διοικητικού της συμβουλίου.

Η εναγομένη διατείνεται ότι διατηρεί απαίτηση έναντι της ενάγουσας, απορρέουσα από την ανωτέρω συμφωνία, συνολικού ποσού 673.082,81 ευρώ, που αντιστοιχεί στα οφειλόμενα μισθώματα για την εκμίσθωση των ανωτέρω βαγονιών, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2008 έως τις 21-9-2009, για τα οποία εκδόθηκαν τα ακόλουθα τιμολόγια:

το με αριθμό 1.248/31-12-2008 τιμολόγιο, ποσού 330.933,65 ευρώ, το με αριθμό 1.430/4-8-2009 τιμολόγιο, ποσού 145.388,25 ευρώ, το με αριθμό 1.787/31-12-2009 τιμολόγιο, ποσού 147.798 ευρώ, το με αριθμό 2.262/8-6-2010 τιμολόγιο, ποσού 15.452,91 ευρώ και το με αριθμό 2.264/8-6-2010 τιμολόγιο, ποσού 30.035,20 ευρώ. Καταρχήν, όπως αποδείχθηκε, η εν λόγω συμφωνία καταρτίσθηκε, εν αγνοία του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου της ενάγουσας, από τον τότε Γενικό της Διευθυντή Εμπορευμάτων, Λ.

Μ., ως νόμιμο εκπρόσωπό της, με απευθείας ανάθεση, ήτοι χωρίς τη διενέργεια είτε ανοικτής διαδικασίας, είτε κλειστής διαδικασίας, είτε διαδικασίας διαπραγμάτευσης, είτε με ανταγωνιστικό διάλογο, όπως (ενόψει του ότι η αξία του αντικειμένου της υπερέβαινε το ποσό των 499.000 ευρώ) επιβαλλόταν, σε κάθε περίπτωση, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5, 6, 7 του με αριθμό Φ32/οικ.20894/1602 Κανονισμού της ενάγουσας, για τη σύναψη και εκτέλεση συμβάσεων προμηθειών από αυτήν, που εγκρίθηκε από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 § 2 περ.

στ' ν.δ. 674/1970, 5 § 8 ν.2229/1994, 90 π.δ. 63/2005, Οδηγίας 2004/17/ΕΚ, Οδηγίας 2004/18/ΕΚ και έχει δημοσιευθεί στο με αριθμό 621/25-4-2007 ΦΕΚ (τεύχ. Β'). Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι, όπως προεκτέθηκε, ο Λ. Μ., ως Γενικός Διευθυντής για Εμπορεύματα της ενάγουσας, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 της με αριθμό 2433161/9.5.2007 οργανωτικής εγκυκλίου της ενάγουσας, κατά τα οριζόμενα στον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της (ΦΕΚ 259/12-1- 2007/ τ.

ΑΕ και ΕΠΕ) και σύμφωνα με σχετική απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, είχε την εξουσία να δεσμεύει την ενάγουσα μόνο για συμβάσεις προμήθειας αξίας έως 176.000 ευρώ, με ανοικτό ή κλειστό διαγωνισμό και συμβάσεις προμήθειας αξίας έως 14.500 ευρώ, με πρόχειρο διαγωνισμό ή με διαπραγμάτευση.

Συνεπώς, προεχόντως, η ως άνω σύμβαση συνάφθηκε παρανόμως, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανονιστικών διατάξεων. Σε κάθε περίπτωση όμως, προδήλως ο Λ. Μ. ενήργησε καθ' υπέρβαση της εκπροσωπευτικής του εξουσίας. Τη μη τήρηση των προεκτεθεισών διαδικασιών, που προέβλεπαν οι ως άνω, διέπουσες τη λειτουργία της ενάγουσας διατάξεις, γνώριζε πολύ καλά ο Β.

Κ. και συνακόλουθα η εναγομένη, που είχαν μακροχρόνια συνεργασία με την ενάγουσα, προέβησαν δε στη σύναψη της ως άνω συμβάσεως με το Λ. Μ.υ σε συμπαιγνία με αυτόν. Ειδικότερα δε, αυτό καθίσταται κατάδηλο από το ακόλουθο γεγονός: Ο Λ. Μ. είχε υποβάλει προς το ΔΣ της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. την από 4-6-2007 εισήγησή του, με την οποία πρότεινε, για την κάλυψη των αναγκών της εταιρείας, την προμήθεια 100 ανατρεπόμενων βαγονιών, κατάλληλων για τη μεταφορά φορτίων, όπως μεταλλευμάτων, κωκ, λιγνίτη και λιθάνθρακα.

Σύμφωνα με την εισήγηση αυτή, η προμήθεια των βαγονιών αυτών θα μπορούσε να γίνει με τους ακόλουθους δύο τρόπους: "1) Αγορά του υλικού απευθείας από ένα μεγάλο πελάτη- χρήστη-συνεργάτη της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, (υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από την εταιρεία ...), με χρηματοδότηση χρηματοπιστωτικού οργανισμού για λογαριασμό του.

Διάθεση των βαγονιών από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, προς χρήση για τις μεταφορές κατά απόλυτη προτεραιότητα προς την ανωτέρω εταιρεία και η εξόφληση των χρημάτων, που δαπανήθηκαν για την αγορά τους, να γίνει με παρακράτηση από τα κόμιστρα των μεταφορών σε βάθος χρόνου τουλάχιστον μιας 10ετίας και στη συνέχεια απόκτηση του υλικού από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, έναντι προσυμφωνημένου τελικού αντιτίμου. 2) Χρηματοδότηση απευθείας από χρηματοπιστωτικό οργανισμό στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ για την αγορά του υλικού, που θα το προμηθευτεί με διαγωνισμό και αποπληρωμή με το σύστημα leasing, σε βάθος χρόνου πέραν της δεκαετίας".

Επί της εισηγήσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 26/6/8-6-2007 απόφαση του ΔΣ της ενάγουσας, με την οποία εξουσιοδοτήθηκε ο Γενικός Διευθυντής για Εμπορεύματα να προβεί σε περαιτέρω διερεύνηση των ανωτέρω εναλλακτικών λύσεων και να εισηγηθεί συγκεκριμένη πρόταση στο ΔΣ προς έγκριση, προ της υπογραφής της σχετικής συμβάσεως.

Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, μεταξύ του Λ. Κ.. (σ.σ.αντί του ορθού Μ.), Γενικού Διευθυντή για Εμπορεύματα της ενάγουσας, που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπός της και του Β. Κ., που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος του ομίλου των εταιρειών του, είχε υπογραφεί το υπ' αριθμ. ... ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκαν τα τιμολογιακά μέτρα και οι πιστωτικές διευκολύνσεις, κατά την παροχή σιδηροδρομικών υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας στις επιχειρήσεις του Β.

Κ. για το έτος 2007. Στις 6-11-2007 καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων ως άνω (του Β. Κ. ενεργούντος ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ...), ως Παράρτημα 2 του παραπάνω υπ' αριθμ ... ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνία για τη δυνατότητα εκμίσθωσης βαγονιών από την εναγομένη προς την ενάγουσα, που είχε πανομοιότυπο περιεχόμενο με την προαναφερόμενη από 1-1-2008 συμφωνία, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως Παράρτημα 2 του επίδικου υπ' αριθμ. ...

ιδιωτικού συμφωνητικού, με τη μόνη διαφορά ότι δεν περιείχε το μέρος, που αναφερόταν στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 26/6/8-6-2007 απόφαση του ΔΣ της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.. Όμως, το εν λόγω από 1-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό του Παραρτήματος 2 επιχειρήθηκε να εμφανισθεί, με απατηλό τρόπο, ότι δήθεν καταρτίσθηκε σε εκτέλεση σχετικής αποφάσεως του ΔΣ της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε..

Συγκεκριμένα, αναγράφεται σ' αυτό "Περαιτέρω, συμφωνείται ότι σε εκτέλεση απόφασης της ΤΡΑΙΝΟΣΕ βάσει του υπ' αριθμ. 26/6/8-6-2007 Πρακτικού του ΔΣ...". Στη συνέχεια δε, ως μέρος του κειμένου της ως άνω αποφάσεως του ΔΣ της ενάγουσας, παρατίθεται αυτολεξεί η προμνημονευόμενη πρώτη εκδοχή της εισηγήσεως του Λ. Μ.Υ προς το ΔΣ της εταιρείας.

Δηλαδή, ο Λ. Μ., αντί να εισηγηθεί κάποια συγκεκριμένη πρόταση προς το ΔΣ της ενάγουσας, για να ληφθεί από αυτό σχετική απόφαση, όπως είχε ορισθεί με την ως άνω απόφαση του ΔΣ, σε συμπαιγνία με το Β. Κ., εμφάνισε με τον προαναφερόμενο απατηλό τρόπο ότι δήθεν η επίμαχη σύμβαση συνάφθηκε σε εκτέλεση ήδη ληφθείσας αποφάσεως εκ μέρους του ΔΣ της ενάγουσας.

Αυτό έγινε για να παραπλανηθούν οι αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. και να θεωρήσουν νομότυπη τη σύναψη της συμβάσεως, ώστε να μη προβάλλουν προσκόμματα στην εκτέλεσή της, όπως θεωρούσαν ότι μπορούσε να συμβεί, βάσει του προαναφερόμενου κειμένου του από 6- 11-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού. Όπως προεκτέθηκε, η ως άνω σύμβαση με το σχετικό παράρτημα καταρτίσθηκαν εν αγνοία του ΔΣ της ενάγουσας, γνωστοποιήθηκαν δε σ' αυτό στις αρχές του έτους 2009, από το νέο Γενικό Διευθυντή για Εμπορεύματα, Δ.

Β., στον οποίο είχαν παραδοθεί στα τέλη του 2008, όταν ανευρέθηκαν στο γραφείο του προαναφερόμενου υπαλλήλου Χ. Τ. .... Ακολούθως, έγινε έλεγχος και πλήρης ενημέρωσή του επί όλων των εκκρεμών ζητημάτων με την εναγομένη (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 288716/5-6-2009 ενημερωτικό σημείωμα). Εν τέλει δε, μετά τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα της ως άνω συμβάσεως, χωρίς να υπάρξει έγκρισή της από την ενάγουσα, ρητή ή σιωπηρή, αποφασίσθηκε η μη συνέχισή της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μολονότι η ενάγουσα, όπως αναφερόταν και στην ως άνω από 4-6-2007 εισήγηση του Λ. Μ. προς το ΔΣ της, είχε ανάγκη από ανατρεπόμενα βαγόνια (φορτάμαξες) για τη μεταφορά μεταλλευμάτων, ιδίως προς το Κόσοβο, τα 25 βαγόνια, που δόθηκαν προς χρήση από την εναγομένη στην ενάγουσα, ήταν βυτία, δηλαδή προορίζονταν για τη μεταφορά καυσίμων στο εσωτερικό.

Επιπλέον, τα βαγόνια αυτά, που στην πραγματικότητα δεν ήταν αναγκαία για την ενάγουσα, δεν ελέγχθηκαν πριν την παραλαβή τους για την κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν, όπως ψευδώς αναφέρεται στο ως άνω από 1-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό και εμφάνισαν γρήγορα σημαντικά προβλήματα, εξαιτίας των οποίων καθυστερούσε η εκφόρτωσή τους.

Για το λόγο αυτό, τα παραπάνω βαγόνια χρησιμοποιήθηκαν, σε περιορισμένη έκταση, μόνο για μεταφορές εσωτερικού καυσίμων της ΔΕΗ. Ενόψει όμως της υποχρεώσεως της ενάγουσας να διαθέτει προς την εναγομένη βαγόνια για τις μεταφορές των μεταλλευμάτων, που κατά κανόνα πραγματοποιούσε προς το Κόσοβο, δηλαδή φορτάμαξες (την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης εξυπηρετούσε η μελετώμενη από το ΔΣ ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.

απόκτηση με μίσθωση βαγονιών), η ενάγουσα υποχρεώθηκε να διαθέσει προς την εναγομένη για τις μεταφορές της άλλα βαγόνια, που η ίδια μίσθωνε από την ΟΣΕ Α.Ε., αφού τα μισθωμένα 25 βαγόνια ήταν ακατάλληλα για το σκοπό αυτό. Επιπλέον, όπως αποδείχθηκε, η μισθωτική αξία των παραπάνω βαγονιών ήταν πολύ μικρότερη από τη συμφωνηθείσα, ανερχόμενη σε 10 ευρώ ανά ημέρα για το κάθε βαγόνι.

Δηλαδή, με την παραπάνω συμφωνία επιδιώχθηκε σαφέστατα η αποκόμιση σημαντικού οφέλους από την εναγομένη σε βάρος της ενάγουσας. Όπως προαναφέρθηκε, η επίμαχη συμφωνία είναι άκυρη και σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον συνάφθηκε σε συμπαιγνία μεταξύ του Λ. Μ. και του Β. Κ., δεν δεσμεύεται από αυτήν η ενάγουσα.

Εξάλλου, ενόψει του γεγονότος ότι η ως άνω συμφωνία καταρτίσθηκε σε συμπαιγνία μεταξύ των ανωτέρω, προκειμένου να ωφεληθεί αθέμιτα η εναγομένη σε βάρος της ενάγουσας, η ως άνω παροχή της εναγομένης έγινε για ανήθικη αιτία, κατά την έννοια του άρθρου 907 ΑΚ, ήτοι αντίθετα στα χρηστά ήθη, γι' αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, δεν μπορεί να ζητηθεί από αυτήν ενδεχόμενος πλουτισμός της ενάγουσας κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, απορριπτομένης της σχετικής επικουρικής βάσης της ανταγωγής ως προς την άνω απαίτηση.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι η οφειλή της εναγομένης προς την ενάγουσα την 21-9-2009 ανερχόταν στο ως άνω ποσό των 3.216.599,90 ευρώ. Η ενέργεια της ενάγουσας να αναστείλει, κατά την ως άνω ημερομηνία, τις εκπτώσεις και τις τιμολογιακές διευκολύνσεις συνιστά καταγγελία της ένδικης συμβάσεως, παρά το γεγονός ότι αυτή αρνείται το χαρακτηρισμό "καταγγελία" στη με αριθμό 278303/8-10-2009 επιστολή της προς την εναγομένη. Πράγματι, έκτοτε, έπαυσε η εφαρμογή όλων των προβλέψεων του ως άνω υπ' αριθμ. ... ιδιωτικού συμφωνητικού και του Παραρτήματος 1 αυτού και πλέον η εμπορική συνεργασία της εναγομένης με την ενάγουσα γινόταν βάσει των ισχυόντων για κάθε πελάτη της τελευταίας, που δεν είχε συνάψει μαζί της σχετική σύμβαση. Για την ως άνω καταγγελία της συμβάσεως, υφίστατο σπουδαίος λόγος, καθόσον η εναγομένη, προβαίνοντας σε σοβαρή παραβίαση της συμβάσεως και πλήττοντας τα επιχειρηματικά συμφέροντα και τη ρευστότητα της ενάγουσας, όφειλε σ' αυτήν το προαναφερόμενο μεγάλου ύψους χρηματικό ποσό, το οποίο δεν αποπλήρωνε, παρά τις επανειλημμένες περί τούτου οχλήσεις της ενάγουσας.

Συνεπώς, η ενάγουσα προέβη νομίμως στην προαναφερθείσα καταγγελία της επίδικης συμβάσεως, η δε εναγομένη εξακολουθεί να οφείλει σε αυτήν το ποσό των 3.216.599,90 ευρώ. Είναι, επομένως, αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Επίσης, ενόψει των ανωτέρω, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός αυτών περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας, στηριζόμενος στη μη τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων και στην αδικαιολόγητη καταγγελία της επίδικης συμβάσεως.

Τα ανωτέρω ουδόλως κλονίζονται από όσα διαλαμβάνονται στην από 24-2-2015 "ελεγκτική πραγματογνωμοσύνη" του Χρήστου Νεγκάκη και στην από Φεβρουαρίου 2015 "έκθεση εμπειρογνωμοσύνης" του Ευάγγελου Γενίτσαρη, που προσκομίζουν με επίκληση οι εναγόμενοι, οι οποίες προεχόντως κατατείνουν στην αντίκρουση των προαναφερόμενων εκθέσεων του εσωτερικού ελεγκτή της ενάγουσας, καθόσον, στις προσκομιζόμενες από τους εναγομένους εκθέσεις δεν γίνεται αναλυτική διερεύνηση των οικονομικών συναλλαγών μεταξύ των δύο εταιρειών και εξαγωγή σαφών συμπερασμάτων ως προς την ύπαρξη ή μη οφειλών της εναγομένης έναντι της ενάγουσας, αλλά κυρίως επιχειρείται η ανάδειξη μεθοδολογικών ατελειών των εκθέσεων του ως άνω εσωτερικού ελεγκτή.

Εξάλλου, οι λίγες συγκεκριμένες αναφορές σε αριθμητικά ή άλλα πραγματικά δεδομένα των ως άνω τεχνικών εκθέσεων, που, αν θεωρούνταν βάσιμες, θα μπορούσαν να περιορίσουν το ύψος της οφειλής της εναγομένης, δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς της τελευταίας στην παρούσα δίκη. Περαιτέρω, ενόψει των προεκτεθέντων, είναι ουσιαστικά αβάσιμο το διαλαμβανόμενο στην ένδικη ανταγωγή αίτημα ως προς το ποσό των 2.253.926,83 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι καταβλήθηκε στην ενάγουσα τοις μετρητοίς από την αντενάγουσα - εναγόμενη, για κόμιστρα των μεταφορών, που διενεργήθηκαν από την 22- 9-2009 και εφεξής μέχρι την 31-12-2010, επιπλέον του ποσού που θα κατέβαλλε η τελευταία, εάν δεν είχε λάβει χώρα η επίμαχη καταγγελία, αφού η τελευταία, κατά τα ανωτέρω, ασκήθηκε νομίμως και επέφερε τα αποτελέσματά της, ήτοι την παύση της ισχύος των προαναφερθέντων συμβατικών όρων.

Εξάλλου, με την κρινόμενη ανταγωγή η αντενάγουσα - εναγομένη ζητεί την καταβολή: α) του ποσού των 20.386,58 ευρώ, σύμφωνα με τον όρο 14 του επίδικου συμφωνητικού, ως επιστροφή ποσοστού 5% επί των κομίστρων των εμπορευμάτων ζάχαρης και υπολειμμάτων αμυλοποιίας, που μεταφέρθηκαν κατά τα έτη 2008 και 2009 από την ενάγουσα για λογαριασμό της από χώρες του εξωτερικού, β) του ποσού των 42.811 ευρώ και του ποσού των 107.293 ευρώ, για τα έτη 2009 και 2010 αντιστοίχως, ως (επιστροφή) ανατιμολόγηση των κομίστρων, κατά τους όρους 7 και 8 της ανωτέρω συμφωνίας, γ) του ποσού των 176.915,82 ευρώ και του ποσού των 238.496,92 ευρώ για το έτος 2009, του ποσού των 264.506,80 ευρώ και του ποσού των 314.489,42 ευρώ για το έτος 2010, που αντιστοιχούν σε επιπλέον εκπτώσεις επί των καθαρών κομίστρων α) 0,60 ευρώ ανά τόνο και β) ποσοστιαία επί του συνολικού κύκλου εργασιών της εναγομένης, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του Παραρτήματος 1 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού.

Στον όρο 2 του επίμαχου υπ' αριθμ. ... ιδιωτικού συμφωνητικού ορίσθηκε ότι ο υπολογισμός των εκπτώσεων θα γινόταν στο τέλος κάθε έτους, σύμφωνα με τον κύκλο εργασιών και το τονάζ των μεταφερθέντων κατά το έτος αυτό εμπορευμάτων, ενώ τα προς επιστροφή ποσά θα αποδίδονταν από την ενάγουσα στην εναγομένη, συμψηφίζοντας τα ποσά αυτά με τα κόμιστρα των μεταφορών του επόμενου έτους.

Από τον όρο αυτό, σε συνδυασμό με τους λοιπούς όρους του υπ' αριθμ. ... ιδιωτικού συμφωνητικού και του Παραρτήματος 1 αυτού, περί παροχής εκπτώσεων στην αντενάγουσα-εναγομένη, που προεκτέθηκαν, συνάγεται ότι οι όροι αυτοί συνιστούν συμβατικές ρυθμίσεις, οι οποίες προσδιορίζουν μειωτικά το ύψος των κομίστρων, που όφειλε να καταβάλει η αντενάγουσα - εναγομένη, ως αντίτιμο της μεταφοράς των εκάστοτε εμπορευμάτων από την ενάγουσα.

Δηλαδή, οι προβλεπόμενες στην επίμαχη σύμβαση εκπτώσεις δεν αποτελούν αυτοτελείς απαιτήσεις της εναγομένης, αλλά ποσοτικά μεγέθη, που, εφόσον έχει δικαίωμα επ' αυτών η εναγομένη βάσει της συμβάσεως, περιορίζουν το ύψος των οφειλόμενων από αυτήν (εναγομένη) κομίστρων και μάλιστα του επόμενου έτους. Επομένως, η λήψη των εκπτώσεων αυτών θα μπορούσε να προβληθεί κατ' ένσταση, ως (εν μέρει) καταλυτικός ισχυρισμός στην αγωγή της ενάγουσας προς καταβολή των κομίστρων των μεταφορών, που είχε διενεργήσει και όχι, όπως εν προκειμένω, με τη μορφή καταψηφιστικών αγωγικών αξιώσεων, γι' αυτό τα σχετικά κονδύλια της ανταγωγής είναι απορριπτέα.

Εξάλλου, από τον παραπάνω όρο 2 της επίμαχης συμβάσεως συνάγεται ότι, προϋπόθεση για την παροχή εκπτώσεων κάποιου ημερολογιακού έτους ήταν η ισχύς και λειτουργία της συμβατικής σχέσης καθ' όλη τη διάρκεια του έτους αυτού, ενώ τέτοιο δικαίωμα δεν υπήρχε σε περίπτωση (νόμιμης) διακοπής της συμβάσεως κατά τη διάρκεια του έτους.

Επομένως, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, για τις μεταφορές, που διενεργήθηκαν από 1-1-2009 έως 21-9-2009, η εναγομένη δεν δικαιούται των προβλεπόμενων στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό εκπτώσεων, εφόσον η σύμβαση λύθηκε κατά τη διάρκεια του 2009 εξαιτίας της συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνιστάμενου στην εκ μέρους της σοβαρή παραβίαση των όρων της.

Επίσης, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η γενόμενη εκ μέρους της ενάγουσας καταγγελία της συμβάσεως κρίθηκε ως νόμιμη, είναι αβάσιμη η επιδίωξη εκ μέρους της εναγομένης οποιωνδήποτε κονδυλίων, βάσει ευνοϊκών ρυθμίσεων της επίμαχης συμβάσεως για τις μεταφορές, που διενεργήθηκαν μετά την 21-9-2009, εφόσον από τότε έπαυσε η ισχύς της συμβάσεως.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, βάσει των αθέμιτων συναλλαγών μεταξύ του Λ. Μ. και του Β. Κ., με τα υπ' αριθμ. ... και ... ιδιωτικά συμφωνητικά και τα παραρτήματά τους, είχαν συμφωνηθεί υπέρ της εναγομένης εκπτώσεις κατά πολύ υπέρτερες των επιτρεπομένων. Ως συνέπεια αυτού, το ύψος των επιπλέον εκπτώσεων, που πιστώθηκαν (υπολογίσθηκαν) υπέρ της εναγομένης, μολονότι αυτή δεν τις δικαιούνταν, ανήλθε κατά τα έτη 2007 και 2008 στο συνολικό ποσό των 876.150,92 ευρώ (333.400,92 + 542.750).

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για επιπλέον δικαίωμα της εναγομένης σε έκπτωση για το έτος 2008. Επιπροσθέτως, δεν υφίσταται βέβαια αξίωση της εναγομένης για το χρονικό διάστημα από 1-4-2008 μέχρι την 21-9-2009, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, προεχόντως διότι η εναγομένη δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για τα κόμιστρα των μεταφορών της περιόδου αυτής και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλουτισμό της ενάγουσας, ενώ, για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, η εναγομένη δεν έχει αξίωση βάσει των ίδιων διατάξεων, εφόσον, αντιθέτως, η ίδια η ενάγουσα έχει τέτοια αξίωση κατ' αυτής, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.

Με βάση όλα τα παραπάνω, η ένδικη ανταγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, ο Β. Κ. συμβλήθηκε με την ενάγουσα ως νόμιμος εκπρόσωπος της ατομικής του επιχειρήσεως με το διακριτικό τίτλο "...", της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... " και της εναγομένης, ήτοι της ΕΠΕ με την επωνυμία "...". Κατά τα προαναφερόμενα, όλες αυτές οι επιχειρήσεις (όπως επίσης και η ως άνω τέταρτη επιχείρησή του, ήτοι η μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "..."), ανήκαν ουσιαστικά στο Β.

Κ.. Ο σύνδεσμός του με την εναγόμενη εταιρεία δεν εξαντλείται όμως μόνο στη συμμετοχή του στο εταιρικό της κεφάλαιο, αλλά επιπλέον ενισχύεται από τη συνεχή παρουσία και ανάμειξή του σε όλες τις υποθέσεις της και στην πλήρη εξάρτηση της τελευταίας από τον ίδιο, καθόσον αυτός αποτελούσε και τη διοίκησή της, με περαιτέρω συνέπεια να μην είναι νοητή στην ενάγουσα και τους τρίτους η ύπαρξη της πρώτης των εναγομένων χωρίς την παρουσία και συμμετοχή του δεύτερου εξ αυτών.

Πιο συγκεκριμένα, αυτός ήταν, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της, ο μόνος διαχειριστής της εν λόγω εταιρείας, η οποία δεν διέθετε ξεχωριστή εσωτερική οργάνωση ή, έστω, άλλους διευθυντές, διαχειριστές ή νόμιμους εκπροσώπους, πλην αυτού. Ο εναγόμενος εκπροσωπούσε την εταιρεία έναντι των τρίτων και κάθε αρχής, προέβαινε στην εύρεση πελατών, διαπραγματευόταν μ' αυτούς, κατάρτιζε τις συμβάσεις μεταφοράς, εισέπραττε τα κομίστρια, ομοίως δε, προέβαινε στη σύναψη συμβάσεων, για λογαριασμό της εναγομένης, αρχικά με την ΟΣΕ Α.Ε.

και ακολούθως με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε., πλήρωνε προς αυτές τα οφειλόμενα κόμιστρα, ενώ επιπλέον ο ίδιος έλεγχε πλήρως την εναγομένη, δεδομένου ότι μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε απόφαση της αρεσκείας του σε σχέση μ' αυτήν. Ήταν δηλαδή "ο νους και η ψυχή" της εταιρείας. Περαιτέρω, ο εναγόμενος, μολονότι, όπως προαναφέρθηκε, είχε τη δυνατότητα, βάσει των ως άνω συμβάσεων με την ενάγουσα, να διενεργεί τις σιδηροδρομικές μεταφορές είτε μέσω της ατομικής του επιχείρησης, είτε μέσω της ως άνω ανώνυμης εταιρείας του, με την επωνυμία "...", επέλεξε σκοπίμως να διενεργήσει τις μεταφορές αυτές μέσω της εναγόμενης εταιρείας, που δεν είχε οικονομική επιφάνεια και ουσιαστική δυνατότητα ικανοποιήσεως ενδεχόμενων απαιτήσεων δανειστών της, όπως ειδικότερα θα εκτεθεί στη συνέχεια.

Αντιθέτως, σε περίπτωση διενέργειας των μεταφορών μέσω της ατομικής του επιχείρησης, θα ενεχόταν προσωπικά ο ίδιος ο εναγόμενος για τέτοιες απαιτήσεις δανειστών, ενώ, σε περίπτωση διενέργειας των μεταφορών μέσω της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, θα υπήρχε ασφαλώς ουσιαστικότερη εξασφάλιση των δανειστών.

Ειδικότερα, η εναγομένη, όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς της, κατά την επίμαχη χρονική περίοδο, ήταν εμφανέστατα ανεπαρκώς κεφαλαιοδοτημένη (χρηματοδοτημένη). Πράγματι, καταρχήν, το καταβεβλημένο εταιρικό της κεφάλαιο παρέμενε σταθερά στο πολύ χαμηλό ποσό (σε σχέση με το μέγεθος του κύκλου εργασιών της και το ύψος των υποχρεώσεών της) των 30.000 ευρώ.

Ομοίως δε, ήταν πολύ μικρά, σε σχέση με τα ανωτέρω μεγέθη, τα ίδια κεφάλαια της εναγομένης, ήτοι το άθροισμα του εταιρικού της κεφαλαίου, των αποθεματικών της και των θετικών ή αρνητικών αποτελεσμάτων, που μεταφέρθηκαν από παρελθούσες χρήσεις εις νέον. Συγκεκριμένα, α) κατά τη χρήση 1-1-2008 έως 31-12-2008 το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εναγομένης ανερχόταν σε 34.583,66 ευρώ, το σύνολο των υποχρεώσεών της σε 615.874,63 ευρώ και ο συνολικός κύκλος εργασιών της σε 5.335.624,94 ευρώ, β) κατά τη χρήση 1-1-2009 έως 31-12-2009 τα ίδια κεφάλαιά της διαμορφώθηκαν αρνητικά στο ποσό των -244,74 ευρώ, το σύνολο των υποχρεώσεών της ανήλθε σε 1.572.499,71 ευρώ και ο συνολικός κύκλος εργασιών της σε 3.617.084,74 ευρώ και γ) κατά τη χρήση 1-1-2010 έως 31-12-2010 τα ίδια κεφάλαιά της ανήλθαν σε 54.458,50 ευρώ, το σύνολο των υποχρεώσεών της σε 2.176.803,50 ευρώ και ο συνολικός κύκλος εργασιών της σε 6.150.818,76 ευρώ.

Επιπλέον όμως, υπήρχε σύγχυση των περιουσιών της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων. Αυτό προκύπτει καταρχήν από το γεγονός ότι, κατά τις κερδοφόρες περιόδους, το μέγιστο μέρος των κερδών της εταιρείας κατέληγε στον ίδιο τον εναγόμενο ως διανεμητέο κέρδος, ενώ μόνο ένα μικρό μέρος κατευθυνόταν στο τακτικό αποθεματικό της εταιρείας.

Κατ' αυτό τον τρόπο, εφόσον δεν γινόταν κεφαλαιοποίηση των κερδών, η εταιρεία ήταν ανεπαρκώς χρηματοδοτημένη. Περαιτέρω, η έδρα των οικονομικών δραστηριοτήτων όλων των επιχειρήσεων του Β. Κ. βρισκόταν στην οικοδομή της οδού ... .... Συγκεκριμένα, α) δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίας συζ.

Σωτηρίου Βουλγαράκη Τσώτσου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Β. Κ. απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα έναν αποθηκευτικό χώρο, εμβαδού 12 τ.μ, που βρίσκεται στο δώμα της ως άνω οικοδομής, β) δυνάμει του από 1-2-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο Β. Κ. είχε μισθώσει από το Γ. Κ. ένα γραφείο, εμβαδού 150 τ.μ., που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της ως άνω οικοδομής, γ) δυνάμει του από 1-12-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, η προαναφερόμενη εταιρεία με την επωνυμία "..." μίσθωσε από την εταιρεία με την επωνυμία "Σύμβουλος Λογισμικού και Οργάνωσης Επιχειρήσεων Α.Ε " έναν ενιαίο χώρο δύο γραφείων, εμβαδού 90 τ.μ., που βρίσκεται στον έβδομο όροφο της ως άνω οικοδομής.

Εξάλλου, δυνάμει του από 2-4-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο Β. Κ. υπεκμίσθωσε ένα τμήμα, εμβαδού 50 τ.μ., εκ του ως άνω μισθωμένου από αυτόν γραφείου του τρίτου ορόφου της ως άνω οικοδομής, στην πλήρως ελεγχόμενη από αυτόν εταιρεία με την επωνυμία "...". Η εναγόμενη εταιρεία, κατά το καταστατικό της, είχε έδρα σε μισθωμένο γραφείο της επί της οδού ...

οικοδομής. Μισθωτήριο συμβόλαιο τέτοιας μίσθωσης, ισχύον κατά την επίμαχη χρονική περίοδο, δεν προσκομίσθηκε. Όπως δε αποδείχθηκε, ο Β. Κ. είχε παραχωρήσει στην εναγομένη, κατά την περίοδο αυτή, τη χρήση μέρους του μισθωμένου από τον ίδιο χώρου του τρίτου ορόφου της ως άνω οικοδομής. Προκύπτει δηλαδή και από το στοιχείο αυτό η σύγχυση των περιουσιών των δύο εναγομένων.

Όπως προεκτέθηκε, από το Β. Κ. επιδιώχθηκε, με αθέμιτο τρόπο, η μεταφορά στους δανειστές της εταιρείας των κινδύνων από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα και εν τέλει η πρόκληση ζημίας σ' αυτούς, εφόσον γνώριζε καλά ότι δεν θα ήταν εφικτή η ικανοποίηση των ενδεχόμενων αξιώσεων των δανειστών της εναγομένης, λόγω της ανύπαρκτης κατ' ουσίαν οικονομικής της επιφάνειας, καθόσον αυτή δεν διέθετε ακίνητη περιουσία ή κάποιο άλλο άξιο λόγου περιουσιακό στοιχείο.

Αυτή η επιδίωξη του εναγομένου επιτεύχθηκε, καθόσον, όταν η ενάγουσα, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 11.959/2015 αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 3.216.599,90 ευρώ, επιχείρησε τη διασφάλιση της απαιτήσεώς της, επιβάλλοντας την 1-2-2017 συντηρητική κατάσχεση σε βάρος της, στα χέρια των πέντε μεγαλύτερων τραπεζών της χώρας, η μόνη κατάθεσή της, που ανευρέθηκε και κατέστη δυνατό να δεσμευτεί ήταν ποσού 301,37 ευρώ στην Τράπεζα Πειραιώς.

Βάσει όλων των ανωτέρω, κρίνεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, έγινε από την πλευρά του δευτέρου των εναγομένων κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εξ αυτών εταιρείας προς καταστρατήγηση του νόμου και συνεπώς, η εκ μέρους του επίκληση της αυτοτέλειας του νομικού της προσώπου, προς αποκλεισμό της ευθύνης του, συνιστά καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων του ως εταίρου της.

Επομένως, συντρέχει περίπτωση, που επιβάλλει την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης των εναγομένων εταιρείας, ώστε να προκύψει προσωπική ευθύνη του δευτέρου εξ αυτών για το επίδικο χρέος της (σε ολόκληρο με αυτήν) έναντι της ενάγουσας. Συνιστά δε η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου και αδικοπραξία, καθόσον πρόκειται για παράνομη και υπαίτια (δόλια) πράξη, από την οποία προκλήθηκε ζημία στην ενάγουσα.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την υπ' αριθμ. καταθ. 54.854/2010 αγωγή ως προς την εναγόμενη εταιρεία και απέρριψε την υπ' αριθμ. καταθ. 6.377/2013 ανταγωγή, αν και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, που πρέπει να αντικατασταθούν με τις ανωτέρω, δεν έσφαλε. Όμως, εσφαλμένα απορρίφθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. καταθ. 54.854/2010 αγωγή ως προς το δεύτερο των εναγομένων.

Γι' αυτό πρέπει, κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο της από 1-3-2017 (υπ' αριθμ. καταθ. 942/7-3-2017) εφέσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ-ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", να εξαφανισθεί και μάλιστα στο σύνολο της, όσον αφορά στην υπ' αριθμ. καταθ. 54854/2010 αγωγή, για την ενότητα της εκτελέσεως.

Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η ως άνω έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε ολόκληρο να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 3.216.599,90 ευρώ νομιμοτόκως από τις 12- 9-2009.

Περαιτέρω, κρίνεται ότι, ενόψει του βαθμού της υπαιτιότητας του εκκαλούντος, της ζημίας που προκλήθηκε στην ενάγουσα, της αφερεγγυότητας του εναγομένου, της κοινωνικοοικονομικής καταστάσεως αυτού, της οικονομικής καταστάσεως της ενάγουσας και όλων εν γένει των συνθηκών, πρέπει να απαγγελθεί σε βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως...

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες α) η από 6- 3-2017 (υπ' αριθμ. καταθ. 958/7-3-2017) έφεση της εταιρείας με την επωνυμία "... Σιδηροδρομικές Μεταφορές" και β) το από 14-9-2018 (υπ' αριθμ. καταθ. 2878/2571/14-9-2018) δικόγραφο πρόσθετων λόγων της τελευταίας εταιρείας...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, της πρώτης εναγομένης (πρώτης αναιρεσείουσας), δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, όσον αφορά το κεφάλαιο της αριθμ.

καταθ. 54854/2010 αγωγής (στο σύνολό της δηλαδή και κατά τις ορθές διατάξεις της, ώστε να προκύψει έτσι ενιαίος εκτελεστός τίτλος,), στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους εναγομένους (αναιρεσείοντες) να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 3.216.599,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 12-9-2009 μέχρι την εξόφληση, απήγγειλε δε, κατά του δευτέρου εναγομένου (δευτέρου αναιρεσείοντος) προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 200 και 288 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, καταφάσκουν την κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "..." υπό την έννοια ότι, οι φερόμενες ως ενέργειες αυτής ήταν στην πραγματικότητα ενέργειες του μοναδικού εταίρου και διαχειριστή της δευτέρου εναγομένου (δευτέρου αναιρεσείοντος), Β.

Κ.. Ειδικότερα, οι παραδοχές του Εφετείου: α) ότι ο δεύτερος των εναγομένων (δεύτερος των αναιρεσειόντων) συμβλήθηκε με την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), η οποία απέβλεψε στο πρόσωπό του κατά τη σύναψη της σύμβασης, ως εκπρόσωπος των επιχειρήσεων του ομίλου Κ., στον οποίο ήταν ενταγμένες, η ατομική του επιχείρηση, με το διακριτικό τίτλο "..." (άρα ήταν υπέγγυα και η προσωπική του περιουσία), η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." (με διακριτικό τίτλο "..."), της οποίας ετύγχανε κύριος μέτοχος (κατείχε ποσοστό 95% των μετοχών αυτής), ενώ το υπόλοιπο των μετοχών της ανήκε στην μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "...", της οποίας, ομοίως, ετύγχανε μόνος εταίρος και διαχειριστής, καθώς επίσης και της πρώτης εναγομένης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "...", της οποίας ετύγχανε κύριος εταίρος και διαχειριστής (κατείχε ποσοστό 95% των μετοχών αυτής), ενώ το υπόλοιπο 5% ανήκε στην προαναφερόμενη μονοπρόσωπη ΕΠΕ ("..."), της οποίας ετύγχανε μόνος εταίρος και διαχειριστής, όπως προελέχθη, έχοντας ενεργό ανάμειξη και ασκώντας τον έλεγχο του συνόλου των ανηκόντων στον όμιλο επιχειρήσεών του, που έδρευαν ..., στην οδό ..., επέλεξε, όμως, μετά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης, να χρησιμοποιήσει, για την εκτέλεση των σιδηροδρομικών μεταφορών, αποκλειστικά την πρώτη εναγομένη, προκειμένου να αποφύγει, με την επίκληση της νομικής της προσωπικότητας, την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, β) ότι η πρώτη εναγομένη εταιρία ήταν ελλιπώς χρηματοδοτημένη (υποκεφαλαιοδοτημένη), διότι τα ίδια κεφάλαιά της, ποσού 30.000 ευρώ, ήταν δυσανάλογα μικρά σε σχέση με το ύψος των οικονομικών υποχρεώσεων που αναλάμβανε και το μέγεθος του κύκλου εργασιών που πραγματοποιούσε, στερούνταν περιουσίας, ή άλλου περιουσιακού στοιχείου ή εσόδων οποιασδήποτε μορφής, με αποτέλεσμα να μετακυλίει με τρόπο αθέμιτο, όλους τους κινδύνους από την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας στους δανειστές της εταιρίας, η οποία, επίσης, στερούνταν εταιρικής οργάνωσης και δεν είχε επιχειρηματική δράση, αλλά χρησιμοποιείτο προς όφελος του ως είρηται κυρίαρχου εταίρου και διαχειριστή της (δευτέρου εναγομένου) και γ) ότι υπήρχε σύγχυση των περιουσιών εταιρικής και ατομικής, καθόσον ο δεύτερος εναγόμενος ελάμβανε ο ίδιος το μέγιστο μέρος των κερδών της εταιρίας αφήνοντας μόνον ένα μικρό υπόλοιπο για το σχηματισμό του αποθεματικού αυτής, με αποτέλεσμα να μην δύναται να γίνει διάκριση κατ' ουσία μεταξύ εταιρικής και ατομικής περιουσίας, αφού ό,τι κέρδος αποκόμιζε η εταιρία κατέληγε στην ατομική περιουσία αυτού, ώστε χρησιμοποιούσε, έτσι, συνεχώς την εταιρική περιουσία για την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, σε βάρος των δανειστών της εταιρίας, η οποία δεν είχε δική της (αυτόνομη) υλικοτεχνική οργάνωση και υποδομή, στεγαζόμενη στον ίδιο χώρο με την ατομική του επιχείρηση, που ήταν εγκατεστημένη σε μισθωμένο γραφείο, εμβαδού 150 τ.μ., του τρίτου ορόφου της επί της οδού ...

κείμενης οικοδομής, τμήμα του οποίου, εμβαδού 50 τ.μ., είχε υπεκμισθώσει και στην "...", ενώ η εταιρία "...", ήταν εγκατεστημένη σε έτερο μισθωμένο ενιαίο χώρο δύο γραφείων, εμβαδού 90 τ.μ., στον έβδομο όροφο της ιδίας οικοδομής, στο δώμα της οποίας διατηρούσε και έναν ιδιόκτητο αποθηκευτικό χώρο, εμβαδού 12 τ.μ., καθιστούν την εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος επίκληση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της συνεναγομένης του πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας, προς αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της, καταχρηστική και δικαιολογούν την άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητάς της, προκειμένου η υποχρέωσή της, προς εξόφληση του παραπάνω χρέους της (ποσού 3.216.599,90 ευρώ) έναντι της αναιρεσίβλητης, να επεκταθεί και στον δεύτερο των αναιρεσειόντων, στο πλαίσιο της εις ολόκληρον ενοχής τους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος του από 23-7-2018 δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ενιαίως εκτιμώμενοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, υπό την επίκληση ότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα άνω πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της κατάχρησης της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου της εταιρίας και δεν δικαιολογούν εντεύθεν την άρση της αυτοτέλειας της νομικής της προσωπικότητας, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο διότι, αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, και δη ότι η ενάγουσα, στις 21-9-2009, προέβη νομίμως, λόγω ύπαρξης σπουδαίου λόγου, στην αναστολή των εκπτώσεων και των τιμολογιακών διευκολύνσεων, υπό την έννοια της μη εφαρμογής των προβλεπόμενων στο υπ' αριθμ. 23011/1-2-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό και το Παράρτημα 1 αυτού εκπτώσεων, διότι η πρώτη εναγομένη, κατά παράβαση των όρων της σύμβασης, έθεσε σε κίνδυνο τα συμφέροντα και τη ρευστότητα της ενάγουσας, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής της κατά τον ως άνω χρόνο ανερχόταν στο ποσό των 3.216.599,90 ευρώ, το οποίο δεν αποπλήρωσε, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της τελευταίας.

Δεν συνιστά δε αντίφαση η αναφορά στην από 17-7-2009 επιστολή του Δ. Β., Γενικού Διευθυντή για Εμπορεύματα της ενάγουσας, με τον μη ορθό υπολογισμό της οφειλής (4.026.157,46 ευρώ συνολικώς), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταλήγει ότι, η εναγομένη εταιρία πράγματι όφειλε το ορθό ποσό των 3.216.599,90 ευρώ (αιτούμενο με την αγωγή) για το από 1-4-2008 έως 21-9-2009 χρονικό διάστημα, δεχόμενη ότι, η ύπαρξη του παραπάνω χρεωστικού υπολοίπου σε βάρος της εναγομένης εταιρίας αποδεικνύεται καταρχήν από τα νομίμως τηρηθέντα από την τελευταία εμπορικά βιβλία, και δη ότι η όλη κίνηση των χρεοπιστώσεων απεικονίζεται στο λογαριασμό με κωδικό αριθμό γενικής λογιστικής 30.00.0292 και επαληθεύεται και από το δοσοληπτικό λογαριασμό και τα τηρηθέντα λογιστικά βιβλία της τελευταίας, στα οποία έχουν γίνει κατά βάση οι ίδιες λογιστικές εγγραφές, πλην ορισμένων μικροδιαφορών, οφειλομένων σε παραδρομές, σε σχέση με τις οποίες ωστόσο δεν προβλήθηκε εκ μέρους της τελευταίας ότι υφίσταται ανακρίβεια των αντίστοιχων εγγραφών της ενάγουσας, η ως άνω δε παραδοχή περί του πραγματικού ύψους της οφειλής στηρίζει την κρίση για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί το βάσιμο της καταγγελίας και την παύση της ισχύος των συμβατικών όρων .

Οι λοιπές επιμέρους αιτιάσεις του σχετικού αναιρετικού λόγου, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχονται ως απαράδεκτες. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, περί αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ανωτέρω, ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ζήτημα (της αναστολής των εκπτώσεων και των τιμολογιακών διευκολύνσεων, λόγω ύπαρξης σπουδαίου λόγου), είναι αβάσιμος.

Ακόμη, ο χαρακτηρισμός του από 8-6-2011 εγγράφου, ως ιδιωτικού συμφωνητικού, δεσμευτικού για τα συμβαλλόμενα μέρη, ουδόλως επέδρασε στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου και στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του χαρακτήρα της, επιβληθείσης, στις 21-9-2009, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, αναστολής των όρων της επίδικης σύμβασης (ως προς τις εκπτώσεις και τις πιστώσεις).

Και τούτο διότι οι αγωγικές συνέπειες σχετίζονται με τις οφειλές μέχρι 21-9-2009, όχι με αυτές του ανωτέρω εγγράφου που δεν ασκούσαν επιρροή στην υπό κρίση διαφορά. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις, α) υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ότι με το χαρακτηρισμό του από 8-6-2011 εγγράφου, ως ιδιωτικού συμφωνητικού, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 160 παρ. 1 και 2 ΑΚ, β) υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 8-6-2011 εγγράφου, διότι του προσέδωσε περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό (δημιουργία δεσμεύσεων για τα μέρη) και έτσι κατέληξε σε επιζήμιο για την πρώτη αναιρεσείουσα αποτέλεσμα (δέσμευση από το περιεχόμενο της υποτιθέμενης συμφωνίας) και γ) υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ότι δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες και δη από πιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε η συμφωνία των μερών με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, είναι αλυσιτελής και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης.

Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και λόγω αοριστίας, διότι οι αναιρεσείοντες δεν εξειδικεύουν ποια η επίδραση του σφάλματος στην έκβαση της δίκης και στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης, αλλά και αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, χωρίς να παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 361 και 160 παρ. 1 και 2 ΑΚ και χωρίς να παραμορφώνει το περιεχόμενο του ως άνω συμφωνητικού, δέχθηκε τη δεσμευτικότητα και εγκυρότητα της συμφωνίας περί σταδιακής αποπληρωμής της οφειλής της πρώτης αναιρεσείουσας, ύψους 1.150.000 ευρώ, σε τρεις δόσεις, των 500.000, 350.000 και 300.000 ευρώ, προς απόδειξη και μόνο της οποίας καταρτίστηκε το ανωτέρω από 8-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπεγράφη μόνο από την τελευταία, ώστε να διασφαλισθεί η δέσμευσή της για καταβολή των προβλεπόμενων δόσεων και να δύναται η αναιρεσίβλητη να το υπογράψει δια του νομίμου εκπροσώπου της οποτεδήποτε.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, ενόψει του ότι, κατά τα άρθρα 339, 421 επ. ΚΠολΔ, αποτελούν, όπως και κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, που καταργήθηκε με το ν. 4335/2015, ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία και η χωριστή αναφορά κάθε μιας τούτων, πλην του ότι τηρήθηκαν γι' αυτές οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Ως προς τις ένορκες, όμως, βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία τους στην απόφαση, αλλά πρόκειται για απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 411/2021, ΑΠ 248/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1633/2009, ΑΠ 227/2008, ΑΠ 338/2007).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη (ΑΠ 411/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης και τον πρώτο λόγο του δικογράφου των από 2-2-2021 πρόσθετων λόγων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι, το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα, με τον έκτο λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη τις με επίκληση προσκομισθείσες υπ' αριθμ.2463/14-11-2017 και 1068/4-4-2014 ένορκες βεβαιώσεις του Α. Θ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Τσιλακάκη και του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, αναφορικά με τη φερόμενη προς συμψηφισμό ανταπαίτηση της πρώτης εναγόμενης, ύψους 673.082,81 ευρώ, απορρέουσα από την εκμίσθωση 25 σιδηροδρομικών βαγονιών βυτίων προς την ενάγουσα και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο (αναφορικά με την ίδια ως άνω ανταπαίτηση), ότι δεν έλαβε υπόψη:

α) την από 16-11-2009 επιστολή του Γεν. Διευθυντή Εμπορευμάτων της αναιρεσίβλητης Δ. Β., με την οποία αυτός ενημέρωνε τον δεύτερο αναιρεσείοντα ότι τα επίμαχα 25 βαγόνια βυτία θα επιστραφούν κατά τη λήξη της περιόδου διάθεσης ενός εκάστου, β) την από 6-12-2009 επιστολή του Γεν. Διευθυντή Μεταφοράς της αναιρεσίβλητης Β., με την οποία γνωστοποιείται προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα ότι η αναιρεσίβλητη είχε προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την απόδοση των μισθωθέντων βαγονιών, γ) την από 11-12-2009 επιστολή του ιδίου ως άνω Γεν.

Διευθυντή Μεταφοράς της αναιρεσίβλητης, με την οποία γνωστοποιείται προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα ότι τα βαγόνια βρίσκονταν στο σταθμό Διαλογής, έτοιμα προς αναχώρηση και δ) το από 21-8-2009 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, με το οποίο αυτή φέρεται ότι αναγνωρίζει την επίμαχη μίσθωση και την απορρέουσα εξ αυτής οφειλή της, μικρότερου ποσού 476.321 ευρώ, το οποίο (έγγραφο) μνημονεύεται στο 715/2017 βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, που προσκόμισε η τελευταία.

Ωστόσο, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι, στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη "...την 1.068/4-4-2014 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα των εναγομένων, που προσκομίζεται με επίκληση και ελήφθη νομότυπα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους...και όλων των εγγράφων...που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι" και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης, που αφορούν τους ισχυρισμούς των εναγομένων προς απόδειξη των οποίων αυτοί επικαλέστηκαν τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα και, συνακόλουθα, τόσο την υπ' αριθμ. 1.068/4-4-2014 ένορκη βεβαίωση, αφού στην απόφαση γίνεται ειδική αναφορά σ' αυτήν, όσο και την υπ' αριθμ. 2463/14-11-2017 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε στο πλαίσιο άλλης πολιτικής δίκης των εναγομένων κατά της ενάγουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δη για να χρησιμοποιηθεί κατά τη συζήτηση μεταγενέστερης αγωγής τους, με αντικείμενο την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης, της δικασίμου 6-12-2017, η οποία (ένορκη βεβαίωση μεταγενέστερης δίκης) είναι έγγραφο και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο και δεν χρειάζεται να κάνει ειδική μνεία αυτών το δικαστήριο, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωσή του, ότι έλαβε υπόψη "τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", καθώς και τις άνω από 16-11-2009, 6-12-2009 και 11-12-2009 επιστολές του Γεν.

Διευθυντή Εμπορευμάτων και του Γεν. Διευθυντή Μεταφοράς της αναιρεσίβλητης, αντιστοίχως. Επομένως, οι ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έκτος λόγος του κύριου αναιρετηρίου και πρώτος του δικογράφου των από 2-2-2021 πρόσθετων λόγων (όσον αφορά τις υπό στοιχεία α', β'και γ'αιτιάσεις), είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο του ιδίου ως άνω δικογράφου πρόσθετων λόγων, ως προς την υπό στοιχείο δ' αιτίαση, είναι απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε νόμιμη επίκληση από τους αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, του από 21-8-2009 εγγράφου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης.

Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι και αβάσιμος, αφού το εν λόγω έγγραφο, ουδόλως προκύπτει ότι προσκομίστηκε και από την αναιρεσίβλητη.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 917/2020 ΑΠ 516/2016).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 212/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του από 2-2-2021 δικογράφου πρόσθετων λόγων, οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα την ύπαρξη και το ύψος της ένδικης οφειλής από κόμιστρα και το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αυτής, χωρίς την προσκομιδή των οικείων ενταλμάτων πληρωμής ή χρεωστικών εγγράφων, που θα έπρεπε να τους είχαν παραδοθεί για εκάστη φορτωτική ή για ένα σύνολο φορτωτικών, σύμφωνα με το άρθρο 17 της μεταξύ τους σύμβασης, κατά το οποίο μόνο μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την παράδοση ενός εκάστου εντάλματος πληρωμής προς την πρώτη αναιρεσείουσα είχε αυτή υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας.

Έτσι, μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς να είναι αληθινά ή να αποδεικνύονται από κάποιο έγγραφο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες, για τη θεμελίωσή του, δεν επικαλούνται ότι το δικαστήριο δέχθηκε τα ανωτέρω περί της απόδειξης της ένδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτήν ή χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη για την απαίτηση αυτή, αλλά ότι δεν αποδεικνύονται από συγκεκριμένα έγγραφα, που οι ίδιοι αναφέρουν, πλήττοντας, όμως έτσι, την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για την απόδειξη της ένδικης αγωγικής απαίτησης και το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ' αυτήν, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα), δηλαδή δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά, είτε ως προς το αίτημα, είτε ως προς την ιστορική βάση, είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 505/2018, ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και, επομένως, και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα, όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασης (ΑΠ 1073/2021, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 1473/2019, ΑΠ 505/2018, ΑΠ 684/2013).

Πρόσθετοι λόγοι που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της παραπάνω διάταξης (του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ) απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 319/2018,ΑΠ 1289/2007, ΑΠ 405/2004). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των από 2-2-2021 πρόσθετων λόγων, αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, από τους αριθμούς 10 και 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση, όσον αφορά την παραδεκτά προταθείσα προς συμψηφισμό αυτοτελή ανταπαίτησή τους, ποσού 988.000 ευρώ, απορρέουσα κατά τους ισχυρισμούς τους από την καταβολή εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας στην κοινοπραξία "...", για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης και προς διευκόλυνσή της, για την κατασκευή έργου, που είχε γίνει προς όφελος της τελευταίας στο ... (δημιουργία εμπορευματικού σταθμού).

Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν αφορούν ούτε στα προσβαλλόμενα με την ένδικη αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (άρση νομικής αυτοτέλειας πρώτης εναγομένης και καταβολής οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής), ούτε τελούν σε σχέση αναγκαστικής, κατά την προαναφερθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, συνάφειας μ' αυτά.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 12/2000, ΑΠ 467/2018, ΑΠ 1530/2008).

Ειδικότερα, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός που είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, ήταν ορισμένος και νόμιμος, δηλαδή ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής ισχυρισμός). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής ή της ένστασης περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 825/2021, ΑΠ 1478/2008, ΑΠ 1905/2011, ΑΠ 1530/2008).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από την παραπάνω δικονομική διάταξη θα πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 631/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του δικογράφου των από 23-7-2021 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης κύριας αγωγής (της αναιρεσίβλητης), κατά το αίτημά της για άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας και τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης του δευτέρου αναιρεσείοντος, ως προς το κριτήριο της σύγχυσης περιουσιών, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, ότι ο δεύτερος αναιρεσείων προέβη στην παραχώρηση της χρήσης τμήματος των γραφείων του τρίτου ορόφου της επί της οδού ...

οικοδομής της Θεσσαλονίκης, που χρησιμοποιούσε για τη στέγαση της ατομικής του επιχείρησης, στην πρώτη αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια αλλά σε διευκρινιστικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό περί άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας.

Με το δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, σχετικά με τη στέγαση της πρώτης αναιρεσείουσας σε τμήμα των γραφείων του τρίτου ορόφου της άνω οικοδομής, δέχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσείων προέβη σε παραχώρηση της χρήσης χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός, κατά το οικείο δεύτερο σκέλος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω, το εφετείο κατέληξε στην κρίση του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων που ρητά μνημονεύει (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα). Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι διαλαμβάνει στην ελάσσονα σκέψη αναπόδεικτο γεγονός, σχετικά με το χώρο στέγασης της πρώτης αναιρεσείουσας, ενώ από το από 10-2-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, προέκυπτε ότι κατά το επίδικο από 2004 έως 2010 χρονικό διάστημα είχε εκμισθωθεί εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος στην πρώτη αναιρεσείουσα το δώμα της άνω οικοδομής, έγγραφο το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, θα προσκομίσουν με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις τους, επικαλούμενοι ότι στο δικαστήριο της ουσίας δεν το προσκόμισαν, διότι η αναιρεσίβλητη συνομολογούσε (και ουδέποτε αμφισβήτησε) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα λειτουργούσε στο δώμα της άνω οικοδομής, που της είχε εκμισθώσει ο δεύτερος αναιρεσείων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ).

Με το τρίτο σκέλος του ιδίου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (επικουρικά), κατ' εκτίμηση, η από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατέληξε στην κρίση, σχετικά με την παραχώρηση της χρήσης τμήματος του τρίτου ορόφου της οικοδομής για τη στέγαση της πρώτης αναιρεσείουσας, βάσει αποδείξεων που δεν προσκομίστηκαν.

Ο λόγος αυτός, κατά το οικείο τρίτο σκέλος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας. Με το τέταρτο σκέλος του ιδίου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (επικουρικά) η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος παραχώρησης της χρήσης τμήματος του τρίτου ορόφου της οικοδομής για τη στέγαση της επιχείρησης της πρώτης αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αυτός, κατά το οικείο τέταρτο σκέλος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά τους αναιρεσείοντες, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ κατά τα λοιπά, με τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή του, πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ) Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και εφόσον όλες οι λοιπές αιτιάσεις που είναι διάσπαρτες σε όλους του λόγους της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, πλήττουν, με επίφαση την επίκληση παραβάσεων των ως άνω αναιρετικών λόγων, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.

ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 977/2017), πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης μετά των πρόσθετων αυτής λόγων και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει: α) την από 9-10-2019 αίτηση 1) Της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και 2) του Β. Κ. του Χ. και τους επ' αυτής από 2-2-2021 και από 23-7-2021 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2013/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την αίτηση και τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ