Legislator Case Law & Legislation
1697/2017 AI generated

1697/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1697/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 39798/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14249/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 401/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

1697/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

Keywords

AI generated
reassignment of claim withdrawal of debt enforcement right of repossession revocation of residence permit application for enforcement - Decision decisions concerning reassignment or transfer
AI generated
1095/2021
Α. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς, κατοικοεδρεύοντα στην Κηφισιά Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
1361/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4492/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 527/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2018 αίτησή της.
2027/2014
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσες κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1038/2009 και 5622/2010 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, η πρώτη των οποίων απέρριψε στην ουσία την από 8.4.2008 έφεση και τους από 10.9.2008 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 982/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε σχέση ειδικότερα με τις περιεχόμενες στην ένδικη από 15.2.2006 αγωγή της αξιώσεις της κατά της αναιρεσίβλητης που απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή ως αόριστες με την πρωτόδικη απόφαση, ενώ η δεύτερη των εφετειακών αποφάσεων απέρριψε στην ουσία μεν την ως άνω έφεση και τους ως άνω πρόσθετους λόγους έφεσης, ως απαράδεκτους δε τους από 30.7.2010 πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της αυτής πρωτόδικης απόφασης σε σχέση ειδικότερα με την ένδικη αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας που απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την πρωτόδικη απόφαση και ως προς την οποία (αξίωση) ανεστάλει με την πρώτη των εφετειακών αποφάσεων η εκδίκαση της υπόθεσης λόγω εκκρεμοδικίας.
1119/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
739/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1697 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1697/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία, πρώην "... ... Ανώνυμη Εταιρεία" η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Βασιλειάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη: Στον αναγκαίο ομόδικο Γ. Τ. του Ε..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 39798/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14249/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 401/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 20-1-2015 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Αθανασίου Kαγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 401/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 9-9-2013 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 14249/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 6-10-2011 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου.

Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδίκων τους ή των εντολοδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Διάδικοι είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν. Εξάλλου, το άρθρο 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει μεταξύ των άλλων ότι, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, οι ομόδικοι, που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται και με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.

Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 936 ΚΠολΔ, περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει και επί ανακοπής τρίτου, η οποία πρέπει να απευθύνεται τόσο κατά του επισπεύδοντος όσο και του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας παθητικής κατ’ άρθρο 76 § 1. Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του, αν και αδρανούν αυτοί. Στην περίπτωση δε αυτή (της πλασματικής ασκήσεως του ένδικου μέσου) πρέπει οι μη ασκήσαντες ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 § 3 και 110 § 2 ΚΠολΔ), αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 2179/2014, ΑΠ 770/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με την ένδικη ανακοπή του, ισχυριζόταν ότι το ακίνητο του οφειλέτη της αναιρεσείουσας Γ. Τ., που εκείνη είχε κατάσχει αναγκαστικά, ανήκε στον ίδιο και για το λόγο αυτό ζήτησε την ακύρωση της συνταχθείσας υπ’ αριθμ. .../2011 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Β.

Κ.. Όπως δε προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../9-7-2015 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προκειμένου να παραστεί για δικάσιμο της 1-2-2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στη αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα στον Γ.

Τ., αναγκαίο ομόδικο της αναιρεσείουσας. Κατά το άρθρο 936 ΚΠολΔικ τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, αν προσβάλλεται δικαίωμα του πάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει, σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και β) απαγόρευση διάθεσης, που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται, σύμφωνα με το νόμο, την ακυρότητα της διάθεσης.

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι βάση της ανακοπής είναι το δικαίωμα του τρίτου, το οποίο πρέπει να είναι κεκτημένο κατά το χρόνο της βλαπτικής για εκείνον πράξης της εκτέλεσης. Ο τρίτος, εφόσον επικαλεσθεί και αποδείξει το δικαίωμά του, στοιχείο που αφορά τη νομιμοποίησή του, καθιστά ανενεργό την εκτέλεση.

Η εν λόγω ανακοπή περιέχει δύο αιτήματα, ήτοι την αναγνώριση ή καταψήφιση του δικαιώματος του τρίτου και τη διάπλαση της ανενέργειας της εκτέλεσης. Απευθύνεται δε κατά του δανειστή και του οφειλέτη, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους, όπως προαναφέρθηκε, με το θεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 2179/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού.

Επομένως, η ευδοκίμηση λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολομ. ΑΠ 30/1998, ΑΠ 488/2017, ΑΠ 95/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Κατόπιν αιτήσεων της εκκαλούσης πρώτης καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ" εκδόθηκαν οι υπ’ αριθ. .../2010 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες ο δεύτερος καθού η ανακοπή Γ.

Τ. του Ε. υποχρεώθηκε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 269.863,98 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Σε εκτέλεση των εν λόγω διαταγών πληρωμής δυνάμει της υπ’ αριθ. .../21.9.2011 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Κ. επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση επί μίας αυτοτελούς, διηρημένης και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθαρού εμβαδού 170,92 τ.μ.

που βρίσκεται σε διώροφη οικοδομή στη συμβολή των οδών ... Θεσσαλονίκης. Ο εφεσίβλητος - ανακόπτων ισχυρίστηκε με το μοναδικό λόγο της ανακοπής του ότι το κατασχεθέν ως άνω ακίνητο ανήκει στην αποκλειστική του κυριότητα, καθώς περιήλθε σ’ αυτόν με το νομίμως μετεγγραμμένο υπ’ αριθ. .../2005 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν.

Τ.. Ο ισχυρισμός αυτός του εφεσιβλήτου - ανακόπτοντος είναι βάσιμος. Ακόμη, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ειδικότερα ότι ο ανακόπτων, ο οποίος διέμενε επί πολλά έτη στην αλλοδαπή, είχε χορηγήσει στο δεύτερο καθού δικηγόρο Θεσσαλονίκης το υπ’ αριθ. .../ 12.2.2008 πληρεξούσιο της Γενικής Προξένου της Ελλάδας στη Γενεύη της Ελβετίας, με το οποίο παρείχε σ’ αυτόν την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει και να μεταβιβάσει κατά κυριότητα σε οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους και τίμημα κατά την κρίση του το ανωτέρω κατασχεθέν ακίνητο, καθώς και να εισπράξει το τίμημα ή και μέρος αυτού και να το καταθέσει στον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό του ανακόπτοντος.

Ωστόσο ο δεύτερος καθού εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη του ανακόπτοντος, δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το εν λόγω ακίνητο στον εαυτό του με το νομίμως μετεγγραμμένο υπ’ αριθ. .../8.4.2008 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Γ. με τίμημα το ποσό των 58.308,50 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αντικειμενική του αξία.

Ο εφεσίβλητος ανακόπτων, ο οποίος δεν έλαβε γνώση της εν λόγω μεταβίβασης, δεν του αποδόθηκε το τίμημα ούτε την ενέκρινε εκ των υστέρων, άσκησε την υπ’ αριθ. εκθ. καταθ. .../2010 αγωγή ενώπιον του - Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκνικώντας την ακύρωση του προμνησθέντος συμβολαίου. Η αγωγή έγινε δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη με την υπ’ αριθ. 3476/2011 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου με το διαλαμβανόμενο σ’ αυτήν σκεπτικό (η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε καθ’ υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας).

Την ως άνω (αριθ. 3476/2011) απόφαση ο εφεσίβλητος ανακόπτων την επέδωσε στον δεύτερο καθού η ανακοπή - οφειλέτη Γ. Τ. την 17η.03.2011 (βλ. την με αριθμό ...17.3.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Σ. Η.-Κ.), χωρίς ο τελευταίος (Γ. Τ.) να ασκήσει ένδικο μέσο. Η απόφαση κατέστη έτσι αμετάκλητη.

Μετά ταύτα η εκκαλούσα κοινοποίησε στον οφειλέτη της Γ. Τ. την με αριθμό .../21.09.2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Β. Κ., καθώς και την με αριθμό .../3.10.2011 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας για την διενέργεια δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού, με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία πλειστηριασμού η 23η. 11.2011.

Με την ως άνω απόφαση, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου το ζήτημα της κυριότητας επί του κατασχεθέντος. Το δεδικασμένο από την ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση εκτός του ότι δεσμεύει τους παραπάνω διαδίκους τριτενεργεί και στην εκκαλούσα Τράπεζα, η οποία επέσπευσε σε βάρος του οφειλέτη της δεύτερου καθ’ ου η ανακοπή Γ.

Τ. αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησής της. Τούτο μολονότι η εκκαλούσα Τράπεζα, είναι τρίτη, επειδή η κριθείσα μεταξύ των ως άνω διαδίκων έννομη σχέση (ακυρότητας του συμβολαίου και εντεύθεν της κυριότητας του κατασχεθέντος) είναι προδικαστική για την έννομη σχέση μεταξύ του ενός από τα διάδικα μέρη και της τρίτης Τράπεζας, που είναι το κύρος της κατάσχεσης που επέβαλε η τελευταία επί του επιδίκου ακινήτου, φερομένου ως ανήκοντος στον οφειλέτη της Γ.

Τ., ενώ τούτο δεν αληθεύει. Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος, τρίτος - ανακόπτων, στην παρούσα δίκη, πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης (936 ΚΠολΔ), με την προμνησθείσα άλλη δίκη μεταξύ αυτού και του καθ’ ού η εκτέλεση πέτυχε την έκδοση απόφασης που κατά ουσιαστικό περιεχόμενο επιδικάζει σ’ αυτόν (τον ανακόπτοντα) την κυριότητα του κατασχεθέντος.

Επισημαίνεται ότι αυτός (ο νυν ανακόπτων) θα μπορούσε να εκτελέσει την εν λόγω απόφαση σε βάρος του ενδεχόμενου υπερθεματιστή, που είναι ειδικός διάδοχος και άρα δεσμεύεται από το δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 325 περ. 2, 919 περ. 1 ΚΠολΔ. Κατά λογική αναγκαιότητα δεν μπορεί να ευσταθήσει η αντίθετη γνώμη που προέβαλλε πρωτόδικα αλλά και με το μοναδικό λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα, ότι δηλαδή το αμετάκλητα αναγνωρισμένο δικαίωμα του εφεσίβλητου τρίτου - ανακόπτοντα θα τύχει και πάλι δικαστικής έρευνας με κίνδυνο έκδοσης αντίθετης απόφασης.

Η θέση αυτή, που θέλει την επισπεύδουσα - δανείστρια - τράπεζα να επηρεάζεται από το δεδικασμένο της πρώτης δίκης μεταξύ του οφειλέτη της καθού η εκτέλεση και του νυν ανακόπτοντος, δεν κάμπτεται, από το συμφέρον της για την διατήρηση της κατάσχεσής της, γιατί έτσι εξασφαλίζεται το κύρος της δικαιοσύνης

και αποτρέπεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Άλλωστε, η επισπεύδουσα - κατάσχουσα, που δεν επικαλείται ίδιο δικαίωμα επί του κατασχεθέντος, το εν λόγω δεδικασμένο μπορεί να το προσβάλλει (λόγω δόλου) με τις προϋποθέσεις της 333 παρ. 2 ΚΠολΔ.... Προσέτι, η προεκτεθείσα θέση κρίνεται ότι δεν είναι για την επισπεύδουσα τράπεζα ανεπιεικής αφού και κατά το χρόνο κατάσχεσης είχε ήδη εκδοθεί και κοινοποιηθεί η προμνησθείσα ήδη αμετάκλητη απόφαση.

Εξάλλου, από τα ίδια πάντοτε αποδεικτικά μέσα ουδόλως επιβεβαιώθηκε ότι η ανωτέρω δίκη (περί ακυρότητας του συμβολαίου) διεξήχθη με συμπαιγνία μεταξύ των εκεί διαδίκων (νυν ανακόπτοντος και δεύτερου καθ’ ου) προκειμένου να καταδολιευθούν και να βλαφθούν τα συμφέροντα της εκκαλούσας - επισπεύδουσας Τράπεζας.

Η τελευταία δεν άσκησε τριτανακοπή κατά της ανωτέρω αμετάκλητης απόφασης προκειμένου να την καταστήσει ανενεργή έναντι αυτής (590 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι ως τρίτη που δεν είχε συμμετάσχει ούτε είχε προσκληθεί να συμμετάσχει σε εκείνη τη δίκη μπορούσε να τριτανακόψει την απόφαση (που εκδόθηκε μεταξύ άλλων), εφόσον η απόφαση την έβλαπτε ή έθετε σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά της, επικαλούμενη κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (333 παρ. 2, 583, 586 ΚΠολΔ).

Η εκκαλούμενη, που με άλλο σκεπτικό, το οποίο αντικαθίσταται με το παρόν, απέρριψε την έφεση, δεν έσφαλε κατ’ αποτέλεσμα...". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του αναιρεσιβλήτου.

Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της έφεσης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό. Ειδικότερα, η ένδικη ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, έπρεπε να γίνει δεκτή, με βάση τη διάταξη του άρθρου 936 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος (ανακόπτων) είχε γίνει κύριος του επίμαχου ακινήτου με το νόμιμα μεταγεγραμμένο .../05 συμβόλαιο, ενώ με την υπ’ αριθμ. 3476/2011 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κρίθηκε το ζήτημα της κυριότητας επί του κατασχεθέντος ακινήτου κατά το χρόνο της πληττόμενης πράξης εκτέλεσης και συγκεκριμένα ότι ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος), κατά το χρόνο επιβολής της αναγκαστικής κατάσχεσης, ήταν κύριος τούτου.

Σύμφωνα λοιπόν και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2015 αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

& νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου