Legislator Case Law & Legislation
1697/2014 AI generated

1697/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1697/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2005 κύρια και την από 9/6/2006 παρεμπίπτουσα αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1332/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1852/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/12/2012 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1697/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε τέτοια ώρα απασχόλησης ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου, κατά αρθρ. 4 παρ. 5 του ίδιου νόμου (ΑΠ 1561/2011, ΑΠ 338/2008).

Keywords

AI generated
unemployment benefits of directors redundancy retaliatory dismissal waiver of wage claims rights and obligations of staff severance pay
AI generated
524/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
1130/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1103/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/5/2012 αίτησή της.
8/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1574/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1697 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1697/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ", που εδρεύει στη .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τριαντάφυλλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2005 κύρια και την από 9/6/2006 παρεμπίπτουσα αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1332/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1852/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/12/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 3/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου λόγου κατά το δεύτερο μέρος του της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 435/1976 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ΝΔ 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή.

Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.1984 (ΦΕΚ Β', 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργάσιμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2,75 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.

Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/1970 αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόλησης πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.

Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8 αντίστοιχα ωρών ημερησίως. Από 1-4-2001, μετά το Ν. 2874/2000, η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι 43 ωρών εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (άρθρ. 4 παρ. 2 και 4 του πιο πάνω νόμου).

Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε τέτοια ώρα απασχόλησης ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου, κατά αρθρ. 4 παρ. 5 του ίδιου νόμου (ΑΠ 1561/2011, ΑΠ 338/2008).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν και η διάρκεια της ημερησίας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας.

Είναι όμως επιτρεπτό να προσδιορίζονται οι ώρες αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή τον μήνα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 503/2009).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής (κυρίας και συμπληρωματικής), στην οποία παραδεκτώς προβαίνει, κατ' αρθρ. 561 του Κ.Πολ.Δ, ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, για τη θεμελίωση του αιτήματός του για την καταβολή αμοιβής για ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωρία καθώς και νυκτερινή εργασία, ισχυρίσθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-4-2001 μέχρι 31-7-2002 και από 9-10-2003 μέχρι 23-12-2003 εργαζόταν στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως χειριστής λαστιχοφόροου οδοστρωτήρα, ιπποδύναμης 250 ίππων, στα έργα της Αττικής Οδού και της Εθνικής Οδού Αθηνών - Κορίνθου, αντιστοίχως, υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, εβδομάδας 40 ωρών, προσδιορίζοντας τις ώρες εργασίας του κατά την ημέρα και τη νύκτα με αναφορά της ώρας έναρξης και λήξης του καθημερινού του ωραρίου στο εξαήμερο (από Δευτέρα έως και Σάββατο), τον μέσο όρο κατά μήνα των ωρών της υπερωριακής και νυκτερινής του εργασίας καθώς και τις νόμιμες και καταβαλλόμενες αποδοχές του.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην αμοιβή λόγω ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης είναι επαρκώς ορισμένη και με την παράθεση των παραπάνω στοιχείων, που συνάγονται ευχερώς από την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου της, καθίσταται εφικτή η έρευνα περί της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό της εργασίας του μισθωτού ως ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και παράνομης υπερωρίας.

Ειδικότερα δε δεν επηρεάζεται η παραπάνω κρίση εκ της συναρίθμησης και των ωρών που ασχολήθηκε πέραν του νόμιμου ωραρίου κατά τα Σάββατα (και τις Κυριακές), αφού η υπερωριακή απασχόληση και η κατά τη νύκτα εργασία προκύπτουν από τις ώρες εργασίας του κατά το νόμιμο πενθήμερο, οι οποίες εκτίθενται στην αγωγή.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το κονδύλιό της για ιδιόρρυθμη υπερωρία και ως αόριστη κατά τα κονδύλιά της για υπερωριακή και νυκτερινή εργασία, παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ως προς το κονδύλιο της ιδιόρρυθμης υπερωρίας και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο ως προς τα λοιπά κονδύλια για υπερωριακή και νυκτερινή εργασία και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 του ΚΠολΔ.

Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.

Από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνο της καταβολής.

Όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου, ότι όλες γενικώς οι αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό.

Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν συνολικό ποσό αν και υπερκαλύπτει τις ασκούμενες αξιώσεις, να αφορά και σε άλλες (αξιώσεις) μη ασκούμενες με την αγωγή, ή ακόμη να υπερκαλύπτει ορισμένες και άλλες να μη τις καλύπτει ή να τις καλύπτει εν μέρει. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δεν αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ζήτησε την άδειά του κατά το έτος 2002 και δεν του χορηγήθηκε από την εναγομένη, ούτε ότι έλαβε μειωμένες τις αντίστοιχες νόμιμες αποδοχές και επίδομα.

Ενισχυτικό των προαναφερόμενων είναι ιδία ότι ουδεμία σχετική διαμαρτυρία υπέβαλε στην Επιθεώρηση Εργασίας ο ενάγων, ούτε σε οιονδήποτε άλλο φορέα, και δη παρά το γεγονός ότι μετά τις 31-7-2002 και μέχρι τις 9-10-2003 εργαζόταν σε τρίτο εργοδότη. Συνακόλουθα το σχετικό αγωγικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.........

Αποδείχτηκε περαιτέρω, ότι ο ενάγων για το χρονικό διάστημα α) από 9-10-2003 έως 8-10-2004 ως εργαζόμενος με πενθήμερο επί 12 μήνες στον ίδιο εργοδότη (εν όψει και του ότι από 1-8-2002 μέχρι 9-10-2003 εργαζόταν σε τρίτο, όπως δέχθηκε και η εκκαλούμενη, που δεν εφεσιβάλλεται ως προς την παραδοχή της αυτή, κατ'ορθήν εκτίμηση των δικογράφων των διαδίκων) δικαιούτο 20 ημέρες αδείας εκ του νόμου και αποδοχές αδείας 24/25 ποσοστά από τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του, επίδομα δε αδείας το 1/2 του μηνιαίου μισθού του, β) από 9-10-2004 έως 23-12-2004, οπότε απολύθηκε, δικαιούται να λάβει (εν όψει και του χρόνου πρόσληψής του από την εναγομένη, που ήταν η 9-10-2003), 2/25 ποσοστά από τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του για κάθε μήνα απασχόλησης μετά την 9-10-2004, ήτοι 5/25 συνολικά ποσοστά από τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ως αποδοχές αδείας και άλλα 5/25 ποσοστά από τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ως επίδομα αδείας (εν όψει και του ότι απολύθηκε εντός του δεύτερου ημερολογιακού έτους συνεχούς εργασίας του στην εναγομένη).

Σημειώνεται ότι δεν λαμβάνεται υπόψη για τις δικαιούμενες ημέρες αδείας, για τις αποδοχές και για το επίδομα αδείας του ενάγοντος η προϋπηρεσία του ενάγοντος στην εναγόμενη πριν τις 31-7-2002, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του και προσελήφθη από τρίτο εργοδότη (κοινοπραξία), ούτε λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του ενάγοντος σε τρίτους εργοδότες, όπου και συμπλήρωσε τις ανωτέρω αναφερόμενες 5 τριετίες, αλλά μόνο η συνεχής, αδιάλειπτη υπηρεσία του στον ίδιο εργοδότη (εν προκειμένω από 9-10-2003 και εφεξής)....

Δεν αποδείχτηκε εξάλλου ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα ό,τι αυτός δικαιούτο για επίδομα Πάσχα 2001, Χριστούγεννα 2001 και Πάσχα 2002 καθώς και για αναλογία Χριστουγέννων 2002, ιδία εν όψει και του ότι δεν κατήγγειλε αρμοδίως σχετική συμπεριφορά της εναγομένης, παρά το γεγονός ότι από 31-7-2002 εργαζόταν σε τρίτο εργοδότη.

Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, κατά το μέρος που έκρινε ομοίως και απέρριψε τα με την αγωγή αιτούμενα κονδύλια για επίδομα Πάσχα 2001, Χριστούγεννα 2001 και Πάσχα 2002 καθώς και για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2002, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο λόγος έφεσης του ενάγοντος κατά το μέρος που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, διότι διέλαβε σ' αυτήν ελλιπείς αιτιολογίες ως προς ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ως προς την απόρριψη κατ' ουσίαν των αγωγικών κονδυλίων που αναφέρονται σε αποδοχές και επίδομα αδείας έτους 2002, 2003 και 2004 και επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων των ετών 2001 και 2002.

Συγκεκριμένα, δέχεται ότι όλες, οι ανωτέρω απαιτήσεις εξοφλήθηκαν χωρίς να αναφέρονται τα ποσά που εδικαιούτο να λάβει ο αναιρεσείων για κάθε αιτία και εκείνα που έλαβε για κάθε μια χωριστά. Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι βάσιμος.

Η περαιτέρω αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων για το χρονικό διάστημα από 9-10-2003 έως 8-10-2004 δικαιούται για άδεια 20 εργάσιμες ημέρες και για αποδοχές αδείας 24 ημερομίσθια, αντί 25 εργάσιμες ημέρες και 30 ημερομίσθια, αντιστοίχως, ενόψει της παραδοχής της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων είχε συνολική προϋπηρεσία 15 ετών και σύμφωνα με το άρθρ. 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ, από 1-1-2000 εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή 25 εργασίμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, με την οποία αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλυσιτελώς προβάλλεται αφού το Εφετείο δέχθηκε σύμφωνα με τ' ανωτέρω, και μάλιστα χωρίς αιτιολογία (γι' αυτό και υπέπεσε στην από τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια), ότι δεν έλαβε μειωμένες τις νόμιμες αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, το ποσό των οποίων δεν προσδιόρισε.

Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (κονδύλια για α) ιδιόρρυθμη υπερωρία και β) για υπερωριακή και νυκτερινή εργασία, αντιστοίχως) και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κονδύλια για αποδοχές και επίδομα αδείας έτους 2002, 2003 και 2004 και για επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων των ετών 2001 και 2002), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το μέρος της που αφορά τα άνω κονδύλια, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, λόγω της μερικής ήττας της αναιρεσίβλητης, πρέπει αυτή να καταδικαστεί σε ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρ. 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1852/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Αυγούστου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ