Legislator Case Law & Legislation
1697/2012 AI generated

1697/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1697/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από15/5/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40622/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1502/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/11/2011 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1697/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, απέρριψε την ένσταση διετούς παραγραφής των επίδικων αξιώσεων, κατ' ουσιαστική παραδοχή της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1697 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1697/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (Α.Π.Θ.) που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σίνη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Β., 2) Β. Μ. του Α., 3) Π. Γ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Κρήτα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από15/5/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40622/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1502/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/11/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 11/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15/11/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει, στην παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με το άρθρο 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11/6/1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ.1 του Συντάγματος διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό, όταν η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Επομένως, διαφορές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου (ΑΕΔ 18/2009, ΑΕΔ 2/1993, Ολ.Α.Π. 5/1995).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται να καθορίζεται στο αναιρετήριο η σχέση της υπερβάσεως εξουσίας προς κάποια διάταξη της αποφάσεως, δηλαδή ποιες είναι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως για το ζήτημα της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους, στο οποίο θεμελιώνεται η δικαιοδοσία του δικάσαντος δικαστηρίου και σε τι συνίσταται η υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτού.

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι "Έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι ουχί ορθώς και όλως εσφαλμένως εκ πλημμελούς εκτιμήσεως και αξιολογήσεως του συνόλου των προσαχθέντων εγγράφων και πλημμελούς ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου δέχθηκε ότι η υπό κρίση διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ αν ορθώς εφάρμοζε και ερμήνευε το νόμο θα έπρεπε να απορρίψει την έφεση των αντιδίκων, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας ...", αναφέροντας πότε η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου και πότε αορίστου, την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, καθώς και το π.δ. 164/2004. Ο λόγος αυτός κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ.4 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς το ζήτημα της έννομης σχέσης που συνέδεε το αναιρεσείον με τις αναιρεσίβλητες και από το οποίο εξαρτάται η ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας του δικάσαντος δικαστηρίου, καθώς και σε τι συνίσταται η υπέρβαση εξουσίας σε σχέση με συγκεκριμένη διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Επειδή, κατά το άρθρο 48 παρ.1 και 3 του ν.δ. 496/1974, "ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος" (παρ. 1) και "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών" (παρ. 3) κατά το άρθρο 49 του ίδιου ν.δ/τος, "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής" και κατά το άρθρο 51 εδ. β' του ίδιου ν.δ/τος, η ως άνω διετής παραγραφή των αξιώσεων από καθυστερούμενες αποδοχές των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων στα ΝΠΔΔ, διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, αρχίζει δε εκ νέου στην περίπτωση αυτή από της χρονολογίας την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας αρχής για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, σε περίπτωση δε μη απαντήσεως η παραγραφή αρχίζει πάλι μετά πάροδο εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως, για το ζήτημα της παραγραφής, ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προέβαλε την ένσταση παραγραφής των απαιτήσεων των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, που γεννήθηκαν κατά το έτος 2005, την οποία επανέφερε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ότι οι ενάγουσες κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προέβαλαν παραδεκτά την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, την οποία επανέφεραν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, επικαλούμενες ότι στις 27/12/2007 υπέβαλαν προς το εναγόμενο σχετικές αιτήσεις, με τις οποίες ζητούσαν την καταβολή των άνω κονδυλίων, ότι το τελευταίο δεν απάντησε εγγράφως επί του άνω αιτήματος και στις 15/5/2008 κατέθεσαν την υπό κρίση αγωγή, την οποία επέδωσαν στο εναγόμενο στις 22/5/2008.

Ότι σχετικά με την ως άνω ένσταση και αντένσταση προκύπτει ,ότι με τις υπ' αριθμ. πρωτ. 29673, 29674 και 29675/27-12-2007 αιτήσεις τους προς το εναγόμενο, ζήτησαν (οι ενάγουσες) την καταβολή των αναφερομένων στην αγωγή κονδυλίων, για την εργασία τους που προσέφεραν σ' αυτό κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1/4/2005 έως 28 /6/2006 και επομένως με τις ως άνω αιτήσεις τους διέκοψαν, στις 27/12/2007, την παραγραφή των άνω επιδίκων αξιώσεών τους, η οποία είναι διετής και είχε αρχίσει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η καθεμία αξίωση (τέλος 2005 και τέλος του 2006), ότι το εναγόμενο δεν απάντησε επί των άνω αιτήσεων, οι δε ενάγουσες άσκησαν εντός εξαμήνου από τη χρονολογία υποβολής των άνω αιτήσεων, δηλαδή πριν αρχίσει εκ νέου η παραγραφή, την υπό κρίση αγωγή (22/5/2008 επιδόθηκε η κρινόμενη αγωγή στο εναγόμενο) και ότι οι επίδικες αξιώσεις, που γεννήθηκαν όλες μέσα στα έτη 2005 και 2006 δεν έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή, αφού με τις άνω αιτήσεις και την επίδοση της ένδικης αγωγής επήλθε διακοπή αυτής.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, απέρριψε την ένσταση διετούς παραγραφής των επίδικων αξιώσεων, κατ' ουσιαστική παραδοχή της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμες.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1) δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ. από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 20/2005, 1103/2011, ΑΠ 21/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ενιαίως κρινόμενους, το αναιρεσείον αναφέρει: α) Ότι οι αναιρεσίβλητες είχαν συνάψει διαδοχικές συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου με την Επιτροπή Ερευνών και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 η εργασιακή τους σχέση μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου, από τη θετική κρίση του ΑΣΕΠ, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 του Π.Δ. 164/2004, ότι η υπαλληλική σχέση με το Α.Π.Θ.

δημιουργείται το πρώτον με τη σύμβαση αορίστου χρόνου χωρίς να δεσμεύεται από το προηγούμενο καθεστώς απασχόλησης αλλά ούτε να αναγνωρίζεται ο προηγούμενος χρόνος απασχόλησης, ότι λόγω λήξης στις 30/3/2005 των συμβάσεών τους κατέθεσαν (οι ενάγουσες) την από 28/6/2005 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζητώντας δικαστική αναγνώριση των συμβάσεών τους ως αορίστου χρόνου και την υποχρέωση του Α.Π.Θ.

να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, συγχρόνως δε κατέθεσαν και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας να υποχρεωθεί το Α.Π.Θ. να αποδέχεται στο εξής τις υπηρεσίες τους μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής τους και η αίτηση αυτή έγινε δεκτή, ότι επομένως μη νόμιμες και απορριπτέες είναι οι αξιώσεις των αντιδίκων τουλάχιστον κατά το χρονικό διάστημα από 1/4/2005 έως 18/1/2006, καθόσον κατά το χρονικό αυτό διάστημα το Α.Π.Θ.

δεν αποδέχονταν "εκουσίως" τις υπηρεσίες τους αλλά λόγω υποχρεωτικής συμμόρφωσης με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων "... ότι είναι και για το λόγο αυτό αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση και ότι όλως επικουρικώς, αν ήθελε κριθεί ... ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού ... αυτές αφορούν μόνο το χρονικό διάστημα από 18/1/2006 έως 28/6/2006, διότι την 18/1/2006 επιδόθηκε στο Α.Π.Θ.

η υπ' αριθμ. 466/2006 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία υποχρέωνε το Α.Π.Θ. να αποδέχεται προσωρινά την εργασία των αντιδίκων". β) Ότι "... μη νόμιμες ... είναι οι αξιώσεις των αντιδίκων που αφορούν το χρονικό διάστημα από 19/1/2006 έως 28/6/2006 διότι ... δεν είναι δεκτική αναγνώρισης από τα πολιτικά δικαστήρια η μετατροπή των συμβάσεων και οι σχετικές αποφάσεις που εκδίδουν είναι ανίσχυρες ...

Ομοίως ανίσχυρες ... είναι και οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων που επιδικάζουν προσωρινά, δεδουλευμένες αποδοχές υπέρ εργαζομένων των οποίων οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έχουν λήξει, για χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτοί προσέφεραν υπηρεσία με βάση προσωρινές διαταγές που εκδόθηκαν στα πλαίσια αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων που ασκήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και γ) Ότι το άρθρο 41 του ν.δ 496/1974 ορίζει ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό του ν.π.δ.δ.

που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δρχ. (ήδη 400.000 δρχ.) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας εφόσον δεν ορίζεται άλλως υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η έλλειψη του οποίου καθιστά κάθε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου άκυρη, ότι στην προκειμένη περίπτωση για το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1/4/2005 έως 28/6/2006) " ...

δεν είχαμε έγγραφη πρόταση του Α.Π.Θ. ... αντιθέτως είχαμε άρνηση αποδοχής των εργασιών τους ... επιπλέον δεν είχαμε εκούσια αποδοχή των εργασιών των αντιδίκων, αλλά αναγκαστική συμμόρφωση σε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων Επομένως δεν μπορεί να θεμελιωθεί αξίωση των αντιδίκων για τις αποδοχές τους που στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού".

Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, α) το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, β) ποία ή ποιές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν, γ) ποιο το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα και δ) οι πραγματικές παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ'αυτόν διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ.ΑΠ 20/2005), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ενστάσεως, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.

Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναιρέσεως, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ενστάσεως που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείων με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι, "... η αγωγή των αντιδίκων πάσχει από αοριστία και ως τέτοια έπρεπε να απορριφθεί, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα δικαιολογούντα την οποιαδήποτε κρίση πραγματικά περιστατικά. Δεν αναφέρεται ούτε ποιος και για ποια εργασία τις "προσέλαβαν", ούτε το ακριβές αντικείμενο της εργασίας τους, ούτε το ωράριο τους, ούτε οι συνθήκες εργασίας τους, ώστε να μπορεί να κρίνει το Δικαστήριο σας, αν θεμελιώνεται αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού ...".

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση, αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι αόριστος, καθόσον το αναιρεσείον δεν παραθέτει στο αναιρετήριο, α) κατά τα κύρια σημεία το περιεχόμενο της αγωγής, β) τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και γ) ποιο είναι το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε από την αντιπαραβολή αυτών να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της αποφάσεως.

Επειδή, οι διατάξεις των άρθρων 28 παρ.4 του ν. 2579/1998, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 285 του ν. 2717/1999, 22 του ν. 3693/1957, 5 του ν. 1738/1987 και Κ.Υ.Α. 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση κοινής υπαιτιότητας ή μερικής νίκης και ήττας, έχουν εφαρμογή μόνο στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου απολαύει, βάσει διατάξεων νόμου των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή των άνω περί δικαστικής δαπάνης διατάξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον που αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, απολαύει μεν των απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου, η Νομική του όμως Υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετ' εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δέχθηκε εν μέρει τη αγωγή και επέβαλε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγουσών σε βάρος του εναγομένου δεν έσφαλε, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. που προβάλλονται με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμες. Τέλος οι αιτιάσεις, ότι "το δίκασαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του σπουδαία προσαχθέντα και επικληθέντα έγγραφα ..." είναι αόριστος και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.11γ Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, καθόσον το αναιρεσείον δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ποια είναι τα έγγραφα αυτά, καθώς και αν είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/11/2011 αίτηση για αναίρεση της 1502/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ