1697/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2008 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-1-2009 αίτησή του και με τους από 11-12-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1697/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο αποτελεί συνένωση δύο όμορων οικοπέδων, έχει συνολική έκταση 4.448,22 τ.μ., βρίσκεται στον οικισμό ... Λέσβου και συνορεύει βορείως με αγρούς των Μ. Σ. και αγνώστου ιδιοκτήτη, νοτίως με διερχόμενη δημοτική οδό και.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1697 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1697/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Kωνσταντίνου Καραμανλή.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. χας Δ. Β. ή Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πάσχο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2008 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-1-2009 αίτησή του και με τους από 11-12-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο της δικής του νομής στο χρόνο εκείνης του άμεσα του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο αποτελεί συνένωση δύο όμορων οικοπέδων, έχει συνολική έκταση 4.448,22 τ.μ., βρίσκεται στον οικισμό ... Λέσβου και συνορεύει βορείως με αγρούς των Μ. Σ. και αγνώστου ιδιοκτήτη, νοτίως με διερχόμενη δημοτική οδό και.
με' ιδιοκτησία αγνώστων, ανατολικώς, επίσης, με διερχόμενη δημοτική οδό και δυτικώς με ιδιοκτησία αγνώστου. Το ένα από τα δύο αυτά ακίνητα ανήκε αρχικώς στον Ε. Σ., ο οποίος το έτος 1965 με άτυπη δωρεά το παρεχώρησε στην ενάγουσα ανεψιά του που ήταν και βαφτισιμιά του. Το επόμενο δε έτος, 1966, η σύζυγός του, Α.
Σ., παρεχώρησε και αυτή με άτυπη δωρεά στην ενάγουσα το δεύτερο συνεχόμενο ακίνητο. Έκτοτε, η ενάγουσα κατείχε και νεμόταν τα ανωτέρω ακίνητα προβαίνοντας επ' αυτών σε εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις, οι οποίες προσιδίαζαν στο σκοπό τους. Ειδικότερα, άρχισε να επιβλέπει τα πιο πάνω ακίνητα, τα οποία οριοθέτησε και περιέφραξε.
Ακολούθως, το έτος 1965, όταν περιήλθε σ αυτή το πρώτο ακίνητο, ανήγειρε αμέσως επ' αυτού με δικές της δαπάνες μία ισόγεια κατοικία αποτελούμενη από τέσσερα κύρια δωμάτια, συνολικού εμβαδού 55,88 τ.μ. Το έτος 1967, όταν ήδη είχε περιέλθει σ' αυτή και το δεύτερο ακίνητο, ανήγειρε και σ' αυτό και πάλι με δικές της δαπάνες δύο κτίσματα και συγκεκριμένα μία ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 23,03 τ.μ, Σημειώνεται, ότι την ανεγερθείσα πιο πάνω κατοικία τη χρησιμοποιούσε μετά ταύτα η ενάγουσα ως εξοχική κατοικία της οικογενείας της, στην οποία, σημειωτέον, φιλοξενούσε και τους προαναφερόμενους θείους της, Ε.
Σ. και Α. Σ.. Το έτος μάλιστα 1969 η τελευταία απέστειλε επιστολή προς την ενάγουσα, στην οποία ανέφερε "... τώρα φαντάζομαι να έχετε κτίσει το μαγαζί σας στη ... και σάς ευχόμαστε καλές δουλειές...". Αναφέρεται βεβαίως στο κατάστημα, το οποίο λειτούργησε η ενάγουσα για αρκετό χρονικό διάστημα από κοινού με το σύζυγό της ως παντοπωλείο.
Ακολούθως, το εκμίσθωσε στο Δ. Κ., ο οποίος έκτοτε το χρησιμοποιούσε και αυτός ως κατάστημα παντοπωλείου μέχρι το έτος 1985. Επιπλέον, η ενάγουσα δενδροφύτευσε τον ακάλυπτο χώρο, στον οποίο καλλιέργησε αμπέλι και διάφορα κηπευτικό προβαίνοντας συγχρόνως και πάλι με δικές της δαπάνες στη διάνοιξη δύο μεγάλων πηγαδιών.
Η μάρτυρας Μ. συζ. Γ. Χ. στην κατάθεσή της που διαλαμβάνεται στην υπ' αριθ. 148/2004 πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, διαλαμβάνει, ότι υπήρξε και αυτή μία από τους μισθωτές τού παντοπωλείου, το οποίο με την υπάρχουσα μοναδική τότε τηλεφωνική συσκευή που διέθετε, εξυπηρετούσε όλους, οι οποίοι γνώριζαν για τις γενόμενες άτυπες δωρεές και την ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια των δύο συνεχόμενων ακινήτων.
Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι η ανωτέρω δωρήτρια Α. συζ. Ε. Σ. κατέλειπε την από 1991 δημόσια διαθήκη της, στην οποία διαλαμβάνει, πλην των άλλων "...στην ανηψιά του αποβιώσαντος συζύγου μου Μ. συζ. Δ. Κ. αφήνω, ό,τι εν ζωή έχω δωρήσει σ' αυτή ατύπως πριν από είκοσι δύο χρόνια, το οποίο είναι αγρός στη ... - ..., εντός τού οποίου υπάρχει ισόγειο κτίσμα ενός δωματίου με συνεχόμενη κουζίνα...".
Όταν τα παιδιά της ενάγουσας μεγάλωσαν, αυτή εγκαταστάθηκε σε περιοχή της Αττικής αφήνοντας την αδελφή της Ε. Β. στην επίβλεψη τού επιδίκου ακινήτου, ενώ κατά τους μήνες τού καλοκαιριού μετέβαινε με την οικογένειά της και διέμενε στην εξοχική κατοικία, χωρίς όλα αυτά τα χρόνια να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν στη νομή τούτου (επιδίκου).
Έτσι, κατέστη κυρία του εν λόγω ακινήτου με τα προσόντα τής έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου, ότι νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου πέραν της εικοσαετίας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι το έτος 1991 απεβίωσε ο Ε. Σ. και το έτος 2000 η σύζυγός του Α. Σ., η οποία διέμενε με τον εναγόμενο στην οικία του. Τότε ο τελευταίος εμφάνισε την υπ'αριθ. 4002/ 1996 δημόσια διαθήκη της ως άνω Α.
Σ., που είχε συνταχθεί ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σιμέλας Νασοπούλου - Οικονομίδου, με την οποία ανεκλήθη η προηγούμενη και εγκαθίσταται αυτός μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος, πλην των άλλων, και του επιδίκου ακινήτου. Προέβη δε, ακολούθως, σε αποδοχή κληρονομιάς με σχετική πράξη της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία τού Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 26 και αριθμός 125) και αμφισβητώντας την κυριότητα της ενάγουσας κατέλαβε το επίδικο ακίνητο, το οποίο έκτοτε το νέμεται παρανόμως, δεδομένου, ότι η διαθέτιδα κατά το χρόνο του θανάτου της δεν ήταν κυρία τούτου, αλλ' η ενάγουσα δωρεοδόχος.
Συνεπώς, το ακίνητο αυτό δεν μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο της κληρονομιάς, όπως αβάσιμα ο εναγόμενος ισχυρίζεται. Για όλα τα παραπάνω αρκούντως πειστική είναι η κατάθεση τής μάρτυρος της ενάγουσας, η οποία μετά λόγου γνώσεως καταθέτει για τις γενόμενες άτυπες δωρεές και την κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο.
Η εν λόγω μάρτυρας από το έτος 1965 μετέβαινε συχνά στη ..., όπου διατηρούσε και αυτή οικία εκεί και γνωρίζει για τις γενόμενες δωρεές, τη χρήση τού παντοπωλείου, τις μετέπειτα εκμισθώσεις τούτου και για όλες τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις της ενάγουσας χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν. Τα ανωτέρω δε επιβεβαιώνονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα.
Αξιοσημείωτη δε είναι η κατάθεση της Μ. συζ. Γ. Χ., στην οποία εκτίθεται, ότι υπήρξε και αυτή μία από τους μισθωτές του παντοπωλείου, το οποίο διέθετε τότε τη μοναδική τηλεφωνική συσκευή που εξυπηρετούσε τους γείτονες, οι οποίοι αναγνώριζαν την ενάγουσα ως κυρία τού επιδίκου ακινήτου βάσει των πιο πάνω ατύπων δωρεών.
Αντίθετα, οι ανωτέρω καταθέσεις δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, οι οποίες δεν κρίνονται ως πειστικές από το δικαστήριο. Ειδικότερα, αυτοί, χωρίς να έχουν ιδία αντίληψη, επιχειρούν να διαμορφώσουν τα γεγονότα και να εμφανίσουν, ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα οι ανωτέρω άτυπες δωρεές και ότι δήθεν η ανέγερση των κτισμάτων έγινε με δαπάνες τού Ε.
Σ., ενώ όλα αυτά είναι αβάσιμα και αναπόδεικτα. Είναι χαρακτηριστικό, ότι αγνοούν την αρχική δημόσια διαθήκη τής Α. Σ., όπου, όπως σημειώθηκε, γίνεται σαφής λόγος για τη σύναψη της άτυπης δωρεάς προς την ενάγουσα, και προσπαθούν να εμφανίσουν συνεχή νομή των δωρητών στο επίδικο ακίνητο και διακατοχικές μάλιστα πράξεις του εναγομένου χωρίς κανένα ειδικότερο χρονικό προσδιορισμό, ενώ αποδεικνύεται η εμφάνισή του σ' αυτόν μόνο από το έτος 2000 και μετά ταύτα.
Τέλος, ο τελευταίος για να ισχυροποιήσει τον ισχυρισμό του περί ανυπαρξίας της εκμισθώσεως του ισογείου καταστήματος προς το Δ. Κ. επικαλείται και προσκομίζει την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Χ. Τ. - Σ., με την οποία αμφισβητείται, ποιος έγραψε το περιεχόμενο της επίμαχης μισθωτικής συμβάσεως, ενώ τούτο δεν έχει καμία σημασία, αφού αποδεικνύεται, ότι τα αντισυμβαλλόμενα μέρη υπέγραψαν πράγματι την εν λόγω σύμβαση, η οποία υπήρξε ως ισχυρά και λειτούργησε μέχρι το έτος 1985.
Άλλωστε, αποδεικνύεται πλήρως η άσκηση διακατοχικών πράξεων νομής στο επίδικο από την ενάγουσα, καθώς και η εκμίσθωση του παντοπωλείου μετά ταύτα στον ανωτέρω Δ. Κ., καθώς και σε άλλους, μεταξύ των οποίων και στην ανωτέρω μάρτυρα Μ. συζ. Γ. Χ., η οποία μάλιστα, όπως η ίδια καταθέτει, κατέβαλε τα μισθώματα στην ενάγουσα εκμισθώτρια και ιδιοκτήτρια τού παντοπωλείου και του επιδίκου ακινήτου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και απέρριψε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την ένδικη διεκδικητική αγωγή κυριότητας της εφεσιβλήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού για το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας από την αναιρεσίβλητη, ενάγουσα με το πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας του επιδίκου ακινήτου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1045 ΑΚ.
Επομένως ο τρίτος λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης καθώς και ο συναφής με αυτόν μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς ουσιώδη ζητήματα περί του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προέβη με δαπάναις τους στην ανέγερση των κτισμάτων (οικία και κατάστημα) και περί του ότι εκχώρησε άτυπη δωρεά του επιδίκου ακινήτου από μέρους των Ε.
Σ. και Α. Σ., είναι απορριπτέο, ως αβάσιμος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλει ο αναιρεσείων ότι τις δαπάνες για την ανέγερση των κτισμάτων κατέβαλε ο Ε. Σ. και ότι η Α. Σ., "ασκούσα πράξεις νομής και διατηρούσε την κυριότητά της επί του επιδίκου ακινήτου όλα αυτά τα χρόνια", ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου561§1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη του προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ.
ΑΠ 111/1981 και 848/1981). Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης αξίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα: τις αποδείξεις χρημάτων που κατέβαλε ο Ε.
Σ. για την ανοικοδόμηση των οικημάτων, τους λογαριασμούς ΟΤΕ και ΔΕΗ για το ένδικο ακίνητο, την από 1997 δήλωση Ε9 της Α. Σ. και την πράξη προσδιορισμού φόρου κληρονομίας Ε. Σ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα.
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ. ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αριθ.8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο αναιρεσείων ότι όλες οι ενέργειες για την ανοικοδόμηση της οικίας στη ..., το πηγάδι καθώς και τα έξοδα καλλιέργειας από το 1964 έως και το 1067 έγιναν με δαπάνες του Ε. Σ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός συνιστά άρνηση της ένδικης αγωγής, που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία και έτσι δεν αποτελεί "πράγμα".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2009 αίτηση και τους από 8-12-2009 πρόσθετους λόγους του Π. Γ., για αναίρεση της 246/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ