Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for raising new facts not presented in the appeal court stage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the division of an estate. The appellant argued that the lower court failed to account for a change in co-heirs' shares following the death of the original plaintiff, which should have resulted in nine shares instead of ten. However, the court ruled that this specific argument was not raised during the appeal proceedings before the Second Instance Court. Consequently, the Supreme Court declared the appeal inadmissible because it introduced new grounds that were not legally admissible to be raised for the first time at this stage.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562(2) of the Code of Civil Procedure; Article 561(2) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may only review the legality of a lower court's decision based on the legal and factual situation that the substantive judge was required to consider, meaning new claims not raised in the appeal stage are inadmissible unless they concern public order or stem from the decision itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1697 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1697/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Φουφόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2. ..., 3. α) ..., β) ... γ) ..., δ) ..., κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., κατοίκου ..., 7...., κατοίκου ... όλων ως αρχικών διαδίκων και υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου και εξ αδιαιρέτου κληρονόμων της Θ1 (αρχικής πρώτης εναγόμενης) και 8...., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/1997 μη οριστική, 68/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1126/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-9-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 5-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμή της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Παράλληλα ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, μπορεί να προκαλέσει την επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον τελευταίο για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να του γνωστοποιήσει την πρόσκληση και πριν από την γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή, θεωρώντας ότι αυτή επήλθε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα αποποίησης.
Η πρόσκληση, περαιτέρω, προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται με κοινοποίηση δικογράφου, που περιέχει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ στοιχεία και κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει διακοπεί. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων ... απεβίωσε, στις 25.6.2008, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατέλιπε δε ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Σ1, ως και τις θυγατέρες του Σ2, Σ3 και Σ4.
Ο θάνατος του ως άνω αναιρεσιβλήτου και οι συγγενικές σχέσεις που στηρίζουν την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη από την .... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου του Δήμου ..., και από το .... πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του ιδίου ως άνω Δήμου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις ..., ..., ...και ...
εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Μεσσολογγίου ..., ακριβές αντίγραφο της από 12.9.2007 αιτήσεως μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως, προσκλήσεως επαναλήψεως διακοπείσης δίκης και κλήσεως προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 14.1.2009 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στις ως άνω Σ1, Σ2, Σ3 και Σ4, ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμους του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, πλην όμως οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ..., τις ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικ. επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αγρινίου ..., ως και την ... έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στην ίδια ως άνω δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας και στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι επίσης δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
ΙΙ). Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 800 ΑΚ η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε μέρη ομοειδή ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν δεν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 481 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, συνάγεται ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αδυνάτου ή ασύμφορου της αυτούσιας διανομής ή αντίθετα περί του δυνατού αυτής είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ή έλλειψης νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 3 ΚΠολΔ "αν ορισμένοι κοινωνοί ζήτησαν να λάβουν κοινή μερίδα, η μερίδα αυτή λογίζεται ως ενιαία. Στο μέρος που περιέρχεται σ` αυτούς με την αυτούσια διανομή συνιστάται κοινωνία κατά το λόγο των μερίδων τους", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480 Α' είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκασή τους στους συγκύριους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι επί δίκης διανομής κοινού για να αποφασίσει το δικαστήριο την αυτούσια διανομή ώστε μερικοί από τους κοινωνούς να λάβουν κοινή μερίδα, πρέπει να ζητηθεί από τους κοινωνούς αυτούς παρόμοια επιδίκαση. Το αίτημα όμως αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (προϋπόθεση που δεν ταυτίζεται με την ευχέρεια του δικαστηρίου να αποφασίσει και χωρίς αίτημα την αμέσως παραπάνω αυτούσια διανομή) και ούτε βεβαίως δύναται να συναχθεί, σχετικά με αυτό, τεκμήριο ομολογίας εκ της ερημοδικίας των εναγομένων συγκυρίων.
Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 480 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο, εν όψει και του σχετικού αιτήματος της αναιρεσείουσας, δεν συνήγαγε εκ της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων ομολογία και αποδοχή αυτών (αναιρεσιβλήτων) για την επιδίκαση σ' αυτούς της περιγραφομένης στην αγωγή κοινή μερίδας επί του διανεμητέου ακινήτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Με την έννοια αυτή νέοι ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν, ούτε για την θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, ούτε για την απόκρουσή τους, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί εφέσεως του ενάγοντος, με την οποία διώκεται η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι` αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και η αποδοχή της αγωγής, ο σχετικός ισχυρισμός, στον οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση, πρέπει να έχει προταθεί με λόγο εφέσεως περιεχόμενο στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της εφέσεως (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με επίκληση αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την, μετά την έγερση της αγωγής με τον θάνατο της πρώτης εναγομένης (Θ1), τροποποίηση των ποσοστών συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων, ως και των μερίδων αυτών και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, ως προς το ασύμφορο της αυτουσίας διανομής του επιδίκου ακινήτου, βασισθείσα στο πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης της ..., η οποία δεν είχε λάβει υπόψη τον θάνατο της ως άνω Θ1 και συνακόλουθα ότι οι μερίδες των κοινωνών ήταν εννέα και όχι δέκα και ούτε διέταξε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, "προκειμένου να διερευνηθεί η πιθανότητα της αυτούσιας διανομής σε εννέα μερίδες".
Όμως από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα παραπονέθηκε για το ότι δεν διατάχθηκε η διανομή με επιδίκαση κοινής μερίδας και όχι για το ότι δεν διατάχθηκε η αυτουσία διανομή σε εννέα μερίδες, η μη επίκληση δε του ισχυρισμού αυτού με λόγο εφέσεως δικαιολογεί και τη μη αναφορά του στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.9.2007 αίτηση της ..., για αναίρεση της 1126/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ