Legislator Case Law & Legislation
1697/2007 AI generated

1697/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1697/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1697/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και στην παρ. 2 ότι "σε περίπτωση αποχώρησης προσωπικού της εταιρείας λόγω ορίου ηλικίας με λήψη σύνταξης γήρατος, η αποχώρηση επέρχεται αυτοδίκαια κατά τη συμπλήρωση του ορίου, τηρουμένων στην προκειμένη περίπτωση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας". Με το άρθρο δε 4 αυτού ορίζεται ότι "το προσωπικό διακρίνεται σε μόνιμο και δόκιμο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1697 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1697/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .............................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας Θερμικών Λεωφορείων Ε.Θ.Ε.Λ. Α.Ε., που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λυμπέρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4177/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 515/2004 του Εφετείου Πειραιώς, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο με την από 16-7-2004 κλήση του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Εκδόθηκε η 126/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-2-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, διάβασε την από 22-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 38 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΑΣΑ-ΕΘΕΛ-ΗΛΠΑΠ, που κυρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2669/1998 και έχει ως εκ τούτου ισχύ νόμου, το οποίο ρυθμίζει τις σχέσεις της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Θερμικών Λεωφορείων ΑΕ- ΕΘΕΛ" με το προσωπικό της, ορίζει στην παρ.1 ότι "οι εργαζόμενοι που υπάγονται στη ρύθμιση του Κανονισμού αυτού απολύονται α) όταν συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης σύνταξης, λόγω ορίου ηλικίας ή διαρκούς ολικής αναπηρίας από τον ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης...", β) λόγω καταδίκης τελεσίδικα...γ)...δ)..

και στην παρ. 2 ότι "σε περίπτωση αποχώρησης προσωπικού της εταιρείας λόγω ορίου ηλικίας με λήψη σύνταξης γήρατος, η αποχώρηση επέρχεται αυτοδίκαια κατά τη συμπλήρωση του ορίου, τηρουμένων στην προκειμένη περίπτωση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας". Με το άρθρο δε 4 αυτού ορίζεται ότι "το προσωπικό διακρίνεται σε μόνιμο και δόκιμο.

Μόνιμο είναι το προσωπικό που κατέχει οργανικές θέσεις, καλύπτει μόνιμες και πάγιες ανάγκες και συνδέεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου". Εξάλλου, οι μηχανικοί, που είναι ασφαλισμένοι κυρίως στο Ταμείο Συντάξεως Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ), συνταξιοδοτούνται σύμφωνα με το ν. 915/1979, όπως ισχύει μετά τη τροποποίησή του με το άρθρο 48 παρ. 7 του ν. 2084/1992, με πλήρη μεν σύνταξη γήρατος, εφόσον έχουν 35 χρόνια ασφαλίσεως και ηλικία 60 ετών, με μειωμένη δε εφόσον έχουν συμπληρώσει 20 χρόνια ασφαλίσεως και ηλικία 65 ετών ή 25 χρόνια ασφαλίσεως και ηλικία 61 ετών.

Κατά το άρθρο δε 27 παρ.1 του ιδίου νόμου, "το ποσό της υπό του Ταμείου χορηγουμένης συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας ορίζεται εις τα εβδομήκοντα πέντε εκατοστά (75%) του εκάστοτε βασικού μισθού δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου επί 2ω βαθμώ, δια τους έχοντας τριαντακονταπενταετή συνολικόν χρόνον ασφαλίσεως.

Δι' έκαστον χρόνον ασφαλίσεως και μέχρι 35 ετών υπολογίζεται έν τριακοστόν πέμπτον (1/35) του ως άνω ποσού...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι στην αναιρεσείουσα και ασφαλισμένοι στο ΤΣΜΕΔΕ μηχανικοί, απομακρύνονται μονομερώς, ήτοι απολύονται από την υπηρεσία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 παρ. 1 α΄του Κανονισμού Προσωπικού, μόνο όταν συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους και όχι μειωμένης συντάξεως από τον εν λόγω ασφαλιστικό φορέα, ανεξάρτητα από όριο ηλικίας.

Διαφορετικά, η εν λόγω απομάκρυνση-καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό καταστάσεως προσωπικού ή τον Οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου σ' αυτόν ορίου ηλικίας ( Ολ.

ΑΠ 25/2000, 1110/1986).Από τις παραπάνω, όμως, διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού των ΕΘΕΛ, δεν προκύπτει ότι καθορίζεται με αυτόν συγκεκριμένο όριο ηλικίας μετά τη συμπλήρωση του οποίου ο μισθωτός αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία, ούτε γίνεται ως προς το όριο τούτο παραπομπή στον αντίστοιχο ασφαλιστικό φορέα του μισθωτού και για τους μηχανικούς, στο ΤΣΜΕΔΕ, ενόψει και του ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως των ασφαλισμένων του εν λόγω Ταμείου προβλέπουν διάφορα ηλικιακά όρια, ανάλογα με τα χρόνια ασφαλίσεως του καθενός.

Συνεπώς, οι εργαζόμενοι στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ΕΘΕΛ, που αποτελούν το μόνιμο προσωπικό της, δε συνδέονται με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου αλλά αορίστου χρόνου, όπως άλλωστε ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 4 του πιο πάνω Κανονισμού αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την 6-12-2002 αγωγή του, αφού ιστορούσε ότι τον Ιούνιο 1982 είχε προσληφθεί από την τότε Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών (ΕΑΣ) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος , ότι ακολούθως, μετά τη διάλυση της ΕΑΣ προσλήφθηκε από τον συσταθέντα με το ν. 2175/1993 Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (ΟΑΣΑ) και στη συνέχεια από τη συσταθείσα από τον Οργανισμό αυτόν εναγομένη ΕΘΕΛ, στην οποία και προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 19-9-2002, που η τελευταία κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση με την αιτιολογία ότι είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεώς του από τον ασφαλιστικό του φορέα ΤΣΜΕΔΕ, αν και είχε διανύσει μόλις εικοσαετή και όχι τριακονταπενταετή χρόνο ασφαλίσεως σ' αυτόν, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως γενόμενη κατά παράβαση του πιο πάνω Κανονισμού.

Το Εφετείο, αφού έκρινε ότι ο Κανονισμός της εναγομένης προβλέπει α) δυνατότητα απολύσεως των εργαζομένων σ' αυτήν μηχανικών με τη συμπλήρωση του καθοριζόμενου από το ΤΣΜΕΔΕ ορίου ηλικίας και των προϋποθέσεων για λήψη από αυτό όχι μόνο πλήρους αλλά και μειωμένης συντάξεως και β) αυτοδίκαιη αποχώρηση των ιδίων εργαζομένων με τη συμπλήρωση του εν λόγω ορίου ηλικίας, ανεξάρτητα από τη θεμελίωση ή μη δικαιώματος λήψεως πλήρους συντάξεως, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κανονισμού της εναγομένης και κατά συνέπεια πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε επί της κυρίας βάσεως της αγωγής, συναναιρεθεί δε η ίδια απόφαση, κατά νομική αναγκαιότητα και κατά το μέρος που απορρίφθηκαν με αυτή οι επικουρικές βάσεις της εν λόγω αγωγής, για τη θεμελίωση των οποίων γίνεται επίκληση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, ανεξάρτητα από λάθος της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως προς τις βάσεις αυτές, επειδή η έρευνα των επικουρικών νόμιμων βάσεων προϋποθέτει την έρευνα της κύριας βάσεως, η οποία ήδη ήρτηται.

Παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 126/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2007.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ