Legislator Case Law & Legislation
1696/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and unreasonableness grounds in labor dispute. The court rejects the appeal request against the single-member Court of Appeals. The appellant failed to prove the appeal grounds were raised before the lower court. The court found the appeal inadmissible and unfounded. The appellant must pay the legal costs of the respondent. The decision upholds the lower court's judgment. The appeal was rejected due to procedural defects. The court ruled against the appellant's claims. The legal issue concerns the validity of the appeal. The outcome is a dismissal of the appeal. The case involves labor dispute proceedings. The court applied relevant civil procedure laws. The decision is final and binding. The parties are bound by the ruling. The case concludes with a cost order. The legal principles are clearly stated. The reasoning is based on evidence. The court's decision is well-founded. The appeal is fully dismissed.

Case Number 1696/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the single-member Court of Appeals' judgment in a labor dispute. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence, but the court found the appeal inadmissible because the specific grounds were not formally raised before the lower courts. Additionally, the court determined the appeal was unfounded as the appellate court had correctly assessed the sworn testimonies and documents, including those from the related criminal proceedings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562(2) and 176 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds were not raised before the lower court and is unfounded if the appellate court correctly evaluated the evidence and legal arguments presented.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility labor dispute evidence evaluation legal costs Code of Civil Procedure unfounded appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1696 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1696/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Β. κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 7/1/2022 δήλωση του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στο Διδυμότειχο Έβρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Σταύρο Γεωργιάδη και Αναστασία Μαγείρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11843/2018 μη οριστική που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 11746/2019 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1058/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης 2052/201/23.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1058/16.6.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των στη δευτεροβάθμια δίκη διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών επί της από 20.11.2019 (με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 22758/2499/2019) έφεσης του (δεύτερου) εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 11746/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί αντιμωλία της ενάγουσας - ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας και του δεύτερου εναγομένου- ήδη αναιρεσείοντος Α.

Σ. (και ερήμην του πρώτου εναγομένου και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη Α. Μ.) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών επί της από 18.4.2016 αγωγής, που αρχικά κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό κατάθεσης 1979/2016 και με τη 11843/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου παραπέμφθηκε λόγω αρμοδιότητος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20.11.2019 και με αριθμό κατάθεσης 22758/2499/2021 έφεση, επικυρώνοντας έτσι τη με αριθμό 11746/2019 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εν μέρει δεχθεί την από 18.4.2016 αγωγή της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία, επικαλούμενη αδικοπραξία των αντιδίκων της, ζητούσε να υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν σε ολόκληρο αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από ηττηθέντα διάδικο, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 30.6.2021 και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 23.7.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 216 του ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, εκτός εάν πρόκειται για έγγραφο ενσωματωμένο στην αγωγή, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 του ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Εάν το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, παρότι το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 811/2013, ΑΠ 878/2010, ΑΠ 1330/2002) και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο νομικής αοριστίας της αγωγής σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 32/2022.

ΑΠ 192/2016) και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 878/2010 571/2004). Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 192/2016, ΑΠ 878/2010).

Ειδικότερα, προϋποθέσεις της κατά το άρθρο 914 ΑΚ αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης και, επομένως, στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας που πρέπει να εξειδικεύεται ποσοτικά κατά μονάδα ή και ποιοτικά ως προς το αντικείμενό της, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε (ΑΠ 192/2016)..

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται η πλημμέλεια ότι, αν και ο αναιρεσείων επανέφερε με αυτοτελή λόγο έφεσης την απορριφθείσα πρωτοδίκως ένστασή του περί αοριστίας του πρώτου αγωγικού κονδυλίου, η οποία (αοριστία) συνίσταται στο ότι:

α) δεν εξειδικεύεται η αξία των επιμέρους ποσοτήτων για τις οποίες γίνεται λόγος στη 14η σελίδα της ένδικης αγωγής (και δη ανά κιλό, αλλά και συνολικά), β) δεν αρκεί η επισύναψη και η παραπομπή στο παράρτημα Ι, δεδομένου ότι σε αυτό καταγράφονται διαφορετικές κατά περίπτωση τιμές, ανάλογα με το είδος του τυριού -κασεριού κλπ και γ) δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής ποιες ποσότητες γαλακτοκομικών πωλήθηκαν ή παραδόθηκαν στον αναιρεσείοντα παρατύπως και ποια ήταν η αξία τους, παρά ταύτα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά λέξη ότι: "η εν λόγω ένσταση ελέγχεται απορριπτέα ως αβάσιμη.

Τούτο δε διότι η εν λόγω αγωγή [...] περιέχει όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία προς θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθώς αναφέρονται σ' αυτή τόσο οι πράξεις στις οποίες (κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας) οι εναγόμενοι παρανόμως και υπαιτίως προέβησαν, όσο και η ζημία που προκλήθηκε σε αυτήν (ενάγουσα), συνεπεία των αναλυτικά αναφερομένων πράξεων, ενώ δεν ήταν απαραίτητος, για την πληρότητα των στοιχείων της αδικοπραξίας, ο ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας των επιμέρους υπεξαιρεθέντων προϊόντων, τα οποία προσδιορίζονται σε ενσωματωμένους στην αγωγή πίνακες και παραρτήματα.

Γι'αυτό ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης προκύπτουν τα εξής ως προς τον ως άνω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: Με την από 18.4.2016 αγωγή της η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη εταιρεία εξέθετε ότι δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής και επεξεργασίας γαλακτοκομικών προϊόντων και ότι στις 24.7.2003 προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον πρώτο εναγόμενο Αλέξιο Μιχαηλίδη (μη διάδικο στην αναιρετική δίκη) ως υπεύθυνο αποθηκών του υποκαταστήματός της στη Θεσσαλονίκη, τον οποίο από το έτος 2005 προήγαγε σε προϊστάμενο του κέντρου πωλήσεων στην ίδια πόλη.

Ότι μετά από τη με λεπτομέρεια περιγραφόμενη έρευνά της, που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του έτους 2010 και διήρκεσε μέχρι τον Απρίλιο του 2011, διαπίστωσε ότι από το έτος 2008 μέχρι και το έτος 2011 ο πρώτος εναγόμενος Α. Μ. παρέδιδε χωρίς νόμιμα παραστατικά ή με παραστατικά που έφεραν υποτυπώδες και εικονικό τίμημα στο δεύτερο εναγόμενο -αναιρεσείοντα Α.

Σ., ο οποίος κατά την ένδικη χρονική περίοδο διατηρούσε επιχείρηση χονδρικής εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων, προϊόντα της, τα οποία, ενώ λογιστικά φαίνονταν να έχουν πωληθεί σε άλλους πελάτες (κυρίως στο πολυκατάστημα "... που αποτελούσε τον μεγαλύτερο τότε πελάτη της), αυτά δεν είχαν παραδοθεί στους πελάτες της αυτούς, αποκομίζοντας (ο πρώτος εναγόμενος) όφελος ίσο με την αξία των υπεξαιρεθέντων και ότι ο δεύτερος εναγόμενος -αναιρεσείων μεταπωλούσε τα ως άνω παραδοθέντα σε αυτόν από τον πρώτο εναγόμενο υπεξαιρεθέντα προϊόντα της σε τρίτους εμπόρους λιανικής, γνωρίζοντας ότι επρόκειτο περί υπεξαιρεθέντων εμπορευμάτων, αποκομίζοντας και αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος.

Ότι στις 16.4.2011 ο πρώτος εναγόμενος ομολόγησε ενώπιον του αντιπροέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της τις υπεξαιρέσεις του και την εν γένει δράση του και της κατέβαλε το συνολικό ποσό των 19.800 ευρώ, στο οποίο αυτός καθόρισε τη ζημία της και ότι στις 29.7.2011 η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έγκληση ζητώντας τη δίωξη του πρώτου εναγομένου για κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος της και τη δίωξη του δεύτερου εναγομένου-αναιρεσείοντος για άμεση συνέργεια στην ως άνω πράξη, επικουρικά δε για αποδοχή των υπεξαιρεθέντων προϊόντων.

Ότι σύμφωνα με τη μέχρι την κατάθεση της ένδικης αγωγής έρευνά της, τα υπεξαιρεθέντα προϊόντα της κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες: Α) Στα προϊόντα που περιλαμβάνονται στα τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής προς την "...", τα οποία η τελευταία δήλωσε επισήμως ότι ουδέποτε παρέλαβε και των οποίων η συνολική αξία -συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ - ανέρχεται για το έτος 2008 σε 154.070,25 ευρώ, για το έτος 2009 σε 606.862,64 ευρώ και για το έτος 2010 σε 311.673,78 ευρώ, ήτοι συνολικά σε 1.072.606,67 ευρώ, Β) Στη διαφορά της πραγματικής αξίας των προϊόντων της από την αλλοιωμένη αξία αυτών, που έθεσε ο πρώτος εναγόμενος σε σαράντα επτά (47) αποδείξεις λιανικής πώλησης, που εξέδωσε τη χρονική περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2011 μέχρι 31η Μαρτίου 2011, η οποία (πραγματική αξία) ανέρχεται σε 44.688,72 ευρώ.

Γ) Στη διαφορά της πραγματικής αξίας των προϊόντων της από την αλλοιωμένη αξία αυτών και την κατόπιν έκπτωσης 100%, που χωρίς την άδειά της ο πρώτος εναγόμενος έθεσε στις πωλήσεις προς τον δεύτερο εναγόμενο -αναιρεσείοντα κατά τα έτη 2008 και 2011, η οποία (πραγματική αξία) ανέρχεται σε 9.836 ευρώ για το έτος 2008 και σε 4.625,74 ευρώ για το έτος 2011 και συνολικά ανέρχεται σε 14.461,74 ευρώ και Δ) Στην αξία των προϊόντων της, που δεν βρέθηκαν στην αποθήκη της στη Θεσσαλονίκη ούτε στα φορτηγά της στη Θεσσαλονίκη, που ανέρχεται σε 4.796,35 ευρώ και αναλύεται σε 1) 667,12 κιλά τυρί φέτα ΠΟΠ (εντός δοχείων των 15 κιλών το καθένα) προς 6,65 ευρώ/κιλό =4.436,35 ευρώ, 2) 108 τελάρα προς 2,50 ευρώ το καθένα = 270 ευρώ και 3)40 κιλά φέτας ΠΟΠ (εντός συσκευασίας σε άλμη 400 γρ.

Mr Grand) προς 2,25 ευρώ/κιλό = 90 ευρώ. Ότι κατόπιν των ως άνω υπολογισμών της η θετική της ζημία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.136.553,48 ευρώ, ενώ υπέστη και ηθική βλάβη, καθότι, αν και είναι μια από τις γνωστότερες στην Ελλάδα εταιρείες του χώρου των γαλακτοκομικών, έχοντας τα αποτελέσματα προ φόρων στα ποσά που αναλυτικά παραθέτει για καθένα από τα έτη 2008 έως και 2014 και απασχολώντας προσωπικό τον αριθμό των ατόμων που παραθέτει ανά έτος μέσα στη χρονική περίοδο από το έτος 2008 μέχρι το έτος 2015, οι πράξεις των εναγομένων κλόνισαν τη σοβαρότητα που μέχρι τότε απέπνεε η εμπορική της επωνυμία και τη γενικότερη υπόληψή της ως νομικού προσώπου, με αποτέλεσμα να χαθεί μέρος των ωφελημάτων της μακροχρόνιας επιτυχημένης της δράσης, της εντιμότητας και του κόπου των ιδρυτών της, και έτσι,, με βάση και την κοινωνική και οικονομική θέση των αντιδίκων της, την οποία περιέγραψε, να δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 100.000 ευρώ για την ηθική της βλάβη.

Με βάση τα ως άνω περιστατικά η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος και μη διάδικος στην αναιρετική δίκη και ο δεύτερος εναγόμενος -αναιρεσείων) να της καταβάλουν εις ολόκληρο το ποσό του 1.136.553,48 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής της ζημίας και το ποσό των 100.000 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, με το νόμιμο τόκο κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στην αγωγή.

Με το περιεχόμενο αυτό στο ιστορικό της ως προς τον προσδιορισμό της θετικής ζημίας της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης και το μερικότερο αίτημά της για επιδίκαση αποζημίωσης, η αγωγή είναι επαρκώς ποιοτικά και ποσοτικά ορισμένη κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 118 και 216 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις περί αδικοπραξίας διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 εδαφ.

α του ΑΚ. Ειδικότερα, στο ενσωματωμένο στην αγωγή παράρτημα Ι (βλ. σελίδες 36 έως και 45) προσδιορίζονται για τα έτη 2008, 2009 και 2010 αναλυτικά: ως προς το πρώτο αγωγικό κονδύλιο συνολικής ζημίας ύψους 1.072.606,67 ευρώ, α) ο αριθμός του κάθε τιμολογίου -δελτίου αποστολής, β) η ημέρα της εβδομάδας και η ακριβής χρονολογία έκδοσής του, γ) το είδος του αναγραφόμενου σε αυτό γαλακτοκομικού προϊόντος, δ) η μονάδα μέτρησης του προϊόντος, ε) η ποσότητά του, στ) η τιμή μονάδος του προϊόντος, ζ) η αξία του πριν από την έκπτωση, η) το ποσοστό έκπτωσης, θ) η αξία της έκπτωσης, ι) η αξία του μετά την έκπτωση, ια) το ποσοστό του αναλογούντος στην αξία του προϊόντος ΦΠΑ, ιβ) το ποσόν του ΦΠΑ, ιγ) η τελική αξία του προϊόντος και ιδ) το κατάστημα της εταιρείας "...", που, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, λογιστικά μόνον εκδόθηκαν και που αφορούν στα προϊόντα της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, συνολικής αξίας 154.070,25 ευρώ για το έτος 2008, 606.862,64 ευρώ για το έτος 2009 και 311.673,78 ευρώ για το έτος 2010, τα οποία ουδέποτε παραδόθηκαν στα αναγραφόμενα καταστήματα της ως άνω εταιρείας, αλλά υπεξαιρέθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο (και μη διάδικο στην αναιρετική δίκη) και τα οποία ο δεύτερος εναγόμενος, τελώντας εν γνώσει της από την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης προέλευσής τους, τα αγόρασε και στη συνέχεια τα διοχέτευσε στην αγορά αποκομίζοντας τεράστια κέρδη, με αποτέλεσμα αυτή να υποστεί θετική ζημία, ανερχόμενη και για τα τρία ως άνω έτη στο ως άνω συνολικό ύψος των 1.072.606,67 ευρώ.

Επομένως, έχοντας το ως άνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του δεύτερου εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, με τον οποίο επικαλείτο την ποσοτική και ποιοτική αοριστία του δικογράφου της σχετικά με την περιγραφόμενη θετική ζημία της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, ως προς το πρώτο αγωγικό κονδύλιο, κατ' ορθή εφαρμογή της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ δεν κήρυξε ακυρότητα.

Κατόπιν αυτών, ο προεκτεθείς, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση.

Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημίωσης εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσης (Ολ.

ΑΠ 24/2003, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ1158/2017). Η πενταετής παραγραφή αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 953/2012, ΑΠ 524/2021). Απαιτείται και θετική γνώση του προς αποζημίωση υπόχρεου, ήτοι ορισμένου προσώπου κατά του οποίου ο παθών βάσει γνωστών συγκεκριμένων εις αυτόν πραγματικών περιστατικών δύναται να εγείρει αγωγή με βέβαιη επιτυχία και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια (ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 711/2011, ΑΠ 1787/2014).

Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο, είναι ζήτημα πραγματικό, εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 711/2011). Αν δεν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί.

Θεωρείται, δηλαδή, ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημίωσης γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας (ΑΠ 1423/2019). Η διαδρομή της προθεσμίας αυτής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 241 ΑΚ αρχίζει την επομένη της ημέρας που έγινε το γεγονός, που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 ΑΚ, μόλις περάσει ολόκληρη η τελευταία ημέρα και αν αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η τελευταία εργάσιμη ημέρα.

Κατά δε το άρθρο 243 ΑΚ προθεσμία που έχει υπολογισθεί σε χρόνια, λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου χρόνου και αντίστοιχη ημερομηνία του χρόνου είναι η ημερομηνία της έναρξης της προθεσμίας και όχι η ημερομηνία του αφετηρίου γεγονότος (ΑΠ 166/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Η παραβίαση από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, αφού η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση και πολύ περισσότερο εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την έννοια της διάταξης ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του, διότι το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζουν οι νομικές αναλύσεις αλλά οι ουσιαστικές παραδοχές, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση (ΑΠ 1291/2010).

Ειδικότερα, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 868/2018).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή ότι υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού η κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρο 937 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του τις παρατιθέμενες στο συγκεκριμένο, από τον αριθμό 19 (και όχι και από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αιτιολογίες, που πλήττονται ως αντιφατικές και ανεπαρκείς, για το ζήτημα της παραγραφής της από αδικοπραξία αξίωσης της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, το οποίο (ζήτημα) ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, το Εφετείο, μετά την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, προέβη στις ακόλουθες, αναιρετικώς ανέλεγκτες, παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση τον Οκτώβριο 2010 ξεκίνησε ο εσωτερικός έλεγχος της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) καθώς τότε μόλις ενημερώθηκε ότι η ...

αρνήθηκε την ύπαρξη των επίδικων συναλλαγών και των αντίστοιχων οφειλών προς την .... Περιστατικά ιδιοποίησης και αποδοχής προϊόντων εκ μέρους των εναγομένων δεν είχε μέχρι τότε, ούτε καν υπόνοιες. Οι σχετικές περικοπές του αγωγικού δικογράφου, που (εννοείται ο δεύτερος εναγόμενος -εκκαλών -αναιρεσείων) επικαλείται για τη λήψη υπόψη ομολογίας, αναφέρουν επί λέξει: "Το αποτέλεσμα του ελέγχου έδειξε ότι μεγάλο μέρος των εκδιδομένων από εμένα τιμολογίων δεν έφθανε ποτέ στην "...

ΑΕ". Κατά σύμπτωση... τα εν λόγω τιμολόγια είχαν εκδοθεί από τον α' εναγόμενο.... Έγινε έλεγχος και στις αποθήκες της "..."... Διαπιστώθηκε ότι ουδέποτε παρεδόθησαν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα... Επιπροσθέτως, αρμόδιος υπάλληλος της "...", όταν του επεδείχθησαν τα τιμολόγια του α' εναγομένου, μας δήλωσε κατηγορηματικώς ότι η σφραγίδα παραλαβής της "..." επί των ως άνω τιμολογίων δεν ήταν δική τους...

Ακολούθως ερωτήθησαν σχετικώς οι οδηγοί μου στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι ανέφεραν ότι παρέδιδαν κανονικά τα προϊόντα στην "...", πάντα συνοδευόμενα από τα νόμιμα φορολογικά παραστατικά στοιχεία. Αντιθέτως, στον β' εναγόμενο έκαναν παραδόσεις προϊόντων... άνευ των νομίμων φορολογικών περιστατικών, διότι ο α' εναγόμενος έδινε εντολή να φεύγουν τα φορτηγά και αυτός θα τα συνόδευε από πίσω με το δικό του όχημα, μεταφέροντας το τιμολόγιο...

Τέλος, ανακαλύφθηκαν στο γραφείο του α' εναγομένου δελτία λιανικής πωλήσεως με αναγραφόμενη ελάχιστη αξία ανά κιλό από 0,01 ευρώ έως 1,00 ευρώ χωρίς να αναγράφεται αγοραστής. Με αυτόν τον τρόπο ο α' εναγόμενος κάλυπτε το έλλειμμα των αντιστοίχων προϊόντων στην αποθήκη". [...]. Παραλλήλως με την ανωτέρω έρευνα, προέβην σε έλεγχο βάσει της ιχνηλασιμότητας των προϊόντων μου:

απεδείχθη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ίδιες ποσότητες από την ίδια παρτίδα πωλήθηκαν σε συγκεκριμένους πελάτες (β εναγόμενο) και μετά ακυρώθηκαν και τα ίδια ακριβώς πωλήθηκαν στην "..." αυθημερόν ή σε επόμενη ημερομηνία, τις δε ποσότητες αυτές η "Carrefour - Μαρινόπουλος ΑΕ" ουδέποτε τις παρέλαβε. [...]. Όπως ήταν φυσικό, στράφηκα για εξηγήσεις στον α' εναγόμενο, ο οποίος αρχικώς απάντησε ότι:

α) αυτός θεωρεί ότι τα προϊόντα παρεδόθησαν... και β) εν πάση περιπτώσει άλλοι υπάλληλοι εξέδιδαν τα τιμολόγια... Στην αντιπαραβολή των λόγων του α' εναγομένου με τους δυο πρώην υπαλλήλους μου, τον αποθηκάριο... και τον υπάλληλο γραφείου... αμφότεροι απήντησαν ότι όχι μόνον τα τιμολόγια εκδίδονταν κατ' εντολήν του α' εναγομενου...

αλλά και οι αντίστοιχες φορτώσεις γίνονταν... κατ' εντολήν του α' εναγομένου..." [...]. Η πολλαπλότητα των μεθόδων υπεξαιρέσεως, η κατ' επανάληψη και επί μακρόν τέλεσή τους, καθώς και το σύνθετο σχέδιο επικαλύψεως των ιχνών των παρανόμων πράξεων, με έκαναν να επιμείνω, ώσπου τελικώς ο α' εναγόμενος ομολόγησε το Σάββατο 16η Απριλίου 2011 ...

ότι στην πραγματικότητα πωλούσε άνευ παραστατικών τις υπεξαιρεθείσες ποσότητες προϊόντων στο β' εναγόμενο". Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι το ζήτημα ήταν υπό διερεύνηση από τον Οκτώβριο 2010 έως και την άνοιξη του έτους 2011, διάστημα κατά το οποίο αποκαλύφθηκε σταδιακά η αδικοπραξία του δεύτερου εναγομένου (αναιρεσείοντα).

Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) δεν είχε πλήρη εικόνα (γνώση τόσων περιστατικών) της σε βάρος της υπεξαίρεσης και του ρόλου εκάστου των εναγομένων, παρά μόνον μετά την εν μέρει ομολογία (για το ποσό των 19.800 ευρώ) του Α. Μ. στις 16.4.2011 ενώπιον των διοικητικών στελεχών της εταιρείας, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας.

Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα έλαβε γνώση της ζημίας και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εκκαλούντος -εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) σε βαθμό που να μπορεί να εγείρει επιτυχώς αγωγή αποζημίωσης στις 16.4.2011 ημέρα Σάββατο, οπότε υπήρξε η άνω ομολογία. Κατά συνέπεια, από τότε η ενάγουσα γνώριζε τα αναγκαία περιστατικά, βάσει των οποίων μπορούσε να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή κατά του συγκεκριμένου διαδίκου Έκτοτε και μέχρι την επίδοση της αγωγής, την 18.4.2016, δηλαδή την επόμενη εργάσιμη της προθεσμίας που έληγε η προθεσμία παραγραφής κατά το άρθρο 242 ΑΚ [...] δεν παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των (5) ετών.

Επομένως, η ένσταση παραγραφής είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ο πρώτος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της προβλεπόμενης από το άρθρο 937 του ΑΚ πενταετούς παραγραφής των επίδικων από αδικοπραξία αξιώσεων της ενάγουσας -αναιρεσίβητης, σε συνδυασμό με την έναρξη, τη λήξη και τον υπολογισμό, κατά τα άρθρα 241, 242 και 243 του ΑΚ της εν λόγω προθεσμίας.

Ειδικότερα, με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό πόρισμα, το Εφετείο δέχεται ότι το πραγματικό γεγονός της γνώσης των υπαίτιων της σε βάρος της αδικοπραξίας και ειδικότερα του δευτέρου εξ αυτών (αναιρεσείοντος) καθώς και της ζημίας της σε βαθμό επαρκή ώστε να έχει τη δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης των εξ αυτής αξιώσεών της, έλαβε χώρα εκ μέρους της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης την 16.4.2011 και όχι προγενέστερα, εφόσον η πολλαπλότητα των μεθόδων υπεξαίρεσης, η κατ' επανάληψη και επί μακρόν τέλεσή τους, καθώς και το σύνθετο σχέδιο συγκάλυψης των ιχνών των παρανόμων πράξεων, την έκαναν να επιμείνει, ώσπου τελικώς ο α' εναγόμενος ομολόγησε το Σάββατο 16η Απριλίου 2011 ότι πωλούσε άνευ παραστατικών τις υπεξαιρεθείσες ποσότητες προϊόντων στο β' εναγόμενο και, με βάση τις αιτιολογίες αυτές καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης, καθόσον από την επομένη ημέρα της ημεροχρονολογίας γνώσης της μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής (18.4.2016, ημέρα Δευτέρα), δεν έχει λήξει η πενταετία.

Κατά συνέπεια, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας απαιτείται παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου, που οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτού, με τη μορφή της αμέλειας ή του δόλου, επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας, ο οποίος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συμπεριφορά του δράστη ήταν αντικειμενικώς ικανή να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύσει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας που οφειλόταν. Τέτοια υποχρέωση να μη ζημιώσει κάποιος άλλον με πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, μπορεί να υπάρχει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την καλή πίστη όπως αυτή διαμορφώνεται από την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Υπαίτια δε είναι η συμπεριφορά στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές σύμφωνα με το άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ καθώς και στην περίπτωση του δόλου (πρόθεσης) είτε με τη μορφή του άμεσου δόλου, ο οποίος υπάρχει όταν ο υπαίτιος επιδιώκει (θέλει) την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος καθώς και όταν δεν επιδιώκει το ζημιογόνο αποτέλεσμα προβλέπει όμως αυτό ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του και παρά ταύτα δεν αφίσταται, είτε με τη μορφή του ενδεχομένου δόλου, ο οποίος υπάρχει όταν ο υπαίτιος προβλέπει το αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της συμπεριφοράς του και το αποδέχεται.

Αν από παράνομη και υπαίτια, κατά τα άνω, κοινή πράξη περισσοτέρων προκλήθηκε ζημία σε άλλον, ευθύνονται όλοι εις ολόκληρο. Κοινή είναι η πράξη περισσοτέρων, όταν αυτοί συμμετείχαν, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην τέλεση αυτής, είτε ως συναυτουργοί, είτε ως άμεσοι ή απλοί συνεργοί, δεν έχει δε σημασία αν ορισμένοι από αυτούς ενήργησαν με δόλο και άλλοι από αμέλεια.

Δεν έχει επίσης σημασία αν η συμμετοχή των περισσοτέρων συνέβαλε στην εκτέλεση της κυρίας πράξης ή άλλης που συνοδεύει αυτή (επιγενόμενη συμμετοχή) και έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο της κυρίας πράξης χρόνο, η οποία (μεταγενέστερη πράξη) δεν συνδέεται μεν αμέσως αιτιωδώς με την πρόκληση της ζημίας που προξενήθηκε με την προγενέστερη κυρία πράξη, έχει όμως ως αποτέλεσμα, συνδεόμενο, έτσι, αντικειμενικά αιτιωδώς με την κύρια πράξη, την επαύξηση ή τη διατήρηση αυτής της ζημίας, γεγονός που συμβαίνει ιδίως όταν με την μεταγενέστερη πράξη αποκρύπτεται ο δράστης ή το κλοπιμαίο αντικείμενο ή εξαφανίζονται τα αποδεικτικά μέσα ως προς την τέλεση της κυρίας πράξης ή τα ίχνη της κυρίας πράξης και της ζημίας και παρεμποδίζεται η αποκάλυψη του δράστη της κυρίας πράξης, όπως και στην περίπτωση του προβλεπομένου από το άρθρο 394 ΠΚ εγκλήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, αφού ο δράστης του εγκλήματος αυτού με πρόθεση συμβάλλει στην διατήρηση της ζημίας που υπέστη εκείνος από την κατοχή του οποίου αφαιρέθηκε το πράγμα με αξιόποινη πράξη, που τελέστηκε προηγουμένως από άλλον (ΑΠ 1888/2007).

Με τον τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ευθεία παραβίαση των άρθρων 914 και 926 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 και 394 του ΠΚ. Ειδικότερα, με τα υπό τους αριθμούς 1 και 2 σκέλη του συγκεκριμένου λόγου ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δέχεται ότι κατά τη χρονική περίοδο από το έτος 2008 μέχρι το έτος 2011 ο Α.

Μ., υπάλληλος της αναιρεσίβλητης και προϊστάμενος του υποκαταστήματός της στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, υπεξαίρεσε προϊόντα ιδιαίτερα μεγάλου όγκου και συνολικής αξίας ανερχόμενης στο "κολοσσιαίο" ποσό των 1.136.553,48 ευρώ χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα ότι όλα αυτά τα προϊόντα κατέληξαν στον αναιρεσίβλητο και κυρίως χωρίς να στηρίζεται σε αποδείξεις, αλλά σε πιθανολογήσεις και σταθμίζοντας τις μαρτυρικές καταθέσεις "των ηγητόρων της αναιρεσίβλητης" από την ποινική δίκη, τις οποίες ο αναιρεσείων δεν ήταν σε θέση να αντικρούσει καθότι γι' αυτόν είχε παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος του άρθρου 394 ΠΚ και δεν παρέστη με οποιαδήποτε ιδιότητα, με συνέπεια οι ως άνω παραδοχές να δημιουργούν και άλλα ζητήματα ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, περί των οποίων θα πραγματευθεί στους επόμενους λόγους αναίρεσης.

Τα ως άνω σκέλη του τρίτου λόγου αναίρεσης είναι απαράδεκτα, προεχόντως ως αόριστα, καθότι δεν αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 914, 297, 298, 926 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 και 394 του ΠΚ. Επιπλέον είναι απαράδεκτα και για το λόγο ότι αναφέρονται στη στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων και παράλληλα, υπό την επίφαση συνδρομής του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου, πλήττουν την επί της ουσίας κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με τα υπό τους αριθμούς 3, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 σκέλη του τρίτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με βάση τις παρατιθέμενες παραδοχές, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 914 και 926 ΑΚ σε συνδ. με τα άρθρα 375 και 394 του ΠΚ αναφορικά με το θέμα του αιτιώδους συνδέσμου -συνάφειας αφενός μεταξύ της υπεξαίρεσης και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και αφετέρου της αποζημίωσης την οποία η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη επιδιώκει από το δεύτερο εναγόμενο -αναιρεσείοντα παράλληλα και ανεξάρτητα με την ευθύνη του Α. Μ. (δηλαδή του πρώτου εναγόμενου και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη). Επίσης, με τον έκτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντίφαση και ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της ότι ο αναιρεσείων υπέχει ιδία ευθύνη και ισόποσης αξίας υποχρέωση αποζημίωσης με τον πρώτο εναγόμενο Α. Μ., θεμελιούμενη στην παραδοχή ότι κατέληξαν στον αναιρεσείοντα όλα τα εμπορεύματα της αναιρεσίβλητης που ήταν να παραδοθούν στην εταιρεία ....

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το κεφάλαιό της, που αφορά την ενιαία έρευνα καθενός από τα ως άνω σκέλη του τρίτου αναιρετικού λόγου, καθώς και του έκτου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχεται κατά λέξη τα ακόλουθα: "Ο Α. Μ. [πρώτος εναγόμενος και μη διάδικος στην αναιρετική δίκη], λόγω της θέσης και της εμπειρίας του, είχε διαγνώσει τις αδυναμίες του συστήματος, ήτοι αφενός τη δυσχέρεια επαλήθευσης των παραγγελιών, αφετέρου το μέγεθος των ετήσιων συναλλαγών με την εταιρεία ..., η οποία, αποτελώντας το 20% του τζίρου της ενάγουσας [ήδη αναιρεσίβλητης], λάμβανε μεγάλη πίστωση χρόνου για την καταβολή του τιμήματος, ενώ καθυστερούσε συστηματικά και την καταχώρηση των τιμολογίων.

Έτσι, από το 2008 έως και το τέλος Μαρτίου του 2011, παρέδιδε εμπορεύματα στο δεύτερο εναγόμενο -εκκαλούντα [ήδη αναιρεσείοντα] Α. Σ. του Βασιλείου, ο οποίος διατηρεί επιχείρηση εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων με έδρα τη Θεσσαλονίκη, στην οδό Δ. Πολιορκητού αριθμ. 3. Για τις πωλήσεις αυτές δεν εξέδιδε φορολογικά στοιχεία (δελτία αποστολής -τιμολόγια) ή εξέδιδε τέτοια με υποτυπώδη -εικονική τιμή πώλησης ενός λεπτού ανά κιλό προϊόντος.

Ακολούθως, ακύρωνε τα αρχικά εκδοθέντα τιμολόγια (όταν τέτοια είχαν εκδοθεί) και αμέσως εξέδιδε τιμολόγια -δελτία αποστολής για την ίδια ακριβώς ποσότητα -παρτίδα προϊόντος προς την εταιρεία ..., χωρίς όμως ποτέ τα εν λόγω προϊόντα να παραδοθούν στην ως άνω εταιρία. Με τη μέθοδο αυτή, ένας σημαντικός όγκος προϊόντων εμφανιζόταν, δήθεν, να έχει παραληφθεί από την ...

βάσει παραστατικών που έφεραν τον κωδικό ΘΕΚ (Θεσσαλονίκη - Κεντρικά), χωρίς φυσικά στη συνέχεια να εξοφλείται η υποτιθέμενη οφειλή. Το γεγονός αυτό έγινε αντιληπτό, περί τις αρχές του 2010 από τον Ευάγγελο Τσακίρη, εσωτερικό ελεγκτή της ενάγουσας εταιρείας, κρίθηκε, όμως, αρχικά ότι το ζήτημα βάρυνε την ..., που δεν ανταποκρινόταν εγκαίρως ή προσηκόντως στις συμβατικά αναληφθείσες υποχρεώσεις της.

Είναι περισσότερο από προφανές ότι ο Α. Μ. γνώριζε την αδυναμία αποκάλυψης της συμπεριφοράς του και γι' αυτό ενήργησε όπως φέρεται ότι ενήργησε. Ειδικότερα, ο τελευταίος είχε σταθμίσει ότι η ..., που συνόδευε την εκτέλεση και αποπληρωμή των αγορών της, ως αμέτοχος "τρίτος" δεν επρόκειτο να αναμειχθεί με τυπικό-εμπειρικά διαπιστώσιμο τρόπο (λ.χ.

με έγγραφο) στα εσωτερικά ζητήματα της εταιρείας "..." [ήδη αναιρεσίβλητης]. Έτσι έκρινε πως αν αποκαλυπτόταν η δράση του, ο ίδιος θα απέδιδε την ευθύνη στην ... Αντίστοιχα, αν η τελευταία εταιρεία λάμβανε ρητή θέση ως προς το ζήτημα και πάλι ο ίδιος θα ισχυριζόταν ότι το πράττει για να μην ανταποκριθεί στις συμβατικά αναληφθείσες υποχρεώσεις της.

Ταυτόχρονα οι μεταβιβάσεις προϊόντων στον εκκαλούντα [αναιρεσείοντα] Α. Σ. ήταν διαδοχικές και, συγκριτικά-αναλογικά με το συνολικό τζίρο της εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητης). μικρής έκτασης. [...]. Ακολούθως ο ίδιος εισέπραττε ένα τίμημα από τον Α. Σ.. Ένα τίμημα, του οποίου το εκάστοτε ύψος δεν εξακριβώθηκε, ούτε θα μπορούσε να εξακριβωθεί, πλην όμως είναι βέβαιο ότι αφενός υπήρξε μικρότερο της αγοραίας αξίας των εμπορευμάτων και αφετέρου "απαλλαγμένο" από φορολογικές επιβαρύνσεις (ΦΠΑ κλπ).

Κατόπιν, λοιπόν, πολύμηνης έρευνας από ελεγκτές της εταιρίας, που ξεκίνησε τον Οκτώβριο 2010, αποκαλύφθηκε η μεθοδολογία δράσης του Α. Μ. με τον Α. Σ., αλλά και το γεγονός ότι η ... δεν είχε παραλάβει τα εμπορεύματα, τα οποία υποτίθεται ότι δεν είχε εξοφλήσει. Ειδικότερα η ενάγουσα ενημερώθηκε από την εταιρία ..., στην οποία είχε εκχωρήσει [...] τις προς είσπραξη εμπορικές απαιτήσεις της, ότι μεγάλο μέρος των τιμολογίων προς την ...

δεν είχαν παραληφθεί ποτέ, καθώς και ότι όσα έφεραν σφραγίδα για την παραλαβή, ήταν πλαστά, διότι η τεθείσα σφραγίδα δεν ήταν της εν λόγω εταιρίας. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι τα εμπορεύματα παραδίδονταν στους οδηγούς φορτηγών της ενάγουσας εταιρίας, συνήθως χωρίς παραστατικά ή με παραστατικά που εμφάνιζαν εικονική αξία.

Βεβαίως, είναι γνωστό ότι η μεταφορά αντικειμένων χωρίς παραστατικά είναι παράνομη κατά τις κείμενες φορολογικές ή τελωνιακές διατάξεις, αφού προκαλεί ενδείξεις μη νόμιμης κατοχής τους ή παράνομης διακίνησής τους. Στο πλαίσιο αυτό ο Α. Μ. γνώριζε ότι τα παραστατικά με το εικονικό τίμημα ικανοποιούσαν νομιμοφάνεια στις μεταφορές.

Αντίστοιχα, όταν δεν υπήρχε τιμολόγιο τα ενδεχόμενα ήταν δύο: Σύμφωνα με το πρώτο, αυτός ανέφερε στον οδηγό ότι θα έφερνε ο ίδιος το παραστατικό, ακολουθώντας το φορτηγό της εταιρίας με το ΙΧΕ αυτοκίνητό του. Σύμφωνα με το δεύτερο, ουδέν ανέφερε στον οδηγό, πλην όμως γνώριζε ότι ο υφιστάμενος ιδιωτικός υπάλληλος δεν θα έσπευδε να αμφισβητήσει ή, πολύ περισσότερο, να ελέγξει τον προϊστάμενό του.

Επίσης διαπιστώθηκε ότι, κατά τα έτη 2008 και 2011, ο πρώτος εναγόμενος πώλησε στο δεύτερο εναγόμενο -εκκαλούντα [ήδη αναιρεσείοντα] προϊόντα συνολικής αξίας 14.461,74 ευρώ, παρέχοντάς του έκπτωση 100%, ενώ από τον Ιανουάριο έως και το Μάρτιο 2011 εξέδωσε 47 αποδείξεις λιανικής πώλησης, όπου δεν αναγράφεται το όνομα του αγοραστή, για προϊόντα πραγματικής αξίας 44.688,72 ευρώ, αλλά με υποτυπώδες τίμημα, που ξεκινούσε από 0,01 ευρώ/κιλό.

Στις 16.4.2011, ημέρα Σάββατο, ο Α. Μ. παραδέχθηκε ενώπιον των Π. Π. και Δημητρίου Γιαννουλάκη, διευθύνοντος συμβούλου και προϊσταμένου της μονάδας παραγωγής της ενάγουσας, αντίστοιχα, ότι ο ίδιος υπεξαιρούσε τα προϊόντα και τα πωλούσε στον δεύτερο εναγόμενο. Τελικά, μετά από απογραφή που διενεργήθηκε για το επίμαχο χρονικό διάστημα από το 2008 έως και τον Μάρτιο 2011, αποκαλύφθηκε ότι η υπεξαίρεση εκ μέρους του Α.

Μ. αφορούσε προϊόντα συνολικής αξίας 1.136.553,48 ευρώ, τα οποία επιμερίζονται ως εξής: 1) στα προϊόντα των τιμολογίων προς την ... αξίας για το έτος 2008 154.070,25 ευρώ, για το έτος 2009 606.862,64 ευρώ και για το έτος 2010 311.673,78 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 1.072.606,67 ευρώ [...], 2) στα προϊόντα των 47 αποδείξεων λιανικής έκδοσης Ιανουαρίου - Μαρτίου 2011, η διαφορά της πραγματικής αξίας των οποίων από την υποτυπώδη αναγραφόμενη ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 44.688,72 ευρώ [...], 3) στα προϊόντα των τιμολογίων προς τον δεύτερο εναγόμενο με παροχή έκπτωσης 100%, αξίας για το έτος 2008 9.836 ευρώ και για το έτος 2011 αξίας4.625,74 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 14.461,74 ευρώ [...] και 4)στα προϊόντα που αναιτιολόγητα δεν ανευρέθηκαν στην αποθήκη ή στα φορτηγά του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, ήτοι, α) 667,12 κιλά τυρί φέτα ΠΟΠ σε δοχεία 15 κιλών, με τιμή κιλού 6,65 ευρώ, αξίας 4.436,35 ευρώ, β) 108 τελάρα αξίας 270 ευρώ, γ) 40 κιλά φέτας ΠΟΠ σε συσκευασία των 400 γρ.

Mr Grand, με τιμή κιλού 2,25 ευρώ, αξίας 90 ευρώ, δηλαδή συνολικής αξίας 4.796,35 ευρώ. Η εκ μέρους του Α. Μ. διάθεση κατά τον τρόπο που περιγράφηκε των προϊόντων της εταιρίας "..." ασφαλώς συνιστά πράξη υπεξαίρεσης στο βαθμό που ενείχε διάθεσή τους από πρόσωπο που τα κατείχε. Για διάθεσή τους, που, ωστόσο, δεν λάμβανε χώρα σύμφωνα με τη βούληση του ιδιοκτήτη τους [...].

Ο Α. Μ., δηλαδή, είχε τη φυσική εξουσία στο σύνολο των προϊόντων που παρήγγειλε και ακολούθως όφειλε με μια τυποποιημένη διαδικασία να διαθέσει και, ασφαλώς, να εισπράξει και να αποδώσει το σχετικό τίμημα της πώλησης. Ως προϊστάμενος του υποκαταστήματος επενεργούσε μεν σε ξένα για τον ίδιο πράγματα, πλην όμως σε πράγματα που κατέχοντάς τα, τα διαχειριζόταν ως εντολοδόχος.

Με αυτά τα δεδομένα η διάθεση των προϊόντων, κατά τους όρους που εκτέθηκαν και η εκ μέρους του κάρπωση του τιμήματος, αφισταμένης της εντολής, συνιστούσε πράξη που προσιδίαζε μόνο στον ιδιοκτήτη τους. Επομένως, η συνολική αξία της [...] τελεσθείσας υπεξαίρεσης ήταν εκείνη που αποτυπώνεται παραπάνω. Για τον ίδιο λόγο είναι αδιάφορο σε τι τιμή πωλούσε τα εμπορεύματα και ποιο ακριβώς ήταν το κέρδος του. [...].

Ειδικότερα είναι αλήθεια ότι ο τελευταίος [εννοείται ο Α. Μ.] ενεργούσε ως άνω μόνο σε ό,τι αφορούσε το δεύτερο εναγόμενο [ήδη αναιρεσείοντα] και όχι λ.χ. για να μεταβεί σε έναν καλύτερο πελάτη, όπως τον εκπρόσωπο ενός hypermarket. Επίσης, ο Α. Μ. δεν ακολουθούσε απλά το φορτηγό, αλλά δήλωνε ότι θα προσκόμιζε ο ίδιος τα φορολογικά- παραστατικά στοιχεία. [...].

Από τα διδάγματα της κοινής πείρας ουδείς προϊστάμενος υποκαταστήματος αντίστοιχης με την "..." εταιρίας, θα έσπευδε να παράσχει τέτοιες "δημόσιες σχέσεις", όπως εκείνες με τον "τυρέμπορο" Α. Σ., του οποίου [...] το ψυγείο έχει χωρητικότητα μόλις εννέα τετραγωνικών μέτρων. [...]. Συγκεκριμένα το αληθές είναι ότι ο Α.

Μ. δεν ήταν [...] και πωλητής της ενάγουσας εταιρίας, ούτε επισκεπτόταν και μάλιστα ακολουθώντας το φορτηγό άλλον πελάτη. Το έπραττε μόνο σε ό,τι αφορούσε τον Α. Σ., γιατί υπήρχε ειδικός προς τούτο λόγος: Η ευόδωση της "επιχειρηματικής τους" δραστηριότητας, ερήμην των συμφερόντων και της βούλησης των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας ... [...].

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών [ήδη αναιρεσείων] ενεργώντας από κοινού με τον Αλέξιο Μιχαηλίδη, τέλεσε σε βάρος της ενάγουσας [ήδη αναιρεσίβλητης] αδικοπραξία [...], προκαλώντας στην ενάγουσα θετική ζημία που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.136.553,48 ευρώ. Ειδικότερα ο εκκαλών-δεύτερος εναγόμενος [...] τέλεσε το αδίκημα της κατ' εξακολούθηση αποδοχής προϊόντων εγκλήματος.

Η συμπεριφορά του [...] να αποδεχθεί τα υπεξαιρεθέντα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ισόποση ζημία της ενάγουσας. Το γεγονός ότι η παράνομη συμπεριφορά του εκκαλούντα ακολούθησε χρονικά εκείνη του Α. Μ. δεν αναιρεί το γεγονός ότι η ζημία που προκάλεσε στην ενάγουσα προκλήθηκε από κοινού με τον πρώτο, εφόσον οι ενέργειες αυτού [εννοείται του εκκαλούντα -αναιρεσείοντα] ήταν εκείνες που συνέβαλαν στη διατήρηση της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα από την υπεξαίρεση που διέπραξε ο Α.

Μ.. Σημειωτέον ότι η μεταβίβαση από το δράστη της υπεξαίρεσης σε τρίτον των υπεξαιρεθέντων δεν αποτελεί μια συνηθισμένη και αναμενόμενη συνέχεια της υπεξαίρεσης, αφού εξαρτάται από τη βούληση τόσο του υπεξαιρέτη να προβεί στη μεταβίβαση, όσο και του αποδέκτη να λάβει στην κατοχή του τα προϊόντα της υπεξαίρεσης εν γνώσει της παράνομης προέλευσής τους.

Ο εκκαλών -εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων] υποστήριξε πρωτοδίκως και επαναφέρει με λόγο της έφεσής του ότι η ζημία της ενάγουσας [ήδη αναιρεσίβλητης] προκλήθηκε όχι με την αποδοχή από αυτόν των επιδίκων προϊόντων, αλλά με την υπεξαίρεση τούτων, η οποία προηγήθηκε και οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του Α. Μ.

και η οποία αποτελεί αυτοτελή εγκληματική δραστηριότητα. Λαμβανομένων, ωστόσο, υπόψη των περιστατικών που αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν πιο πάνω, ο προαναφερόμενος αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός, ο οποίος συγκροτεί σχετικό [...] λόγο της έφεσης, είναι εντελώς αβάσιμος και απορριπτέος. Στην προκειμένη υπόθεση, από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενες πράξεις της υπεξαίρεσης και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος συνιστούν ενιαία αδικοπρακτική συμπεριφορά και εντάσσονται στο πλαίσιο του παράνομου σχεδίου που αμφότεροι οι εναγόμενοι έθεσαν σε εφαρμογή, δηλαδή στην υπεξαίρεση των προϊόντων της ενάγουσας και την τέλεση του αδικήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος.

Επίσης ο εκκαλών υποστηρίζει ότι ο τεράστιος όγκος των υπεξαιρεθέντων προϊόντων, ιδίως εκείνων που υποτίθεται ότι είχαν παραδοθεί στην ... [...] δεν αντιστοιχεί στις ελάχιστες -συγκριτικά - ποσότητες, για τις οποίες κατέθεσαν οι κατά καιρούς οδηγοί της ενάγουσας ότι παρέδωσαν στο κατάστημά του και έτσι δεν δικαιολογούν αποδοχή προϊόντων αξίας μεγαλύτερης του ενός εκατομμυρίου ευρώ.

Συνεπώς, κατά τον ισχυρισμό του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνυπεύθυνος για το σύνολο της υπεξαίρεσης που τέλεσε ο Α. Μ.. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, είναι αβάσιμος, καθώς οι καταγγελίες των διάφορων οδηγών [...] είναι απλώς ενδεικτικές ως προς τα δρομολόγια και τις ποσότητες που παραδόθηκαν με εμφανείς παρατυπίες και δεν αφορούν το σύνολο των παράνομων συναλλαγών μεταξύ των εναγομένων από το 2008 έως και το Μάρτιο 2011.

Ειδικότερα, καταρχήν οι υπάλληλοι της εταιρίας ομιλούν για συγκεκριμένα δρομολόγια, για τα οποία ηλίου φαεινότερο ότι δεν είχαν τηρηθεί έστω κατ' ελάχιστον οι ελάχιστες επιφάσεις νομιμότητας. Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί το μέγεθος των συνολικών συναλλαγών για όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα από το έτος 2008 έως και το 2011.

Είναι περισσότερο από σαφές ότι ο τελευταίος [εννοείται ο δεύτερος εναγόμενος -εκκαλών- αναιρεσείων] όπως παράνομα και αφανώς αποδεχόταν, εξίσου παράνομα και αφανώς διέθετε περαιτέρω τα υπεξαιρεθέντα. Εξάλλου, από τον ενδελεχή έλεγχο που πραγματοποιήθηκε, δεν ανευρέθηκε καμία άλλη ύποπτη συναλλαγή του Α.

Μ. με οποιαδήποτε από τις διάφορες μεθόδους που χρησιμοποίησε με άλλον πελάτη της ενάγουσας ή τρίτο, πλην του δεύτερου εναγομένου. Αντίθετα, όλα τα χρησιμοποιηθέντα τεχνάσματα για την τέλεση της υπεξαίρεσης και την παραπέρα διάθεση των προϊόντων αφορούσαν αποκλειστικά την επιχείρηση του εκκαλούντα [ήδη αναιρεσείοντα] Α.

Σ.. Ειδικότερα, α) καθ' όλο το διάστημα εκδίδονταν τιμολόγια -δελτία αποστολής προς τον δεύτερο εναγόμενο, τα οποία ακυρώνονταν και αμέσως με τα ίδια προϊόντα υποτίθεται ότι κατευθύνονταν προς την ..., β) οι καταγγελίες οδηγών για παράτυπες παραδόσεις προϊόντων με αυτοπρόσωπη μάλιστα παρουσία του 1ου εναγομένου, αναφέρονται αποκλειστικά στον δεύτερο εναγόμενο και σε κανέναν άλλον πελάτη ή τρίτο, γ) η έκδοση αποδείξεων λιανικής πώλησης από τον Ιανουάριο έως και το Μάρτιο 2011, όπου δεν αναφέρεται αγοραστής, με υποτιμολόγηση των προϊόντων ( από 0,01 έως 1 ευρώ) συμπίπτει με πιστωτικά δελτία επιστροφής προς το δεύτερο εναγόμενο [...].

Εξάλλου, όσον αφορά το ζήτημα των εκπτώσεων ύψους 100%, που έλαβε ο δεύτερος εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων] και κατά πόσο αυτό συνιστούσε συνήθη πρακτική της ενάγουσας [ήδη αναιρεσίβλητης] αποδείχθηκε ότι πράγματι η παροχή αυτή δινόταν σε πελάτες της εταιρίας, μεταξύ των οποίων και ο δεύτερος εναγόμενος [...].

Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει τι ποσοστό επί του τζίρου της εταιρείας με τους πελάτες της και ειδικότερα με τον εκκαλούντα Α. Σ. αποτελούσαν τα εν λόγω εκπτωτικά τιμολόγια, ώστε να μπορεί να κριθεί με ασφάλεια αν οι εκπτώσεις αυτού του ύψους ( 9.386 ευρώ για το 2008 και 4.625,74 ευρώ για το 2011) εντάσσονται ή όχι στην πρακτική της ενάγουσας.

Με δεδομένη όμως τη συμπαιγνία αυτών, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η έκδοση των εκπτωτικών αυτών τιμολογίων από τον πρώτο προς το δεύτερο των εναγομένων αποτελούσε απλώς μέρος της ευρύτερης παράνομης συμπεριφοράς τους, [εννοείται στην οποία προέβησαν] καταχρώμενοι την εμπορική πρακτική της ενάγουσας και όχι πραγματικές συναλλαγές.

Συνακόλουθα, από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενες πράξεις της υπεξαίρεσης και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος συνιστούν ενιαία αδικοπρακτική συμπεριφορά και εντάσσονται στο πλαίσιο του παράνομου σχεδίου που έθεσε σε εφαρμογή ο εκκαλών με τον πρώτο εναγόμενο, δηλαδή στην υπεξαίρεση των προϊόντων της ενάγουσας και την τέλεση του αδικήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος.

Η δε ζημία της ενάγουσας επήλθε με τις ενέργειες αμφοτέρων των εναγομένων, από τις οποίες μόνη της καθεμία δεν μπορούσε να προκαλέσει τη ζημία και την έκταση αυτής, ήτοι επήλθε με υπαίτια σύμπραξη αμφοτέρων των εναγομένων στην αδικοπραξία, που συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία (άρθρο 926 ΑΚ), ώστε να υφίσταται μεταξύ των εναγομένων παθητική σε ολόκληρο οφειλή.

Τα ίδια δεχόμενο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε το ενώπιόν του προσαχθέν αποδεικτικό υλικό και δεν έσφαλε, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο δεύτερος εναγόμενος με τους σχετικούς λόγους έφεσης, κρίνονται αβάσιμα". Έτσι όπως έκρινε το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 926, 297, 298 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, καθόσον με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, απέρριψε τους συναφείς λόγους της 20.11.2019 έφεσης του δεύτερου εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί στο σύνολό της την από 18.4.2016 αγωγή της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης ως προς το ύψος της θετικής της ζημίας και ως προς το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος-εκκαλών-αναιρεσείων ενέχεται εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο και μη διάδικο στην αναιρετική δίκη για την καταβολή αποζημίωσης.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με αιτιολογία πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις δέχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος -εκκαλών -αναιρεσείων τέλεσε σε βάρος της ενάγουσας -εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης το έγκλημα της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος του άρθρου 394 του ΠΚ, που συνιστά και αστικό αδίκημα, καθόσον τελέσθηκε παρανόμως και υπαιτίως (με δόλο) από τον δεύτερο εναγόμενο-εκκαλούντα -αναιρεσείοντα σε βάρος της ενάγουσας -εφεσίβλητης- αναιρεσίβλητης με ζημία της τελευταίας ύψους 1.136.553,48 ευρώ.

Τέλος, το Εφετείο με παραδοχές πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις έκρινε ως αποδειχθέντα όλα τα άνω περιστατικά, τα οποία αντικειμενικά θεμελιώνουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης πράξης του δεύτερου εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος και της θετικής ζημίας της ενάγουσας -εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης, ισούμενης με το ποσό της κλεπταποδοχής στο πλαίσιο ομαδικής διαδοχικής αδικοπρακτικής κατά τα άνω δράσης του πρώτου εναγομένου (και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) και του δεύτερου εναγομένου -εκκαλούντος αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ως προς τα με αριθμούς 3, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 σκέλη του, με τα οποία ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τις προαναφερθείσες πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθώς και ο έκτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Με το υπό τον αριθμό 4 σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι είναι εσφαλμένη η ερμηνεία του Εφετείου αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 926 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 375 και 394 του ΠΚ, όπως αναπτύσσεται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, την οποία και παραθέτει.

Και το σκέλος αυτό του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο, διότι οι κατά τον αναιρεσείοντα εσφαλμένες κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την έννοια των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους, που διαλαμβάνονται στη μείζονα πρότασή της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης.

Κατόπιν τούτων, ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δέχθηκε, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1199/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα προσάπτει: (α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αρκέσθηκε σε πιθανολογήσεις και όχι σε αποδείξεις παρά την προσπάθειά της να συνθέσει -να "μοντάρει" έτσι που να ταιριάζει με σενάριο ασύνδετα μεταξύ τους γεγονότα, (β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι όλες οι ποσότητες εμπορευμάτων που προορίζονταν για την ...

κατέληξαν στον αναιρεσείοντα είτε επειδή οι ποσότητες αυτές δεν εμφανίσθηκαν να έχουν παραδοθεί στην εν λόγω εταιρεία είτε επειδή βρέθηκαν ορισμένα εκπτωτικά τιμολόγια της αναιρεσίβλητης απευθυνόμενα στον αναιρεσείοντα (γ) ότι με οποιονδήποτε συνδυασμό των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης το Εφετείο δεν μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα εμπορεύματα της υποτυπώδους αξίας τιμολογίων των 44.688,72 ευρώ και της μηδενικής αξίας τιμολογίων των 14.461,71 ευρώ συνεπάγονταν τη μη νόμιμη κατοχή των εμπορευμάτων αυτών, (δ) ότι ομοίως και τα εμπορεύματα αξίας 4.769,35 ευρώ, που δεν βρέθηκαν στις αποθήκες του υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης στη Θεσσαλονίκη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι είχαν περιέλθει στον αναιρεσείοντα, (ε) ότι το Εφετείο πιθανολόγησε ότι ο αναιρεσείων ήταν ο αποδέκτης όλων των ποσοτήτων γαλακτοκομικών προϊόντων που υπεξαίρεσε ο πρώτος εναγόμενος (και μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) Αλ.

Μιχαηλίδης, συνολικής αξίας 1.072.606,67 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ... δεν είχε εξοφλήσει τα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί στο όνομά της για τα εν λόγω εμπορεύματα, ότι για τα εν λόγω προϊόντα δεν υπήρξαν καθόλου παραστατικά και το άνευ αποδεικτικής βάσης υποτιθέμενο γεγονός ότι "οι μεταβιβάσεις προϊόντων στον εκκαλούντα Α.

Σ. ήταν διαδοχικές και συγκριτικά-αναλογικά με το συνολικό τζίρο της εταιρείας, μικρής έκτασης". Ο αναιρεσείων, δηλαδή, αιτιάται ότι το Εφετείο δέχθηκε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης ότι ο δεύτερος εναγόμενος-εκκαλών - αναιρεσείων, ευθύνεται από αδικοπραξία σε ολόκληρο με τον πρώτο εναγόμενο για το σύνολο της αξιούμενης θετικής της ζημίας.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα ανωτέρω χωρίς να προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά, αλλά επικαλείται μόνο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αρκέσθηκε σε πιθανολογήσεις, πλήττοντας, έτσι, από την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των ως άνω πραγματικών περιστατικών, στην οποία προέβη το Εφετείο.

Ο ίδιος, όμως, λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων ήταν ο αποδέκτης όλων των ποσοτήτων εμπορευμάτων που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι και τα οποία ειδικά μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δίκης, για τα οποία ειδικά αναφέρει ότι λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη, τους περιλαμβανόμενους στην ένδικη αγωγή ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης σχετικά με τη θετική ζημία και το ύψος αυτής, που της προκάλεσε ο αναιρεσίβλητος με το να δεχθεί στην κατοχή του τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα στην απόφαση προϊόντα της αναιρεσίβλητης, αν και γνώριζε ότι αυτά είχαν προέλθει από αξιόποινη πράξη, ήτοι από την πράξη της υπεξαίρεσης που είχε τελέσει σε βάρος της αναιρεσίβλητης ο πρώτος εναγόμενος (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) Α.

Μ., υπάλληλός της, ούτε προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα, αρκέσθηκε σε πιθανολόγηση. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το επικουρικό του σκέλος, με το οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος, καθότι ο αναιρεσείων αναφέρει ότι "κρίνονται απολύτως ανεπαρκείς" οι αιτιολογίες της ως προς το ζήτημα του κατά πόσο όλες οι ποσότητες των γαλακτοκομικών προϊόντων αξίας 1.072.606,67 ευρώ, που φέρονταν ότι είχαν πωληθεί στην εταιρεία "..." κατέληξαν στον ίδιο, αλλά δεν παραθέτει τα αναγκαία στοιχεία που λείπουν για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν παραθέτει δηλαδή τα επιπλέον στοιχεία που έπρεπε η απόφαση να περιλαμβάνει για να είναι πλήρης (ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1282/2010).

Κατά συνέπεια, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, όπως βάσιμα υποστηρίζεται και στις από 4.3.2022 προτάσεις της αναιρεσίβλητης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτ. α του Κ.Πολ.Δικ., "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα που καθορίζει περιοριστικά τα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π 8/1987), προκύπτει ότι ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο το οποίο δεν είναι γενικώς επιτρεπτό, ή δεν επιτρέπεται στη συγκεκριμένη κατηγορία υποθέσεων, εκτός αν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι θα κατέληγε στο ίδιο πόρισμα και χωρίς τη λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 209/2010).

Για να είναι παραδεκτός ο από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και το περιστατικό αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 686/2021, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1510/2011). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι, όταν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες, είναι δεκτά και τα δικαστικά τεκμήρια, τα οποία το δικαστήριο δύναται να συναγάγει και από καταθέσεις είτε των διαδίκων είτε των τρίτων, που λήφθηκαν κατά την ποινική διαδικασία (ΑΠ 389/1977, ΑΠ 58/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο, από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο, πέραν των ενόρκων βεβαιώσεων που είχε προσκομίσει η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη στην πρωτοβάθμια δίκη, έλαβε υπόψη ένορκες καταθέσεις μαρτύρων από την ποινική δικογραφία της εν λόγω υπόθεσης και μάλιστα περισσότερες φορές αναφέρεται στην ένορκη κατάθεση του Δημήτριου Παπαζηλάκη, που δόθηκε κατά την ποινική δίκη, και που κατά τις παραδοχές του έχει την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης, δηλαδή έχει την ιδιότητα του διαδίκου και μέσω αυτού του μη νόμιμου αποδεικτικού μέσου επιχειρήθηκε η τεκμηρίωση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της κατάφασης του αιτιώδους συνδέσμου ευθύνης του αναιρεσείοντος στη ζημία της αναιρεσίβλητης.

Σχετικά με τη βασιμότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης λεκτέα είναι τα εξής: Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος κατά τα άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται (ούτε άλλωστε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 15.1.2019 έγγραφων προτάσεων που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και των από 12.4.2021 έγγραφων προτάσεων που κατέθεσε στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ενώπιον των οποίων η αναιρεσίβλητη με επίκληση είχε προσκομίσει τα έγγραφα της σχηματισθείσας για την ίδια υπόθεση ποινικής δικογραφίας) ότι προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας νόμιμα τον περιλαμβανόμενο στο συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ισχυρισμό.

Ο ίδιος, όμως, λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος. Τούτο διότι σύμφωνα με τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και εκτίμησε τη με αριθμό 217/27.7.2016 ένορκη βεβαίωση του Δ. Γ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ορεστιάδας, τη με αριθμό 650/27.7.2016 ένορκη βεβαίωση των Ε.

Τ. και Μ. Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης, που λήφθηκαν με πρωτοβουλία της ενάγουσας -αναιρεσείουσας μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση και του δεύτερου εναγομένου -αναιρεσείοντος, καθώς και όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και τα έγγραφα της σχηματισθείσας για την ίδια υπόθεση ποινικής δικογραφίας, τα τελευταία δε εκτιμήθηκαν ελεύθερα από αυτό ως δικαστικά τεκμήρια.

Συνεπώς, το Εφετείο, εκτιμώντας με τα λοιπά αποδεικτικά και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά την ποινική εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης και περιλαμβάνονται στα έγγραφα της ποινικής δίκης, μεταξύ δε αυτών και την ένορκη κατάθεση του Π. Π., διευθύνοντος συμβούλου της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης, για τη συναγωγή και από την κατάθεση αυτή δικαστικών τεκμηρίων επί των αποδεικτέων θεμάτων για τα οποία επιτράπηκαν και οι μάρτυρες, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, ούτε απέδωσε στην εν λόγω κατάθεση (δηλαδή αυτή του Π. Π.) αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη εκείνης που είχε κατά το νόμο. Ενόψει αυτών, και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, όπως βάσιμα υποστηρίζει και η αναιρεσίβλητη με τις από 4.3.2022 και τις από 10.3.2022 προτάσεις που κατέθεσε πριν μετά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η από 22.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 2052/201/2021 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 2052/201/23.7.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1058/16.6.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ