Legislator Case Law & Legislation
1696/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on marital property contribution where evidence disproves statutory one-third presumption.

Case Number 1696/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the wife's appeal against the appellate court's decision to reject her claim for marital property contribution. The court found the lower court correctly considered the husband's evidence that her contribution was below the statutory one-third presumption, rather than merely noting a procedural objection. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 1400 paragraph 1 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The statutory presumption of one-third contribution applies unless disproven by evidence showing the other spouse's total contribution or lack of intent to contribute.

Keywords

AI generated
marital property contribution statutory presumption one third burden of proof contribution appellate review standard civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 1400 paragraph 1 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1696 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1696/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Τάση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 12-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. ι του ακ "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από την ανωτέρω διάταξη, συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του, άμεση ή έμμεση.

Ο εναγόμενος,περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει μεταξύ άλλων ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει, και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση (ΑΠ 1037/2017, 808/2015, 2042/2013).

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος, υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, την οποία δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο προς το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση είναι μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου (ΑΠ566/2014). Στην περίπτωση που, κατά τη διάρκεια του γάμου, έχουν αυξηθεί οι περιουσίες και των δύο συζύγων, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, κάθε σύζυγος έχει τη δική του (αυτοτελή) αξίωση κατά του άλλου, με την έννοια ότι γεννώνται δύο αμοιβαίες αξιώσεις συμμετοχής στα αποκτήματα, για καθεμία από τις οποίες εξετάζονται χωριστά οι προϋποθέσεις και το ύψος της. Οι δύο αμοιβαίες αξιώσεις υπόκεινται σε συμψηφισμό, προτεινόμενο από τον εναγόμενο σύζυγο, εφόσον κατευθύνονται στη χρηματική αξία του ανάλογου ποσοστού περιουσίας (ΑΠ 1478/2017).

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα που παραδεκτώς προτάθηκε αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων,που συγκροτούν την ιστορική βάση, και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (Ολ.ΑΠ12/2000, ΑΠ 650/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατά το άνω άρθρο, αποτελέσματος αυτής,με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής,ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης,συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ 207/2017, 1344/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται,αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα,έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη ακυρότητας ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και των τύπο των διαδικαστικών πράξεων (Ολ.ΑΠ 12/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση,από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, ασκήθηκαν οι ακόλουθες αγωγές των διαδίκων: α)η από 12-9-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία, επικαλούμενη αύξηση της περιουσίας του εναγομένου(ήδη αναιρεσίβλητου), κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1400 ΑΚ, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο τελευταίος υποχρεούται να της καταβάλει κυρίως το ποσό των 251.695,95 ευρώ, που αντιστοιχεί στην πραγματική συμβολή της στην εν λόγω αύξηση κατά ποσοστό 56,65%, και επικουρικά το ποσό που αντιστοιχεί στην τεκμαιρόμενη αύξηση του 1/3, ήτοι 148.000 ευρώ και β) η από 12-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία,επικαλούμενος και αυτός επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης (ήδη αναιρεσείουσας) κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, από δική του συμβολή, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία υποχρεούται να του καταβάλει, κυρίως το ποσό των 262.800 ευρώ, λόγω της επαύξησης της με την κατά 90% δική του συμβολής και επικουρικά το ποσό των 97.333,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στην τεκμαρτή, κατά 1/3 συμβολή αυτού.

Με τις από 23-11-2011 προτάσεις του δε, ενώπιον του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσίβλητος, ως εναγόμενος στην αγωγή της αντιδίκου του, προέβαλε επικουρικώς (για την περίπτωση της μη απόρριψής της) την ένσταση συμψηφισμού αυτής με την ασκούμενη με την δική του αγωγή, αξίωση. Επί των ανωτέρω αγωγών, εκδόθηκε η 223/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, αφού τις συνεκδίκασε:

Α)απέρριψε στο σύνολο της την ανωτέρω υπό στοιχείο β)αγωγή του αναιρεσίβλητου και κατ'ακολουθίαν και την προταθείσα ένστασή του περί συμψηφισμού, και Β)δέχθηκε εν μέρει, κατά την κύρια βάση της, την υπό στοιχείο α) αγωγή της αναιρεσείουσας και ανεγνώρισε τη συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, κατά ποσοστό 36,19%, ήτοι κατά 91.270,85 ευρώ.

Κατά της ανωτέρω απόφασης ο εναγόμενος και ενάγων αντίστοιχα των προαναφερθεισών αγωγών, (ήδη αναιρεσίβλητος) άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την από 29-1-2013 έφεσή του, με την οποία ζήτησε τόσο την παραδοχή της απορριφθείσας αγωγής του,όσο και την απόρριψη, στο σύνολο της, της αγωγής της αναιρεσείουσας, λόγω, μεταξύ άλλων, ελάχιστης έως μηδενικής συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του και επικουρικώς την αποδοχή της περί συμψηφισμού ένστασής του.

Με την προσβαλλόμενη 236/2016 απόφασή του, το Εφετείο, έκρινε, ότι θα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί τους ότι ο αντίδικος εκάστου δεν είχε καμία συμβολή στα αποκτήματά του, ή ότι είχε κατώτερη του 1/3, που είχαν προβάλει ο καθένας τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ....και επανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο εναγόμενος-ενάγων με την έφεσή του,οι οποίοι αποτελούν....αιτιολογημένη άρνηση των εκατέρωθεν αγωγών όσον αφορά τον επικαλούμενο με αυτές πραγματικό υπολογισμό της συμβολής τους,και ένσταση όσον αφορά τον επικαλούμενο με αυτές τεκμαρτό υπολογισμό που όφειλαν οι ίδιοι να αποδείξουν, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και: 1)αφού συνεκδίκασε αμφότερες τις αγωγές,τις έκανε εν μέρει δεκτές, κατά το επικουρικό τους αίτημα, της αναγνώρισης δηλαδή της συμβολής κάθε εναγομένου, αντίστοιχα, κατά το τεκμήριο του 1/3 της συνολικώς αποκτηθείσας κατά την έγγαμη συμβίωση περιουσίας του άλλου,και συγκεκριμένα ανεγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος, υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσείουσα, με βάση το εν λόγω τεκμήριο το ποσό των 76.189,60 ευρώ, ενώ η αναιρεσείουσα υποχρεούται να του καταβάλει με βάση το ίδιο τεκμήριο, το ποσό των 31.945 ευρώ,με το νόμιμο τόκο (για αμφότερα τα ποσά) από την επίδοση, κάθε αγωγής, αντίστοιχα και 2)ανέστειλε την εκδίκαση της προταθείσας από τον αναιρεσίβλητο ένστασης συμψηφισμού, λόγω εκκρεμοδικίας, αφού για την ίδια αξίωση είχε ασκήσει αυτός την ανωτέρω ήδη εκκρεμούσα αγωγή του.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης,η αναιρεσείουσα, κατ'επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι καίτοι ο αναιρεσίβλητος για πρώτη φορά προέβαλε ενώπιον του την ένσταση συμψηφισμού της αξίωσής του για συνεισφορά της αναιρεσείουσας, παρά το νόμο παρέλειψε να την κηρύξει απαράδεκτη, αλλά αφού την έκρινε παραδεκτή, ανέστειλε την ουσιαστική της εκδίκαση.

Ο ανωτέρω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού οδηγεί αναγκαίως σε εξέταση και κρίση αναφορικά με την ανωτέρω μη οριστική,και συνεπώς μη υποκείμενη σε αναίρεση, διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ.553 αρ.1β εδ.α ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον, κατά τα εκτεθέντα, την ένσταση συμψηφισμού είχε προτείνει επικουρικά ήδη με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος.

Περαιτερω, απορρίπτοντας το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το επιπλέον ποσό που είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κάνοντάς την δεκτή κατά το τεκμήριο του 1/3, έλαβε υπόψη την προβληθείσα με την έφεσή του αναιρεσίβλητου αιτιολογημένη άρνηση της αναγνωρισθείσας από το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματικής και υπέρτερης του τεκμηρίου συμβολής της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, και όχι κάποια ένσταση αυτού, πράγμα που θα συνέβαινε αν η αγωγή της είχε γίνει δεκτή για ποσό μικρότερο του τεκμηρίου του 1/3.

Επομένως,όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η τελευταία, που με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι δεχόμενο εν μέρει την αγωγή της έλαβε υπόψη ισχυρισμό -ένσταση του αναιρεσίβλητου περί ανυπαρξίας ή κατώτερης του 1/3 συμβολής της, που δεν είχε παραδεκτά επαναφέρει ενώπιον του, είναι αβάσιμα,ως στηριζόμενα σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (Ολ.

Α.Π. 9/2011, ΑΠ507/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο (επικουρικό) λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε την αποδοχή του, κατά την άποψή της, μη επαναφερθέντος παραδεκτά επικουρικού ισχυρισμού του αντιδίκου της περί συμψηφισμού των εκατέρωθεν απαιτήσεων.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον δεν πλήττει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Επισημαίνεται, ότι οι ανωτέρω δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι είναι παραδεκτοί,εφόσον ,ανεξάρτητα από την μη οριστική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά στην ένσταση συμψηφισμού του αναιρεσίβλητου, πλήττουν ξεχωριστά κεφάλαια, για τα οποία το Εφετείο έχει αποφανθεί οριστικά.

Άλλωστε, στη συγκεκριμένη υπόθεση, κατά την οποία η αναστολή της εκδίκασης της ανωτέρω ένστασης διετάχθη με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η εκδίκασή της και επομένως η έκδοση οριστικής σχετικώς διάταξης, προϋποθέτει, κατά λογική ακολουθία, την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της αγωγής του αναιρεσίβλητου.

Επομένως, είναι αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος, με τις από 30-8- 2018 προτάσεις του.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω,πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Ιουνίου 2016 αίτηση της Α. Κ. για αναίρεση της 236/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ