Legislator Case Law & Legislation
1696/2011 AI generated

1696/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1696/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1168/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4059/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/12/2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1696/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το αρθρ. 561 §1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Keywords

AI generated
abandonment of employment bank resolution resignation of the government withdrawal following settlement unemployment benefits of directors breach of expulsion order
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1696 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1696/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1168/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4059/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/12/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 14/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου και την απόρριψη του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, ως τέτοια δε αίτηση νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή του δικαστικού αγώνα αλλά μόνον εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 15-4-2005 αγωγής του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός ζήτησε να αναγνωριστεί ως άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που τον συνέδεε από 1-10-2001 με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα και να υποχρεωθεί η τελευταία, εκτός των άλλων, να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 249.171 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία μέχρι και το χρόνο λήξης της σύμβασής του, την 30-9-2006, καθώς και για "επίδομα επιτυχίας" που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, των ετών 2003 και 2004, το ποσό των 536.709 ευρώ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του, ενώ αγνόησε το δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο μεμφόταν την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη απόρριψη του αιτήματός του για καταβολή του επιδόματος επιτυχίας των ετών 2003 και 2004.

Έτσι, όμως το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔικ, αφού άφησε αίτηση αδίκαστη. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος, από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 Α.Κ., 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της.

Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά για αυτή κριτήρια (Ολ.ΑΠ 25/2003). Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., δηλ.

κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής (ΑΠ 355/2009).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ προβλέπεται η λύση της ορισμένου χρόνου εργασιακής σύμβασης, για σπουδαίο λόγο, χωρίς την τήρηση προθεσμίας και χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθενται στο έγγραφο της καταγγελίας ο σπουδαίος λόγος ή τα περιστατικά εκείνα που τον θεμελιώνουν. Σπουδαίο λόγο αποτελούν τα περιστατικά εκείνα ή και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί από οποιονδήποτε των συμβαλλομένων μερών η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη συμφωνημένη ή εκ του νόμου υποχρεωτική λήξη της, αφού ληφθεί υπόψη το σύνολο της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 14/1999).

Ο σπουδαίος λόγος δεν είναι απαραίτητο να έχει ως αιτία μόνο την ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων ή την επέλευση ζημίας, αλλά και οποιαδήποτε συμπεριφορά του ενός από τους συμβαλλομένους που να έχει τέτοια σημασία για τη λειτουργία της σύμβασης, ώστε αφού ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση καθώς και ο χαρακτήρας της σχέσης, που προϋποθέτει την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, να μη δικαιολογείται ο υπαίτιος αξιώνοντας τη διατήρηση της (ΟλΑΠ 10/1995, ΑΠ 321/2000).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.

Περαιτέρω, ο από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το αρθρ. 561 §1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκε, στις 31.7.2001, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσελήφθη από την "Τράπεζα Επενδύσεων Α.Ε." προκειμένου να εργασθεί ως Διευθυντής Συναλλαγών αυτής, για το χρονικό διάστημα από 1. 10. 2001 έως 30.9.2006, αντί μηνιαίου μισθού 3.571.428 δραχμών.

Συμφωνήθηκε, επίσης, η καταβολή εγγυημένων bonus, ανερχομένων σε 40.000.000 δρχ. για το έτος 2001 και 25.000.000 δρχ. για το έτος 2002, η καταβολή των οποίων δεν απέκλειε και την επί πλέον καταβολή επιδόματος επιτυχίας, ανάλογα με αυτά που καταβάλλονται στο προσωπικό της Τράπεζας, βάσει και του προϋπολογισμού της Τράπεζας και συμφωνίας με το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής.

Η "Τράπεζα Επενδύσεων Α.Ε." απορροφήθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", με διαδικασία που ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2004. Μέχρι το χρόνο αυτό, ο ενάγων απασχολείτο ως Διευθυντής στη Διεύθυνση Συνθέτων Προϊόντων και Σταθερού Εισοδήματος. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απορρόφησης, η εναγομένη κατήρτισε νέο οργανόγραμμα, με το οποίο καταργήθηκε η Διεύθυνση Συνθέτων Προϊόντων και Σταθερού Εισοδήματος.

Το προσωπικό της Διεύθυνσης αυτής μετακινήθηκε σε άλλες θέσεις και τέσσερις άλλοι Διευθυντές τοποθετήθηκαν σε αντίστοιχες Διευθύνσεις της εναγομένης, ενώ ο ενάγων δεν εντάχθηκε σε καμία Διεύθυνση. Με την από 4.2.2005 εξώδικη δήλωσή του, ο ενάγων δήλωσε στην εναγομένη ότι θεωρεί τις ενέργειές της, βλαπτική μεταβολή ουσιωδών όρων της σύμβασής του, ότι η Τράπεζα κατήγγειλε με ευθύνη της τη σύμβαση και ότι από τη Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2005 δεν θα προσέρχεται πλέον στην Τράπεζα, την κάλεσε δε να του καταβάλει τις αποδοχές του υπολοίπου χρονικού διαστήματος, μέχρι τη λήξη της σύμβασής του καθώς και τα ποσά που αντιστοιχούν στο επίδομα επιτυχίας.

Η εναγομένη, με την από 9.2.2005 εξώδικη απάντησή της, του δήλωσε ότι θεωρεί προσχηματικούς τους ισχυρισμούς του, ότι λόγω του ότι η συγχώνευση της "Τράπεζας Επενδύσεων Α.Ε", με απορρόφηση, από αυτήν (Εμπορική Τράπεζα), ενεκρίθη από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, στις 10.12.2004, είναι φυσικό να μη έχει ολοκληρωθεί η λειτουργική συγχώνευση των υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να μη έχει οριστικοποιηθεί η οργανογραμματική ένταξη των υπηρεσιών αυτών στο νέο σχήμα και η διάρθρωση αρμοδιοτήτων των νέων μονάδων και τέλος τον κάλεσε να παρουσιάζεται κανονικά στην υπηρεσία και μετά τις 14.2.2005.

Σε απάντηση προς την εναγομένη, ο ενάγων με την από 14.2.2005 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, κάλεσε εκ νέου την εναγομένη να εφαρμόσει τη σύμβαση. Η εναγομένη, περαιτέρω, απέστειλε στον ενάγοντα την από 30.3.2005 επιστολή της, με την οποία του ανακοινώνει ότι ύστερα από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας που ελήφθη με το πρακτικό 2701/21.3.2005 και σύμφωνα με τον Οργανισμό του Προσωπικού, λύεται η μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, λόγω αδικαιολόγητης απουσίας του επί τριάντα τουλάχιστον συνεχείς ημέρες, θεωρούμενης ως οικειοθελούς αποχώρησης.

Τέλος, σε απάντηση της άνω επιστολής, ο ενάγων επέδωσε στην εναγομένη στις 25.4.2005 την από 7.4.2005 εξώδικη απάντηση - δήλωση, με την οποία της δηλώνει ότι η άρνησή της να αποκαταστήσει την σε βάρος του βλαπτική μεταβολή ουσιωδών όρων της σύμβασής του, η οποία συντελέστηκε με την αποστέρηση οποιουδήποτε αντικειμένου απασχόλησής του με αποτέλεσμα να πληγεί το επιστημονικό και επαγγελματικό του κύρος, του δίνει το δικαίωμα να θεωρήσει ότι με δική της υπαιτιότητα (η εναγομένη) κατήγγειλε την εργασιακή του σύμβαση.

Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ολοκλήρωση της λειτουργικής συγχώνευσης των υπηρεσιών της εναγομένης, μετά την απορρόφηση της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος "Τράπεζας Επενδύσεων Α.Ε.", απαιτούσε ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο μηνών, κατά τη διάρκεια του οποίου ήταν επόμενο να υπάρχει μία ασάφεια ως προς τα καθήκοντα και τη Διεύθυνση, στην οποία θα εντάσσετο ο ενάγων.

Εν όψει αυτών, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο ίδιος μεν, αναζητούσε άλλη ανάλογη εργασία σε άλλο εργοδότη και επείγετο να κλείσει τις εκκρεμότητές του με την εναγομένη, η οποία εξ άλλου εξακολουθούσε να βαρύνεται με την καταβολή των συμφωνηθεισών μηνιαίων αποδοχών του, η δε συνεχής απουσία του άνω των τριάντα ημερών, από το χώρο εργασίας του, κρίνεται αδικαιολόγητη και η εναγομένη, νομίμως του κοινοποίησε έγγραφο του Διοικητικού της Συμβουλίου, με το οποίο του ανακοινώνει τη λύση της σύμβασης.

Mε βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ότι υπήρξε εν προκειμένω βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως και είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων σε σχέση με το ζήτημα της συνδρομής μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο θεωρεί το δίμηνο ως αναγκαίο χρονικό διάστημα για τον προσδιορισμό των καθηκόντων του αναιρεσείοντος, ενώ δέχεται ότι οι άλλοι διευθυντές τοποθετήθηκαν σε αντίστοιχες θέσεις στην αναιρεσίβλητη με την ολοκλήρωση κατά μήνα Δεκέμβριο του 2004 της διαδικασίας απορρόφησης της ως άνω Τράπεζας και αυτός δεν εντάχθηκε τότε σε καμία Διεύθυνση.

Στη συνέχεια αντιφατικώς δέχεται ότι η ολοκλήρωση της λειτουργικής συγχώνευσης των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, απαιτούσε ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο μηνών, κατά τη διάρκεια του οποίου ήταν επόμενο να υπάρχει μία ασάφεια ως προς τα καθήκοντα και τη Διεύθυνση, στην οποία θα εντασσόταν ο αναιρεσείων, παρότι έχει ήδη δεχθεί ότι ο τελευταίος σε ουδεμία Διεύθυνση τοποθετήθηκε.

Ακόμη, παρότι το Εφετείο δέχεται ότι με σχετική εξώδικη δήλωσή του ο αναιρεσείων ενημέρωσε την αναιρεσίβλητη ότι από 14-2-2005 δεν θα προσφέρει την εργασία του, επειδή θεωρούσε βλαπτική σε βάρος του μεταβολή την μη ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων εργασίας, εν τούτοις στη συνέχεια δέχεται ότι αυτός αδικαιολογήτως απουσίασε άνω των τριάκοντα ημερών από το χώρο της εργασίας του και ότι η συμπεριφορά του αυτή ισοδυναμούσε με οικειοθελή αποχώρησή του, αιτιολογία όμως η οποία, ενόψει των ως άνω λοιπών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ως μη επαρκής.

Επίσης, ενώ το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι η συνεχής απουσία του αναιρεσείοντος άνω των τριάντα ημερών από το χώρο της εργασίας του είναι αδικαιολόγητη, δεν αναφέρει τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητάς του και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή αυτή κατά αντικειμενική κρίση και ανεξάρτητα από την πρόθεσή του για λύση ή μη της συμβάσεώς του, ώστε να θεωρηθεί η συμπεριφορά του αυτή οικειοθελής αποχώρησή του.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Συνεπώς, οι άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 4059/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρείται στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ