Legislator Case Law & Legislation
1696/2010 AI generated

1696/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1696/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1696/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ζητούσαν δε να αναγνωριστεί η ακυρότητα του ανωτέρω .../1996 συμβολαίου καθόσον η με αυτό πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας είναι αυτοδικαίως άκυρη, αφού δι' αυτής συνεστήθη οριζόντια ιδιοκτησία επί της ανωτέρω οικοδομής, χωρίς τη συμμετοχή αυτών ως συγκυρίων κατ' ίσα μέρη, τόσον του υπογείου χώρου του καταστήματος, όσον και του δικαιώματος ανεγέρσεως κτισμάτων (δικαιώματος υψούν) υπέρ του ισογείου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1696 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1696/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. χας Δ. Καλύβα, το γένος ..., 2. Μ. συζ. Α. Ζ. θυγ. Δ.Κ., 3. Ι. Δ.Κ., , 4. Α.Α., 5. Μ.συζ. Α.Α , και 6. Ν. Α.Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Βολιώτη, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα (Ε. χα Δ.Κ.) απεβίωσε στις 24-8-2007 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Μ.Ζ. και Ι.Κ. (ήδη 2η και 3ος αναιρεσείοντες), οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ξ. θυγ. Α.Κ., 2. Ό. θυγ. Α.Κ. και 3. Ι. θυγ. Α.Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 866/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 532/2002 μη οριστική, 603/2005 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-1-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 9-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα στις 24-8-2007 απεβίωσε στη Χαλκίδα η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα Ε. χήρα Δ.Κ., το γένος ... Οι εγγύτεροι συγγενείς αυτής και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, Μ. σύζυγος Α.Ζ. το γένος Δ.Κ. και Ι. Δ.Κ., τέκνα της (δεύτερη και τρίτος αντίστοιχα, των αναιρεσειόντων), όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τις αναιρεσίβλητες, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αναστασίου Βολιώτη, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο της πιο πάνω άμεσης δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 του ΑΚ, του Ν. 3741/1929 και του άρθρου 2 του Ν.Δ. 1024/1971, συνάγεται ότι, εκτός από τις περιπτώσεις συστάσεως οροφοκτησίας, με βάση τη διάταξη του άρθρου 480 Α του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 1562/1985, ή τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του τελευταίου νόμου, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή είτε με σύμβαση μεταξύ αυτών ή με σύμβαση μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος, είτε και με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, κάθε δε δικαιοπραξία με την οποία συνιστάται οριζόντια ιδιοκτησία κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων είναι άκυρη.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο, προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δίκαιου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.14 και 8 ΚπολΔ. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγουσες ισχυρίσθηκαν, ότι είναι συγκύριες, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσοστά, στο δικαίωμα ανεγέρσεως κτισμάτων (υψούν) υπέρ του ισογείου ορόφου οικοδομής (καταστημάτων), κειμένων στ....), όσων ορόφων επιτρέπεται κατά τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, καθώς και του υπογείου αυτών.

Ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, συγκύριοι ενός ισογείου καταστήματος της ως άνω ισόγειας οικοδομής και συγκεκριμένα αυτού, που φέρει τον αριθμό ...επί της οδού ..., κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με το υπ' αρ. .../ 31-07-1996 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαρίσης Αθανασίου Τζίκα, που μεταγράφηκε νομότυπα, μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στους λοιπούς εναγομένους, το ως άνω ισόγειο κατάστημα, μολονότι όλοι οι συμβαλλόμενοι εγνώριζαν ότι το δικαίωμα υψούν και η κυριότητα του υπογείου του εν λόγω καταστήματος, εμβαδόν 68,20 τμ, δεν ανήκει στους τρεις πρώτους εναγομένους, αλλά στους ενάγοντες και κατ' αυτόν τον τρόπο όλοι οι εναγόμενοι διέπραξαν το αδίκημα της απάτης.

Παράλληλα οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, με το υπ' αρ. .../31.7.1996 συμβόλαιο συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, διορθώνοντας μερικώς την υπ' αρ. .../1987 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης Μπαλιεράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομία του δικαιοπαρόχου των Δ.Κ., ως προς το ανωτέρω κατάστημα και το οικόπεδό του, συστήνοντας οριζόντια ιδιοκτησία χωρίς την συμμετοχή και των εναγουσών, αναφέρουν ότι στο επίδικο ισόγειο κατάστημα ανήκει και ο υπόγειος χώρος, που προαναφέρθηκε, καθώς και το ανάλογο δικαίωμα του υψούν υπεράνω του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου.

Ζητούσαν δε να αναγνωριστεί η ακυρότητα του ανωτέρω .../1996 συμβολαίου καθόσον η με αυτό πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας είναι αυτοδικαίως άκυρη, αφού δι' αυτής συνεστήθη οριζόντια ιδιοκτησία επί της ανωτέρω οικοδομής, χωρίς τη συμμετοχή αυτών ως συγκυρίων κατ' ίσα μέρη, τόσον του υπογείου χώρου του καταστήματος, όσον και του δικαιώματος ανεγέρσεως κτισμάτων (δικαιώματος υψούν) υπέρ του ισογείου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής.

Με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία που τη θεμελιώνουν και δίνουν τη δυνατότητα στους εναγομένους να αμυνθούν.

Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε αυτή, κατά το ως άνω αίτημά της, ορισμένη και νόμιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, οι δε περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου), είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι και η επί της απάτης ερειδομένη βάση της αγωγής είναι αόριστη, είναι απορριπτέος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, διότι η αγωγή, κατά τη βάση της αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, με την 532/2002 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση του Εφετείου Λάρισας..

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 573 παρ. 3 του ΚπολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚπολΔ, θεμελιώνεται η προβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικώς, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.

Επομένως, ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτή πραγματικά περιστατικά και 2)εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 20/2005, 32/96, 27/98). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι "περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν είναι άλλο από την απουσία των μαρτυρικών αποδείξεων".

Όμως, οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν στο αναιρετήριο τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο αυτό της ουσίας, ως θεμελιωτικά της ανωτέρω κρίσης του, με τις οποίες (παραδοχές) συντελέσθηκε η προβαλλομένη από αυτούς, παραβίαση εκ πλαγίου των επικαλουμένων από τους ίδιους ουσιαστικών διατάξεων, των ν. 3741/1929 και ν.δ. 1024/1971, ούτε αναφέρουν σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν η αιτίαση που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, προεχόντως, αόριστος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια της παραπάνω διάταξης, τα αποδεικτικά μέσα καθώς και η εκτίμηση των αποδείξεων, που ανήκει στην κυριαρχική και, επομένως, ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η συγγενική σχέση του μάρτυρα με διάδικο μέρος, χωρίς την επίκληση από το αντίδικο περιστατικών που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον της εξαίρεσής του από το δικαστήριο της ουσίας δεν καθιστούν εξαιρετέο τον εν λόγω μάρτυρα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό (ένσταση) των αναιρεσειόντων περί μη λήψεως υπόψη της καταθέσεως του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, το μεν διότι αυτός είχε συμφέρον από την έκβαση της δίκης, το δε διότι όσα κατέθεσε ήταν ψευδή και αντίθετα με την αλήθεια.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά εκτίμηση αποδείξεων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561§1 ΚπολΔ). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, εκτιμώμενος ως αιτίαση από τον αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα, μολονότι αυτός ήταν εξαιρετέος, συνακόλουθα έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται το αναιρετήριο, αν το πρωτόδικο δικαστήριο, στο κατά το αναιρετήριο, πρότειναν οι αναιρεσείοντες την ένσταση εξαιρέσεως του μάρτυρα των αντιδίκων τους πιθανολόγησε και τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 403§4 ΚΠολΔ, ακολούθως δε, το Εφετείο έλαβε υπόψη την επίμαχη, ανεπίτρεπτη τριετή πλέον κατά νόμο, κατάθεση.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αλλά και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι, προς απόκρουση των θεμελιούντων την αγωγή πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά τους, η οποία περιλαμβάνεται στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως αν και έγινε νόμιμη επίκληση αυτής στο Εφετείο, την οποία αν ελάμβανε υπόψη, θα απέρριπτε την αγωγή, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη σχετική ρητή βεβαίωση του Εφετείου, καθώς και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση του μάρτυρα αυτού, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιανουαρίου 2007 αίτηση των Μ.Ζ. θυγ. Δ.Κ. κ.λ.π., για αναίρεση της 603/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε δυο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ