Supreme Court dismisses appeal on acquisitive prescription, ruling good faith and title requirements were met.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding ownership of properties. The appellants argued that the appellees acted in bad faith and abused their right of ownership by failing to object to repairs for decades. However, the court found the appellees were bona fide owners with a valid title and that the appellants' inaction did not constitute bad faith.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1041, 1042, 1044, 1045, 974 of the Civil Code; The exercise of ownership rights is not abusive if the owner acts in good faith and the situation has stabilized without violating public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1696 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1696/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ..., 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννακάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...., και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόδουλο Κυριακίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/1998 μη οριστική, 192/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2004 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-9-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 8-9-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 του Α.Κ. προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος.
Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, νόμιμος τίτλος είναι κάθε γεγονός παραγωγικό κατά νόμο κυριότητας, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα και έχει εξωτερικώς όλους τους όρους του εγκύρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, μεταξύ των οποίων και η καλή πίστη.
Ο δε νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα, η οποία πεποίθηση αποκλείεται να συντρέχει σ` εκείνον που γνωρίζει ή εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου επί του πράγματος, μη εκπροσωπουμένου υπό του μεταβιβάζοντος ουδέ συναινούντος στη μεταβίβαση (ΑΠ 1366/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις (της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας), εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται ,δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση των εναγόμενων-αναιρεσειόντων περί ιδίας αυτών κυριότητας στα επίδικα ακίνητα, αποκτηθείσας με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με τις ακόλουθες σκέψεις: Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στη θέση <...> στον οικισμό ...
του Δήμου .... Πρόκειται περί ενός οικοπέδου εμβαδού 354,08 τ. μ., το οποίο ορίζεται γύρω με ιδιοκτησίες κληρονόμων Κ1, Λ1 και δημοτικούς δρόμους και μιάς συνεχόμενης ισόγειας οικίας εμβαδού 36,54 τ. μ., με συνεχόμενο βοηθητικό χώρο εμβαδού 19,97 τ. μ. με το οικόπεδο που είναι κτισμένη, την αυλή της και όλη την περιοχή της, συνολικού εμβαδού 155,63 τ.
μ., η οποία ορίζεται γύρω με ιδιοκτησίες Λ1, ..., κληρονόμων Κ1 και δημοτικούς δρόμους. Τα ακίνητα αυτά ανήκαν αρχικά στον παππού των διαδίκων Π1, στον οποίο είχαν περιέλθει με το ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ευστρατίου Φραντζή, νόμιμα μεταγεγραμμένο λόγω κτήσεως από την Κοινότητα .... Τα ακίνητα αυτά ο Π1 μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στην κόρη του Ρ1, η οποία ήταν και η μόνη από τα παιδιά του που κατοικούσαν στη ....
Τα άλλα δύο παιδιά του, ο πατέρας των εναγομένων Π2 είχε εγκατασταθεί στην Αμερική από πολύ νεαρή ηλικία και η Κ1, μητέρα των εναγόντων, είχε εγκατασταθεί στην Αμερική πριν το έτος 1990. Στο επίδικο ακίνητο ασκούσε πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου, αρχικά μέχρι το έτος 1949 ο Π1, ο οποίος οικοδόμησε και την μικρή οικία, που υπάρχει στο ένα από αυτά, κατοικούσε δε σ' αυτήν μαζί με τη σύζυγό του χρησιμοποιώντας αυτήν ως εξοχική οικία.
Στο σπίτι αυτό κατοίκησε αυτός μέχρι τον θάνατό του το έτος 1956, και η σύζυγός του μέχρι τον θάνατό της το έτος 1958. Επίσης, καλλιεργούσε με κηπευτικά το οικόπεδο. Τα επίδικα ακίνητα νεμόταν η κόρη του Ρ1, με διάνοια κυρίας από το έτος 1949, που της παραδόθηκε από τον πατέρα της, κατοικώντας σ' αυτό με τον σύζυγό της Ρ2, αλλά και τους γονείς της, μέχρι σχεδόν το έτος 1966 που αποβίωσε.
Ο σύζυγός της ήταν συμβολαιογράφος στη ..., όμως πηγαινοερχόταν στην ..., όπου διέμενε με τη σύζυγό του στο επίδικο. Εξακολούθησε δε αυτός να διαμένει στην οικία αυτή, μέχρι το έτος 1975, που αποβίωσε, κατοικώντας άλλοτε στην ...και άλλοτε στην ..., όπου τον ακολουθούσε και η νέα σύζυγός του, γιατί είχε τελέσει νέο γάμο.
Η Ρ1 στην οποία είχαν μεταβιβασθεί, όπως προεκτέθηκε, τα επίδικα από τον πατέρα της, με την ... δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Ι. Τζανέτου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα 4/1967 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, κατέλιπε τα ακίνητα αυτά στη μητέρα των εναγόντων Κ1. Αποδέχθηκαν δε την κληρονομία αυτή, για λογαριασμό της μητέρας τους οι ενάγοντες, με την ...
πράξη αποδοχής ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερεσού Παύλου Παπάζογλου. Την επικαρπία κατέλιπε στο σύζυγό της Ρ2. Ο τελευταίος προσέβαλε τη διαθήκη αυτή για προσβολή της νόμιμης μοίρας του και εκδόθηκε, ερήμην της μητέρας των εναγόντων Κ1, η 12810/1972 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αναγνώρισε αυτόν νόμιμο μεριδούχο έναντι αυτής επί του 1/4 του επίδικου ακινήτου.
Στη δίκη αυτή παρίστατο ο πατέρας των εναγομένων, ως εναγόμενος. Όμως, όπως προκύπτει από την άνω απόφαση και την 6118/1974 του ίδιου δικαστηρίου, δεν ισχυρίστηκε, εν σχέσει προς τα επίδικα ακίνητα, ότι του ανήκουν. Από το θάνατο της Ρ1 νεμόταν με διάνοια κυρίας τα επίδικα η Κ1 κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, διά του επικαρπωτή Ρ2, από δε το θάνατο εκείνου νεμόταν διά του ορισθέντος ως αντιπροσώπου της, μάρτυρα Μ1.
Ο τελευταίος επισκεπτόταν συχνά τα επίδικα ακίνητα και την οικία, τα επέβλεπε, φρόντιζε για τη διενέργεια εργασιών συντήρησης, επειδή υφίστατο φθορές η οικία, λόγω της μικρής απόστασης από τη θάλασσα, όπως αντικαταστάσεις πόρτας και παραθύρων. Από το έτος 1981-1982 η μητέρα των εναγόντων Κ1 διενήργησε δικαστικό αγώνα σε βάρος ιδιοκτήτριας ομόρου ακινήτου σχετικά με την κατασκευή σκάλας επί του τοίχου της περίφραξης των επιδίκων.
Εκδόθηκαν σχετικά οι 1/1985, 5/1982, 12/1981 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Ερεσού. Η μητέρα των εναγόντων νεμήθηκε το ακίνητο με διάνοια συγκυρίας κατά το άνω ποσοστό 3/4 μέχρι το 1985, που άρχισαν να ασκούν πράξεις νομής οι εναγόμενοι. Από το θάνατο της Κ1 τα παιδιά της (ενάγοντες), άρχισαν να επισκέπτονται κατ' έτος σχεδόν εναλλάξ την ..., ερχόμενα από την Αμερική τα καλοκαίρια.
Ο πατέρας των εναγομένων Π2 έστειλε χρήματα στους γονείς του, για να τους βοηθήσει. Τον Απρίλιο του έτους 1928 είχε δεχτεί να στείλει χρήματα στον πατέρα του, υπό την προϋπόθεση να του μεταβιβάσει τα κτήματά του. Με επιστολή του από 31-5-1923 ο πατέρας του, αναγνωρίζοντας την προς αυτόν υποχρέωση, είχε συμφωνήσει να περιέλθουν σ' αυτόν όσα κινητά και ακίνητα έχουν, και πράγματι ο Π2 έστειλε τα χρήματα.
Από αυτό όμως, συνεχίζει το Εφετείο, δεν συνάγεται ότι το έτος 1928 ο πατέρας του προέβη σε πώληση ακινήτου, το οποίο δεν είχε, αφού αυτός το απέκτησε το έτος 1934 από την Κοινότητα .... Εξάλλου, στην επιστολή αυτή αναγράφεται <ότι κινητά και ακίνητα έχομε τα προορίζουμε για σας> και όχι και όσα τυχόν στο μέλλον θα αποκτούσαν.
Το γεγονός ότι ο πατέρας του Π1 αγόρασε τα επίδικα με χρήματα που του είχε στείλει ο γιός του Π2 δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση, αλλ' αντιθέτως ενισχύει την άποψη ότι τα επίδικα δεν τα προόριζε για τον Π2 σε εκτέλεση τήρησης της υπόσχεσης το 1928, διότι τότε αυτός δεν θα είχε λόγο να προβεί στην επ' ονόματί του αγορά των επιδίκων, ώστε να είχε υποχρέωση να τα παραδώσει στον γιό του, αλλά ή δεν θα ελάμβανε χρήματα για να προβεί στην αγορά αυτή, ή θα γινόταν η αγορά στο όνομα του Π2, αν προορίζοντο γι' αυτόν.
Στη συνέχεια ο πατέρας των εναγομένων Π2 με τα ..., ..., ...συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Καλλονής Ελένης Κονινιού μεταβίβασε στα παιδιά του (εναγομένους) το 1/3 εξ αδιαιρέτου των επίδικων ακινήτων στο καθένα. Στα συμβόλαια αυτά γονικής παροχής αναφέρει πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας των μεταβιβαζομένων ακινήτων και ειδικότερα άτυπη πώληση από τον πατέρα του το 1928 και άσκηση νομής έκτοτε με διάνοια κυρίου.
Το έτος 1928 όμως ο πατέρας του Π1 δεν ήταν κύριος του ακινήτου, ώστε να του το μεταβιβάσει. Ούτε και πράξεις νομής με διάνοια κυρίου ασκούσε ο Π2 στο επίδικο, αλλά οι προαναφερθέντες και κατά το χρόνο που προέβη στην ως άνω μεταβίβαση δεν ήταν κύριος των επίδικων ακινήτων. Ως εκ τούτου οι εναγόμενοι με την γενομένη αυτή μεταβίβαση δεν απέκτησαν τα επικαλούμενα δικαιώματα συγκυριότητας επί των επιδίκων, αφού ο μεταβιβάσας πατέρας τους δεν ήταν συγκύριος αυτών.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, οι εναγόμενοι δεν έχουν καταστεί συγκύριοι των επίδικων ακινήτων, διότι από του χρόνου που άρχισαν αυτοί και ο δικαιοπάροχος πατέρας τους Π2 να ασκούν πράξεις νομής στην επί του δευτέρου επιδίκου κειμένη οικία, ήτοι από το έτος 1985 μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής των αναιρεσίβλητων (21-5-1997) δεν έχει παρέλθει εικοσαετία, ώστε να καταστούν συγκύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Αλλ' ούτε και με τακτική χρησικτησία κατέστησαν οι εναγόμενοι συγκύριοι των επίδικων ακινήτων, διότι από του χρόνου που απέκτησαν αυτοί το νόμιμο τίτλο, με βάση τα ..., ...και ... συμβόλαια γονικής παροχής, μέχρι την έγερση της αγωγής παρήλθε μεν χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, κατά το οποίο οι εναγόμενοι νέμονται τα επίδικα, με διάνοια συγκυρίων, όμως αυτοί στερούνταν της καλής πίστης.
Όταν αυτοί άρχισαν να νέμονται τα επίδικα, δυνάμει των άνω τίτλων μεταβιβάσεως, γνώριζαν, λόγω της στενής συγγενική; σχέσης τους ότι τα επίδικα που τους μεταβίβαζε ο πατέρας τους ανήκουν όχι σ' αυτόν, αλλά στην αδερφή του Κ1 (δικαιοπάροχο των εναγόντων), η οποία ήταν εγκατεστημένη όπως και εκείνος στην Αμερική.
Αυτό το γνώριζαν λόγω της στενής συγγενικής σχέσης τους με την Κ1. Το ότι το γνώριζαν ενισχύεται και από το ότι, ενώ αυτοί και οι γονείς τους μετέβαιναν κάθε καλοκαίρι στη ...και η επίδικη οικία που είναι παραθαλάσσια θα διευκόλυνε την εκεί παραμονή τους για τις θερινές διακοπές τους, αυτοί άρχισαν τις επισκευές στην οικία από το έτος 1985 και εφεξής, δηλαδή μετά τη σύνταξη των συμβολαίων γονικής παροχής.
Επίσης αυτοί γνώριζαν την έλλειψη της κυριότητας στα επίδικα του πατέρα τους και από το γεγονός ότι ο τελευταίος, αφενός κατά τη δίκη επί της αγωγής περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος νόμιμης μοίρας του Ρ2 εναντίον του ιδίου και της Κ1 δεν πρόβαλε δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα ακίνητα και αφετέρου στο δικαστικό αγώνα για την κατασκευή σκάλας από την ιδιοκτήτρια όμορου ακινήτου δεν ενεπλάκη.
Τη γνώση τους δε αυτή την είχαν λόγω της στενής συγγενικής σχέσης τους προς τον πατέρα τους, αλλά και προς την αδελφή αυτού Κ1. Ως εκ τούτου, αφού έλειπε το στοιχείο της καλής πίστης τους, οι εναγόμενοι δεν κατέστησαν συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων ούτε με τακτική χρησικτησία.
Συνεπώς είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η περί ιδίας αυτών κυριότητας ένσταση των εναγομένων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε και τον αντίστοιχο μοναδικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την ανωτέρω ένστασή τους με διαφορετική αιτιολογία. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την κτήση της κυριότητας των επιδίκων από τους αναιρεσειόντες με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικώς ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την κτήση της κυριότητας από τους αναιρεσειόντες με τακτική χρησικτησία, από την προπαρατιθέμενη αιτιολογία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και πλήρη τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν καλή πίστη κατά το χρόνο απόκτησης απ' αυτούς της νομής των επίδικων ακινήτων, αφού γνώριζαν την κυριότητα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων επί των επιδίκων, δηλαδή στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως οι συναφείς πρώτος, δεύτερος και τρίτος, καθόλα τα μέρη αυτών, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ενστάσεως των αναιρεσειόντων περί ιδίας αυτών κυριότητας, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ίδιας ένστασης των αναιρεσειόντων κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην τακτική χρησικτησία, και διότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον προσδιορισμό των ακινήτων, στα οποία ασκούσαν τη νομή οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, και ως προς τη μη αποδοχή του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Π1 είχε μεταβιβάσει κατά το έτος 1928 τη νομή των επιδίκων ακινήτων στο γιο του και δικαιοπάροχο αυτών (αναιρεσειόντων) Π2 είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που προσβάλλουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, είναι απαράδεκτοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη νομίμως προσκομισθείσα από αυτούς με επίκληση από 22-3-1960 επιστολή που απέστειλε η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ρ1 προς τους γονείς αυτών (αναιρεσειόντων), με την οποία δηλώνει ότι τα επίδικα ανήκουν κατά κυριότητα σ' αυτούς.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, μεταξύ των οποίων και η ειδική αναφορά στη μυστική διαθήκη έτους 1965 της ως άνω δικαιοπαρόχου, η οποία διαθήκη είναι μεταγενέστερη της επιστολής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το εν λόγω έγγραφο και το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως, ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.Α.Π. 17/1995).
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του ίδιου του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο.
Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 62/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξέφερε καταφατική κρίση για το δικαίωμα συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού, που παραδεκτά πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες, με τις ακόλουθες επιπλέον αιτιολογίες:
Ο δικαιοπάροχος πατέρας των εναγομένων μετά την κατάρτιση των ..., ...και ...συμβολαίων σύστασης γονικής παροχής προέβη κατά το έτος 1987 στην έκδοση οικοδομικής άδειας για την επισκευή της επίδικης οικίας για λογαριασμό των τέκνων του (εναγομένων), αφού προηγουμένως κατά το έτος 1985 είχε προβεί σε ηλεκτρολογική εγκατάσταση.
Ακολούθως οι εναγόμενοι προέβησαν το έτος 1987 σε κατασκευή ταράτσας και επισκευή των πατωμάτων της κουζίνας, το έτος 1988 στην επισκευή της υπάρχουσας κουζίνας, το έτος 1989 σε σοβάτισμα της κουζίνας, το έτος 1991 σε επέκταση της υδραυλικής εγκατάστασης, το έτος 1995 στην κατασκευή πλάκας επάνω από την εξώπορτα και το έτος 1997 σε αντικατάσταση της εξώπορτας.
Από το έτος 1985 που άρχισαν οι επισκευές στο επίδικο οι εναγόμενοι και οι γονείς τους επισκέπτονταν κάθε καλοκαίρι την ..., ερχόμενοι από τις Η.Π.Α. και χρησιμοποιούσαν ως εξοχική κατοικία τους την επίδικη. Από το έτος 1990, που απεβίωσε η Κ1, τα τέκνα της (ενάγοντες) επισκέπτονταν την ...και το επίδικο ακίνητο, εναλλάξ, σχεδόν κάθε καλοκαίρι και ως εκ τούτου έλαβαν γνώση των γενομένων από τους εναγομένους και το θείο τους επισκευών και δεν αντέδρασαν, παρά μόνο για πρώτη φορά με την έγερση στις 21-5-1997 της ένδικης αγωγής.
Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων, την οποία πρότειναν οι εναγόμενοι, είναι απορριπτέα, διότι ναι μεν οι ενάγοντες, ενώ έλαβαν γνώση των γενόμενων από τους εναγομένους επισκευών δεν αντέδρασαν επί 1 και 1/2 περίπου έτη, δηλαδή αδράνησαν, πλην όμως όπως εκτέθηκε, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματος.
Δεν αποδείχθηκε δε προηγηθείσα από την πλευρά των εναγόντων συμπεριφορά τέτοια που να δημιούργησε τέτοια κατάσταση, ώστε η έγερση της ένδικης αγωγής να θεωρηθεί ως μεταβολή της στάσης τους, η οποία εκ των υστέρων να ανατρέπει ήδη διαμορφωθείσα και παγιωθείσα κατάσταση με δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντα των εναγομένων, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων να αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη.
Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι οι εναγόμενοι, όπως προεκτέθηκε, δεν ήταν καλόπιστοι νομείς, ώστε να υπάρχει πεποίθησή τους ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα των εναγόντων και η άσκησή του με την αγωγή να ανατρέπει σε βάρος τους την κατάσταση που δημιουργήθηκε σε σχέση με το επίδικο. Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., διότι υπό τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να ζητήσουν την αναγνώριση της κυριότητάς τους στα επίδικα ακίνητα δεν υπερβαίνει προφανώς τα από την ανωτέρω διάταξη οριζόμενα όρια, αφού μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας τούτων στις διενεργούμενες υπό των αναιρεσειόντων ως άνω επισκευές στην επίδικη οικία, καθώς και η μακροχρόνια αδράνεια αυτών να ασκήσουν το δικαίωμά τους, δεν αρκούν να καταστήσουν τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, οι δε υλικές ενέργειες των αναιρεσειόντων στην επίδικη οικία και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτών πραγματική κατάσταση δεν διατελούν σε αιτιώδη σχέση με προηγούμενη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και του δικαιοπάροχου τους.
Επομένως ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της ως προς την απόρριψη της ανωτέρω από το άρθρο 281 Α.Κ.ενστάσεώς τους, διότι οι προπαρατιθέμενες αιτιολογίες που διέλαβε στην απόφασή του το Εφετείο είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και στηρίζουν πλήρως την απόρριψη της άνω ενστάσεως αυτών, δηλαδή το διατακτικό της εν λόγω απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2004 αίτηση των 1) ..., 2)..., 3) ... για αναίρεση της 113/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ