Legislator Case Law & Legislation
1696/2008 AI generated

1696/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1696/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1696/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε περίπτωση, η υπογραφή εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου από δικηγόρο που ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Συλλόγου, στην οποία ανήκει και το δικαστήριο που κατέθεσε το δικόγραφο, θεραπεύει την τυχόν ελαττωματικότητα του δικογράφου από το ότι τούτο υπογράφεται από δικηγόρο που δεν είχε δικαίωμα να το υπογράψει.

Keywords

AI generated
construction policy built-up area urban area rezoning of building area urban development land development infrastructure
AI generated
1992/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1136/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
606/2007
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive arguments regarding public domain rights.
1507/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
1527/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1696 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1696/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βάθη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: φερόμενου ως συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης "Πανελλήνιος Αστικός και Παραθεριστικός Οικοδομικός Συν/σμός Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων ΣυνΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού Ψ και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Κωνσταντίνο Ψαρρό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2006 αίτησή του και με τους από 20-11-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 12-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-4-2006 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 20-11-2006 προσθέτων λόγων αυτής της 62/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αρ.11 και 8 (και όχι 14, κατ' ορθή εκτίμησή του), του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια α) της λήψεως υπόψη εγγράφων τα οποία ο αναιρεσίβλητος δεν είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νομίμως και β) της λήψεως υπόψη των ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι δεν είχαν νομίμως προταθεί, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση ούτε τα έγγραφα ούτε οι ισχυρισμοί που έλαβε υπόψη το Εφετείο.

II. Επειδή, με το άρθρο 44 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954) ορίζεται ότι ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, απαγορεύεται όμως σ' αυτόν να δικηγορεί σε δικαστήρια που εδρεύουν εκτός της περιφέρειας του Συλλόγου, πλην των ρητών εξαιρέσεων των άρθρων 56 και 57.

Εξάλλου, με το άρθρο 54 παρ.3 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι ο παρ' Εφετείω δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του Εφετείου στο οποίο διατελεί και ενώπιον του Πρωτοδικείου της έδρας του Εφετείου, όλοι δε οι δικηγόροι παρ' Εφετείω δικαιούνται να παρίστανται ενώπιον οιουδήποτε Πρωτοδικείου της περιφέρειας του Εφετείου, στο οποίο διατελούν, καθώς και ενώπιον οιουδήποτε Εφετείου του Κράτους, συμπράττοντας όμως πάντοτε με δικηγόρο που διατελεί στα δικαστήρια αυτά.

Σε κάθε περίπτωση, η υπογραφή εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου από δικηγόρο που ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Συλλόγου, στην οποία ανήκει και το δικαστήριο που κατέθεσε το δικόγραφο, θεραπεύει την τυχόν ελαττωματικότητα του δικογράφου από το ότι τούτο υπογράφεται από δικηγόρο που δεν είχε δικαίωμα να το υπογράψει.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, απευθυνόμενης προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, προκύπτει ότι την έχει συντάξει και υπογράψει ο δικηγόρος Αθηνών Ελισσαίος Κοφινάς. Ωστόσο αυτή κατετέθη στη γραμματεία του εν λόγω δικαστηρίου από τον δικηγόρο Ναυπλίου Κων/νο Λυμπέρη, ο οποίος και υπέγραψε την σχετική πράξη καταθέσεως, ενέργεια, η οποία σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις θεράπευσε οποιαδήποτε ελαττωματικότητα του δικογράφου, για την οποία σημειωτέον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κάποια βλάβη.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, ως υπογραφόμενη από μη δικηγόρο Ναυπλίου, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης αυτής και απορριπτέος, ως αβάσιμος τυγχάνει ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αναφερόμενες διατάξεις του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικα Δικηγόρων) είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.

III. Επειδή, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι αυτή (απόφαση) έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτόν (λόγο) έγγραφα, τα οποία για πρώτη φορά επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, χωρίς την επίκληση υπ' αυτού κάποιου λόγου ανωτέρας βίας και δίχως το Εφετείο να αιτιολογήσει την λήψη υπόψη αυτών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται, κατ' άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ, να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του προσκομίζοντος αυτά διαδίκου, χωρίς μάλιστα επίκληση λόγου ανωτέρας βίας και αιτιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της λήψεως αυτών υπόψη.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ, η απόφαση της συνέλευσης είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στο καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης.

Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 17 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2145/1993, στην αρμοδιότητα των μονομελών Πρωτοδικείων υπάγονται οι διαφορές που αφορούν την ακύρωση αποφάσεων της γενικής συνέλευσης σωματείων ή συνεταιρισμών. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του π.δ. 93/87 περί οικοδομικών συνεταιρισμών, το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγεται μεταξύ των μελών του οικοδομικού συνεταιρισμού από τη Γενική Συνέλευση, κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 11VI παρ. 1 και 2 του ίδιου π.δ/τος "Απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που λαμβάνεται κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος διατάγματος ή του καταστατικού είναι ακυρώσιμη.

Η ακυρότητα κηρύσσεται με απόφαση του Ειρηνοδικείου και μετά από αγωγή του Διοικητικού ή Εποπτικού Συμβουλίου ή κάθε μέλους του συνεταιρισμού που έχει άμεσο έννομο συμφέρον ή του 1/5 του συνόλου των μελών του συνεταιρισμού ή του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ. Η αγωγή ακύρωσης της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης πρέπει να υποβληθεί μέσα σε 15 ημέρες από τη λήψη της απόφασης".

Από το συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων συνάγονται τα εξής: α) Κάθε απόφαση γενικής συνέλευσης οικοδομικού συνεταιρισμού, που είναι αντίθετη στις διατάξεις του π.δ. 93/1987 ή του καταστατικού του, είναι ακυρώσιμη, β) Η αγωγή ακύρωσης της απόφασης αυτής ασκείται μέσα σε αποσβεστική προθεσμία 15 ημερών από τη λήψη της απόφασης, με εξαίρεση στις περιπτώσεις άσκησης αγωγής από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ ή από μέλος του συνεταιρισμού κατ' απόφασης που το αφορά προσωπικώς, οπότε αρχίζει από την κοινοποίηση σ' αυτούς της απόφασης, γ) Δικαίωμα άσκησης αγωγής αναγνωρίζεται και στον τρίτο που έχει έννομο συμφέρον, για τον οποίο ισχύει η ίδια ως άνω προθεσμία, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, δ) Η προσβολή της άκυρης ή ακυρώσιμης απόφασης της γενικής συνέλευσης του συνεταιρισμού είναι δυνατή μόνο με την άσκηση αγωγής και όχι για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας δικαίου, με ένσταση και δε λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, και ε) Η προσβολή ελαττωματικών αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού είναι δυνατή υπό τους όρους της ΑΚ 101, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με σχετικό λόγο εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης επανέφερε παραδεκτώς τον προταθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμό του ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού δεν είχε την ικανότητα να τον εκπροσωπεί, καθόσον η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης για την εκλογή του ήταν άκυρη λόγω της σύγκλησής της από Διοικητικό Συμβούλιο, του οποίου είχε λήξει η θητεία, άλλως ακυρώσιμη λόγω μη νόμιμης πρόσκλησης των μελών, μη αναγραφής του αριθμού των μελών, μη αναγραφής του αριθμού των ψηφισάντων και ότι το Διοικητικό Συμβούλιο δεν είχε νομίμως συγκροτηθεί σε σώμα λόγω της απουσίας δύο από τα μέλη του και ως εκ τούτου έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί λόγω ελλείψεως ικανότητας δικαστικής παράστασης του αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού.

Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο τον παραπάνω ισχυρισμό που προτάθηκε με λόγο έφεσης, διότι ο αναιρεσείων δεν εξέθεσε ότι συνεπεία ασκηθείσας αγωγής αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της αποφάσεως του διοικητικού του συμβουλίου για διενέργεια αρχαιρεσιών ή της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των μελών του ενάγοντος συνεταιρισμού, με την κρίση της δε αυτή ούτε τις προεκτεθείσες διατάξεις παραβίασε, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή και πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος αυτού, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

V. Επειδή, όπως σαφώς προκύπτει από το άρθρο 1094 ΑΚ, στη διεκδικητική αγωγή ακινήτου εναγόμενος είναι ο νομέας ή κάτοχος (και μη κύριος) του καταληφθέντος ακινήτου, αν δε το επίδικο ακίνητο το κατέχουν πολλοί, η αγωγή νομίμως ασκείται και εναντίον μερικών από αυτούς, δεδομένου ότι η ομοδικία που υπάρχει μεταξύ πολλών εναγομένων στην ίδια διεκδικητική αγωγή δεν είναι αναγκαστική.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν κήρυξε ως απαράδεκτη την κατά του αναιρεσείοντος, φερομένου ως κατόχου του επίδικου ακινήτου, ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου, μολονότι κατά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος υπήρχαν και άλλοι κάτοχοι, δεν έσφαλε, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή ως απαράδεκτη, απορριπτόμενου ως αβασίμου του περί του εναντίου τέταρτου, κατά το τρίτο μέρος αυτού, από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 785, 994 και 1116 ΑΚ, απορριπτομένου επίσης του ίδιου, κατά το πρώτο μέρος αυτού, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης ως αβασίμου, ενώ ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, από τον αρ.11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης περί λήψεως υπόψη μη επιτρεπόμενων αποδεικτικών μέσων προκειμένου να κριθεί παραδεκτή η αγωγή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο από την εν λόγω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της αλήθειας ή μη των πραγματικών περιστατικών της αγωγής και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει περί της νομικής βασιμότητας της αγωγής.

VI. Επειδή ο πέμπτος κύριος λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφαση η από τον αρ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των νομίμως προσκομισθέντων και επικληθέντων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο Εφετείο, προς απόδειξη του περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου ισχυρισμού του, αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (κατάθεσης μάρτυρα περιεχομένης στα 24/2000 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Νέας Επιδαύρου, ενόρκων βεβαιώσεων με αριθ. ....., ....., ....., ....., ....., που ελήφθησαν στα πλαίσια άλλης δίκης και ..... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ναυπλίου, που ελήφθη στα πλαίσια της παρούσας δίκης) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του και "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της εν λόγω απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το πιο πάνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, από τα οποία μάλιστα την ως άνω ..... ένορκη βεβαίωση μνημόνευσε ρητά.

VII. Επειδή, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη κήρυξης ως απαράδεκτης της συζήτησης της ένδικης αγωγής, διότι το δικαστικό ένσημο που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος υπολογίστηκε επί της αξίας του επίδικου σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής που αμφισβήτησε ο αναιρεσείων και όχι επί της υπέρτερης πραγματικής αξίας αυτού (επίδικου) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του ΚΠολΔ, για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, επί τη βάσει της οποίας υπολογίζεται το τέλος δικαστικού ενσήμου, το δικαστήριο κατ' αρχήν βασίζεται στην αποτίμηση του ενάγοντος και, αν αμφισβητηθεί, κρίνεται ελευθέρως από το δικαστήριο κατ' εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

VIII. Επειδή ο έβδομος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο. Ωσαύτως, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφαση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην αιτιολόγηση του σαφούς πορίσματος της προσβαλλόμενης, που έχει εξαχθεί απ' αυτές.

ΙΧ. Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα εξής: "Με τα υπ' αριθ. ..... και ..... αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Επιδαύρου Ιωάννη Παυλόπουλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ο Α επώλησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον ενάγοντα συνεταιρισμό δύο συνεχόμενα εδαφικά τμήματα, από τη συνολική ιδιοκτησία του, τα οποία έχουν συνολική έκταση 11.234 τ.μ.

Ο ενάγων συνεταιρισμός, αφότου απέκτησε τα εν λόγω συνεχόμενα ακίνητα, εγκατεστάθη σ' αυτά και με διάνοια κυρίου, δυνάμει των ως άνω νομίμων τίτλων ενεργούσε ενιαία σ' αυτά, όπως και οι δικαιοπάροχοί του, κάθε πράξη νομής και κατοχής που άρμοζε στη φύση τους. Κατ' αρχήν προέβη στην διάνοιξη των περιφερειακών δρόμων, όπως απεικονίζονται στο ως άνω ρυμοτομικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ..... (βλ.

την από 8-10-2003 έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών ΥΠΕΧΩΔΕ των ετών 1959, 1972, 1974 και 1979 του ....., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, σύμφωνα με την οποία από την αεροφωτογραφία του έτους 1972 και εφεξής διακρίνονται οι εν λόγω δρόμοι). Μη ενδιαφερόμενος για την καλλιέργειά τους, αφού η επιδίωξή του ήταν η οικοπεδοποίησή τους, τα επιτηρούσε και τα προφύλασσε από οποιαδήποτε επέμβαση τρίτου, τοποθέτησε ενδεικτικούς πασσάλους οριοθέτησης και γενικά ενεργούσε έναντι πάντων ως αδιαφιλονίκητος κύριος.

Αποψίλωσε τμήμα του από την υπάρχουσα βλάστηση, ενέργεια για την οποία, όπως θα γίνει παρακάτω λόγος, διαμαρτυρήθηκαν οι αρμόδιες δασικές αρχές. Έχοντας, όπως προεκτέθηκε, ως βασική επιδίωξη την αξιοποίηση της ως άνω κτηματικής έκτασης με τελικό προορισμό την μεταβίβαση οικοπέδων στα μέλη του, κατ' αρχή προέβη σε σύνταξη μελέτης και τοπογραφικού διαγράμματος τον Οκτώβριο του 1967 από το μηχανικό ..... .

Επιπλέον κατά τα έτη 1969-1974 ανέπτυξε συχνή αλληλογραφία με την κοινότητα ..... λόγω της υφιστάμενης απαγόρευσης μεταβίβασης πριν την ένταξη αυτής στο σχέδιο πόλεως. Το κοινοτικό της συμβούλιο, όπως προκύπτει από το ..... πρακτικό του, είχε λάβει την απόφαση να επεκταθεί ο οικισμός κοινότητας ..... προς τη δυτική πλευρά έως το ΒΔ άκρο του κτήματος του συνεταιρισμού.

Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες των ανωτέρω, το Γραφείο Πολεοδομίας της Νομαρχίας ..... με το ..... έγγραφό του και σε απάντηση του ..... εγγράφου του Προέδρου της κοινότητας ....., με το οποίο διαβιβάσθηκε η από 17.1.1974 αίτηση του ενάγοντος, γνωστοποίησε στους ενδιαφερομένους ότι η επέκταση των ορίων της κοινότητας δεν ήταν δυνατή και εφόσον ζητούσαν έγκριση νέου σχεδίου όφειλαν να υποβάλουν τα μνημονευόμενα δικαιολογητικά στις αναφερόμενες σε αυτό εγκυκλίους.

Με την από 15-5-1978 αίτησή του προς τη Γενική Διεύθυνση Δασών του Υπουργείου Γεωργίας ζήτησε να ενημερωθεί για το χαρακτήρα της έκτασης. Το Δασαρχείο Ναυπλίου διενήργησε αυτοψία και διαπίστωσε ότι στην έκταση έχουν γίνει έργα, ένεκα των οποίων έχει αλλοιωθεί ο μορφολογικός χαρακτήρας του εδάφους και ζήτησε από τον Συνεταιρισμό να δοθούν εξηγήσεις ενόψει και του ότι η ιδιοκτησία του συνόρευε με δασική έκταση.

Ωστόσο το Δασαρχείο Ναυπλίου πραγματοποίησε έρευνα και η Διεύθυνση Δασών Ναυπλίου με το από 12-7-1979 έγγραφό της, το οποίο συνοδεύεται από διάγραμμα της έκτασης, που υπέδειξε ο Συνεταιρισμός και συνοδεύει την από 25.6.1979 αναφορά του ενεργήσαντος την αυτοψία τεχνολόγου δασοπονίας ....., ενημέρωσε τον Συνεταιρισμό ότι η με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΑ έκταση που αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό δεν είναι δασική αλλά αγροτική και δεν υπόκειται στις περιοριστικές διατάξεις του νδ 86/1969 σε ότι αφορά την οικιστική της αξιοποίηση.

Το έτος 1978 ο ενάγων συνεταιρισμός υπέβαλε αίτηση στον ΕΟΤ, ο οποίος με το 16-6-1978 έγγραφό του τον ενημέρωσε ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο πρόγραμμα τουριστικής ανάπτυξης στην περιοχή και δεν υπάρχει αντίρρηση για την ανάπτυξή της. Επίσης ο συνεταιρισμός απευθύνθη στην Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, για την παροχή διευκρινίσεων αναφορικά με ενδεχόμενη αρχαιολογική δέσμευση.

Το Τμήμα Αρχαιολογικών Χώρων και Φυσικών Τοπίων ενέκρινε την επέκταση του οικισμού σε έκταση ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού με τους αναφερόμενους στο από 19-1-1979 έγγραφό του περιορισμούς σχετικά με την εξωτερική εμφάνιση των οικοδομημάτων και την παρουσία εκπροσώπου της Εφορείας κατά τη διάνοιξη των θεμελίων.

Την 22-4-1985 ο ενάγων συνεταιρισμός κατέθεσε στο ΥΧΟΠ φάκελο, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ....., με όλα τα αιτούμενα στοιχεία (τοπογραφικό διάγραμμα της έκτασης με τη γενόμενη κλήρωση διανομής των οικοπέδων στους δικαιούχους και φωτοαντίγραφα με τα έγγραφα των ως άνω αναφερόμενων υπηρεσιών) για την προώθηση της πολεοδομικής μελέτης στην περιοχή.

Παρά τις μεταρρυθμίσεις του νομοθετικού καθεστώτος για τη δυνατότητα πολεοδόμησης και την εκδήλωση βούλησης του ΥΠΕΧΩΔΕ για προώθηση των πολεοδομικών μελετών για τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς με βάση το ν. 1337/1987 και το ΠΔ 17/1984, η υλοποίηση των στόχων του ενάγοντος δεν έχει εισέτι επιτευχθεί. Την 17-10-1994 κατόπιν εγγράφου του ως άνω αρμοδίου Υπουργείου με θέμα την καταγραφή των προβλημάτων των οικοδομικών συνεταιρισμών, ο ενάγων συνεταιρισμός υπέβαλε τον με αριθμό πρωτοκόλλου .....

ως άνω ήδη υποβληθέντα φάκελο εκ νέου. Από του έτους 1984 ο ενάγων ανέθεσε στον Β, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του την προσωπική εποπτεία την εν λόγω εκτάσεως, ενώ το έτος 1995 ο ενάγων προσέλαβε τον Γ, κάτοικο της περιοχής και έναντι μηνιαίας αμοιβής του ανέθεσε τα καθήκοντα του επόπτη της κτηματικής του έκτασης, τα οποία και έκτοτε άσκησε.

Επομένως, ο ενάγων, έχοντας αποκτήσει για νόμιμη αιτία την εν λόγω έκταση με νομίμως μεταγραφέν συμβολαιογραφικό έγγραφο εξ αγοράς παρ' αληθούς κυρίου και ασκώντας από τις 15-1-1967 έως και την άνοιξη του έτους 2000, ήτοι για 33 περίπου έτη συνεχώς και αδιακόπως με διάνοια κυρίου και με νόμιμο τίτλο κάθε πράξη νομής και κατοχής που προσιδίαζε στη φύση της, χωρίς να αμφισβητηθούν τα δικαιώματά του, κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτής, όχι μόνο παραγώγως, αλλά και πρωτοτύπως ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Στις 25-3-2000 ο ενάγων συνεταιρισμός αποφάσισε να προβεί με συνεργείο στην εκχέρσωση της θαμνώδους βλάστησης, η οποία είχε αναφύει στην ιδιοκτησία του λόγω της ελλείψεως καλλιέργειας, πλην όμως όταν μετέβη το συνεργείο ο εναγόμενος το εμπόδισε, προβάλλοντας για πρώτη φορά δικαιώματα επ' αυτής. Ακολούθως την 9-4-2000, ημέρα διενέργειας βουλευτικών εκλογών, επωφελούμενος της απουσίας των προστηθέντων προς φύλαξη από τον ενάγοντα προσώπων, με την βοήθεια εργατών, ενεργώντας αυθαίρετα και παράνομα περιέφραξε δύο τμήματα της ως άνω συνολικής ιδιοκτησίας του ενάγοντος και έκτοτε τα κατέχει αρνούμενος να τα αποδώσει στον ενάγοντα, παρά τις οχλήσεις του τελευταίου, ισχυριζόμενος ότι ανήκουν στην κυριότητα του.

Το πρώτο από τα καταληφθέντα τμήματα (νότιο), έχει έκταση 4.842 τ.μ., και το δεύτερο (βόρειο) έχει έκταση 5.730 τ.μ. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι κατέστη κύριος της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησίας αποδείχθηκε ουσιαστικά αβάσιμος. Από την σωρεία των ως άνω ενεργειών (υλικών πράξεων) σε αρμόδιες αρχές (όπως πχ την μετά από αίτηση του ενάγοντος αυτοψία των δασικών υπαλλήλων), καταδεικνύεται ότι αδιαφιλονίκητος νομέας και κάτοχος της εν λόγω αγορασθείσης εκτάσεως, από της κτήσεώς της (15-1-1967) και εφεξής μέχρι τον Απρίλιο του 2000 ήταν ο ενάγων, ο οποίος με καλή πίστη και διάνοια κυρίου ενεργούσε επ' αυτής κάθε πράξη που προσιδίαζε στη φύση της, χωρίς κατά το χρονικό αυτό διάστημα να ενοχληθεί από οποιονδήποτε τρίτο και ιδίως από τον εναγόμενο.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου που κάνουν λόγο για κάποιες μεμονωμένες υλικές πράξεις από τον εναγόμενο ή από τρίτους με την έγκρισή του, προφανώς αναφέρονται σε όμορη μη διαφιλονικούμενη ιδιοκτησία του, ενώ οι περί καλλιέργειας του επιδίκου περικοπές τους απεδείχθησαν αναληθείς (βλ. την από 8-10-2003 έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών ΥΠΕΧΩΔΕ των ετών 1959, 1972, 1974 και 1979 του ....., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, σύμφωνα με την οποία επί μακρόν χρονικό διάστημα το επίδικο δεν έχει καλλιεργηθεί)".

Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη διεκδικητική αγωγή, αναγνωρίστηκε ο αναιρεσίβλητος κύριος αμφοτέρων των ως άνω καταληφθέντων εδαφικών τμημάτων και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να τα αποδώσει σ' αυτόν.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, γι' αυτό και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.4.2006 αίτηση για αναίρεση της 62/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και τους από 20.11.2006 πρόσθετους λόγους.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ