Legislator Case Law & Legislation
1696/2007 AI generated

1696/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1696/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1696/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως και μετά την εκπόνηση των μελετών αυτών πραγματοποιήθηκε η αγορά και η αναιρεσίβλητη απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα δύο αυτοτελών αγροτεμαχίων και τη συγκυριότητα κατά 50% άλλων έξι, η μητέρα της τη συγκυριότητα τεσσάρων αυτοτελών αγροτεμαχίων κατά 50% και ο αρχιτέκτονας μηχανικός την αποκλειστική κυριότητα σε ένα από αυτά και τη συγκυριότητα σε έξι κατά 50%.

Keywords

AI generated
architect agreement non-implementation of the offending agreements pledge agreement offer to contract contractor's lien homework contract
AI generated
139/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ροδολίβους, το οποίο με την 115/2008 απόφασή του παρέπεμψε αυτήν προς συνεκδίκαση με την από 29-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
1495/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
1347/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 4/12/1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9355/1998 και 751/1999 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3068/2001 και 3069/2001 μη οριστικές και η 5857/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/5/2018 αίτησή του.
1146/2012
Η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (ΑΚ 681) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΚ 694) ή, αν αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμον ελάχιστης, να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από το π.δ. 696/1974, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και ισχύει (ΑΠ 579/2009, ΑΠ 743/2000).
1886/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέας Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-1990 και 23-7-1990 αγωγές των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1242/1991 μη οριστική, 945/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-12-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος, ανέγνωσε την από 14-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1696 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1696/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..........................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Καπούδα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: .............................., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παναγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9649/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, διάβασε την από 22-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη τεχνικού έργου φέρει το χαρακτήρα της μισθώσεως έργου. Έτσι, στη σύμβαση αυτή έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτή του άρθρου 700 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, οφείλει όμως τότε τη συμφωνημένη αμοιβή από την οποία αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε και οποιαδήποτε άλλη ωφέλεια.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν, από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η άσκηση του δικαιώματος από το δικαιούχο έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 34/2005). Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια. Για τον έλεγχο, όμως, αυτό δεν έχει σημασία αν το δικαστήριο, που κατέληξε σε θετικό, ως προς την ύπαρξη καταχρηστικότητας, αποδεικτικό πόρισμα διέλαβε σ' αυτό πανηγυρικά τη φρασεολογία και τη διατύπωση του νόμου (ΑΠ 362/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Το έτος 1992 η πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητη, προτιθέμενη να αγοράσει από κοινού με τη μητέρα της μία εδαφική έκταση 57.905 τ.μ στην περιοχή .................... της νήσου .............., ανέθεσε στον αρχιτέκτονα μηχανικό .................., με αντάλλαγμα τη συμμετοχή του στην αγορά αυτή, την εκπόνηση μελετών διαιρέσεως της εν λόγω εκτάσεως σε οικοδομήσιμα αγροτεμάχια άνω των 4.000 τμ, δημιουργίας δρόμων, πλατειών και λοιπών κοινοχρήστων χώρων, συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας και ανεγέρσεως τεσσάρων πολυτελών οικοδομών σε κάθε αγροτεμάχιο.

Ακολούθως και μετά την εκπόνηση των μελετών αυτών πραγματοποιήθηκε η αγορά και η αναιρεσίβλητη απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα δύο αυτοτελών αγροτεμαχίων και τη συγκυριότητα κατά 50% άλλων έξι, η μητέρα της τη συγκυριότητα τεσσάρων αυτοτελών αγροτεμαχίων κατά 50% και ο αρχιτέκτονας μηχανικός την αποκλειστική κυριότητα σε ένα από αυτά και τη συγκυριότητα σε έξι κατά 50%.

Το έτος 1999 η αναιρεσίβλητη, στερούμενη ιδίων πόρων, ανέθεσε σε συμβούλους επενδύσεων τη σύνταξη οικονομοτεχνικής μελέτης με σκοπό τη διερεύνηση της αγοράς ώστε να εξασφαλίσει χρηματοδοτικούς πόρους για την αξιοποίηση του πιο πάνω ακινήτου με την ανέγερση σ' αυτό οικισμού. Η υλοποίηση δε της μελέτης που συντάχθηκε απαιτούσε κεφάλαια ύψους 2.500.000.000 δραχμών.

Αναζητώντας χρηματοδότη για την επένδυση αυτή, συναντήθηκε με τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα πολιτικό μηχανικό, ο οποίος της υποσχέθηκε να βοηθήσει στη χρηματοδότηση του έργου με δανειοδότηση από Τράπεζες, σε αντάλλαγμα όμως αυτός θα αναλάμβανε τη μελέτη και έκδοση της οικοδομικής αδείας καθώς και την εκτέλεση του έργου της ανεγέρσεως των οικιών στα πιο πάνω αγροτεμάχια.

Έτσι, στις 14 Σεπτεμβρίου 2002 μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση έργου και προσθέτων όρων, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων ανέλαβε τη σύνταξη μελέτης και την έκδοση άδειας οικοδομής για την ανέγερση πολυτελών κατοικιών προς εκμετάλλευση, συνολικής επιφάνειας οικοδομημάτων 5.000 τμ μετά των υπογείων, πλέον των παραρτημάτων (πισινών, δεξαμενών κ.λ.π.),αντί εργολαβικής αμοιβής υπολογιζόμενης σε 45 ευρώ ανά τ.μ δομούμενης επιφάνειας, εφόσον θα απαιτείτο η έκδοση μιας οικοδομικής αδείας και 60 ευρώ ανά τ.μ, αν θα απαιτείτο η έκδοση οικοδομικής αδείας για κάθε οικοδομήσιμο οικόπεδο.

Πέραν της αμοιβής αυτής συμφωνήθηκε να καταβληθεί σ' αυτόν για τη σύνταξη της οριστικής μελέτης και της μελέτης εφαρμογής του περιβάλλοντος χώρου 1,8 ευρώ ανά τ.μ ολοκλήρου της εκτάσεως των 54000 τ.μ περίπου, 70.000 ευρώ εφάπαξ για τη σύνταξη τεύχους λεπτομερούς εφαρμογής , 60.000 ευρώ εφάπαξ για τη σύνταξη τεύχους προμέτρησης των ποσοτήτων τιμολογίου και προϋπολογισμού, που θα απαιτηθεί για την παρακολούθηση της εργολαβικής συμβάσεως και τη δανειοδότηση του έργου από την Τράπεζα, 25.000 ευρώ για τη σύνταξη τεχνικής περιγραφής κατασκευής του έργου και 100.000 ευρώ για τη σύνταξη αναλυτικής ηλεκτρομηχανολογικής μελέτης με τεχνική περιγραφή, προμέτρηση και προϋπολογισμό...Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι εντός πέντε ημερών από την υπογραφής της πιο πάνω συμβάσεως θα υπογραφεί σχέδιο εργολαβικής συμβάσεως, ότι το κόστος για τη σύνταξη των μελετών, την έκδοση των οικοδομικών αδειών και την κατασκευή του έργου μέχρι την πρώτη εκταμίευση από το δάνειο της τράπεζας θα το καταβάλει ο αναιρεσείων, οι καταβολές όμως αυτές θα αποδοθούν σ' αυτόν με τις πρώτες εκταμιεύσεις του δανείου που θα εξασφαλίσει η αναιρεσίβλητη.

Για την εξασφάλιση δε των δαπανών του αναιρεσείοντος η αναιρεσίβλητη θα εγγράψει υπέρ αυτού ή του φορέα που τον εκπροσωπεί πρώτη υποθήκη με δαπάνες της σε όλη την επιφάνεια του οικοπέδου και για ποσό που θα καλύπτει τη δαπάνη των μελετών, την έκδοση των αδειών και το κόστος του έργου πλέον 700.000 ευρώ. Ότι ακολούθως με τη Σύμβαση Προσθέτων Όρων συμφωνήθηκε ότι η εκπόνηση των μελετών και η έκδοση των αδειών θα αρχίσει αμέσως μετά την εγγραφή πρώτης υποθήκης υπέρ του αναιρεσείοντος η δε κατασκευή του έργου θα ξεκινήσει μετά την εξασφάλιση της χρηματοδοτήσεως από τραπεζικό ή κατ' άλλο τρόπο δανεισμό.

Η αναιρεσίβλητη όμως, στη συνέχεια, επειδή θεώρησε δυσμενείς τους όρους της πιο πάνω συμβάσεως και ιδιαίτερα αυτόν της εγγραφής υποθήκης επί του ακινήτου ύψους 1.300.000 ευρώ πριν από κάθε ενέργεια του ενάγοντος, απέστειλε σ' αυτόν την από 19-9-2002 εξώδικη πρόσκληση-δήλωσή της που την κοινοποίησε αυθημερόν και με την οποία ζήτησε επαναδιαπραγμάτευση της ανωτέρω συμφωνίας.

Κάλεσε δε αυτόν σε συνάντηση για τις 24 του ιδίου μήνα, με την επισήμανση ότι αν δεν προσέλθει, τούτο θα ερμηνευθεί ως έλλειψη ενδιαφέροντος αυτού για την από κοινού εκμετάλλευση του ακινήτου, πλην όμως ο αναιρεσείων στην από 20-9-2002 εξώδικη απάντησή του αρνήθηκε οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το περιεχόμενο της συμβάσεως.

Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η καταρτισθείσα στις ............... σύμβαση έργου μελέτης και εκδόσεως οικοδομικής αδείας ανεγέρσεως 44 οικιών επί του ανωτέρω ακινήτου, καταγγέλθηκε πρόωρα από την αναιρεσίβλητη αλλά η αξίωση του αναιρεσείοντος για την καταβολή της κατά το άρθρο 700 του ΑΚ αμοιβής που είχε συμφωνηθεί είναι καταχρηστική ως αντίθετη στις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, για τους εξής λόγους:

O ενάγων γνώριζε την οικονομική αδυναμία της εναγομένης όχι μόνο να διαμορφώσει την ως άνω έκταση των 54.000 τμ και να ανεγείρει επ' αυτής 44 πολυτελείς οικίες αλλά και να πληρώσει τις σχετικές μελέτες εκδόσεως οικοδομικών αδειών, για τις οποίες ο ίδιος ζητεί τη συμφωνηθείσα αμοιβή των 652.200 ευρώ. Για την αμοιβή του αυτή καθώς και για επί πλέον ποσό 700.000 ευρώ που αφορούσε κόστος ανεγέρσεως των οικιών που θα εκτελούσε ο ίδιος, συμφωνήθηκε να εγγραφεί επί του ακινήτου υπέρ αυτού Α΄ υποθήκη για την εξασφάλισή του.

Με τη σύμβαση όμως των προσθέτων όρων που υπεγράφη την ίδια ημέρα ως αναπόσπαστο μέρος της συμβάσεως έργου, συμφωνήθηκε ρητά η εκπόνηση των μελετών και η έκδοση των αδειών να αρχίσει αμέσως μετά την εγγραφή της υποθήκης. Η εναγομένη παρά την ιδιότητά της ως δικηγόρου, όταν αντελήφθη ότι η εγγραφή της υποθήκης θα καθιστούσε δυσχερή την εξεύρεση χρηματοδότη-τράπεζας για την υλοποίηση του έργου, στην οποία (εξεύρεση) υποσχέθηκε να βοηθήσει και ο ενάγων, στις 19-9-2002 πρότεινε στον τελευταίο την επαναδιατύπωση της συμβάσεως έργου με την απάλειψη του όρου αυτού, αλλά εκείνος αρνήθηκε.

Σημειώνεται ότι ανεξάρτητα από το ότι συμφωνήθηκε να μη γίνει οποιαδήποτε ενέργεια από τον ενάγοντα μέχρι την εγγραφή της υποθήκης, κατά το χρονικό διάστημα από 14-9-2002 μέχρι 19-9-2002, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση έργου, ουδεμία μελέτη συντάχθηκε και ούτε ο ενάγων μπορούσε να αρχίσει τη σύνταξη μελετών, αρχιτεκτονικών, στατικών, ηλεκτρομηχανολογικών και διαμορφώσεως περιβάλλοντος χώρου, όταν δεν είχε καν συμφωνηθεί με την εναγομένη το σχέδιο των κατοικιών που θα ανεγείρονταν ώστε να γίνουν οι υπόλοιπες μελέτες.

Τέτοια δε συμφωνία περί συγκεκριμένου σχεδίου κατοικίας ο ενάγων δεν επικαλείται και αυτό επιβεβαιώνεται από τον ισχυρισμό του περί καταρτίσεως, προφανώς μετά την καταγγελία, με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή, οκτώ διαφορετικών λύσεων κατοικιών, εργασία που διαρκεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ολίγες ώρες.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τούτο διότι πράγματι, υπό τα γενόμενα κατ' ανέλεγκτη κρίση δεκτά περιστατικά, ήτοι ότι η καταγγελία έγινε πέντε μόλις ημέρες μετά την κατάρτιση της συμβάσεως, ότι το αίτημα της αναιρεσίβλητης να επαναδιατυπωθεί η σύμβαση ως προς την εγγραφή Α΄ υποθήκης για ποσό 1.300.000 ευρώ ήταν λογικό, διότι η εγγραφή αυτή θα δυσχέραινε τη χρηματοδότηση του έργου και ότι ο αναιρεσείων δεν εκτέλεσε καμία εργασία σχετική με τη σύμβαση, πριν από την καταγγελία της, συνακόλουθα δε δεν υποβλήθηκε και σε οποιαδήποτε δαπάνη, η αξίωση του αναιρεσείοντος να του καταβληθεί το ποσό των 652.200 ευρώ ως εργολαβική αμοιβή συνεπεία της καταγγελίας της συμβάσεως, προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν υπερβαίνει προφανώς τα από την παραπάνω διάταξη ορισμένα όρια.

Επομένως, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε την παραπάνω διάταξη με το να δεχθεί ότι "η αξίωση του ενάγοντος να πληρωθεί την αμοιβή του είναι καταχρηστική ως αντίθετη στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών", επειδή δε διαλαμβάνει ότι η αντίθεση αυτή είναι προφανής, αλλά και διότι έγινε εσφαλμένη υπαγωγή των γενομένων δεκτών περιστατικών στον προαναφερόμενο κανόνα δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Παράλληλα το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δε συνιστούν την επικαλούμενη αντίφαση οι παραδοχές, ότι "ουδεμία μελέτη συντάχθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 14-9-2002 μέχρι τις 19-9-2002, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση" και ότι "οι επικαλούμενες μελέτες συντάχθηκεν μετά την καταγγελία", διότι το ένα δεν αποκλείει λογικώς το άλλο.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι εξής λόγοι αναιρέσεως : α) ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση του άρθρου 700 ΑΚ με το να γίνει δεκτό από το Εφετείο ότι η εφαρμογή του προϋποθέτει την έναρξη εκτελέσεως του έργου, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι, όπως προκύπτει από τα παραπάνω περιστατικά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δε συμπεριλαμβάνεται σ' αυτά τέτοια παραδοχή.

Αντίθετα έγινε δεκτό ότι η διάταξη αυτή έχει μεν εφαρμογή αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαίωμα του ενάγοντος που θεμελιώνεται στην εν λόγω διάταξη ασκείται καταχρηστικώς, β) ο δεύτερος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη του τα για τη θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως περιστατικά ότι δεν υπήρχε συμφωνία των διαδίκων για συγκεκριμένο σχέδιο κατοικίας και ότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ως εκπονηθείσα μελέτη έγινε μετά την καταγγελία της συμβάσεως, ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτή είχε προτείνει τα ανωτέρω περιστατικά, γ) ο ένατος, από τον ίδιο αριθμό του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα προς απόκρουση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι είχε συμφωνηθεί η άμεση έναρξη εκτελέσεως του έργου, ήτοι της συντάξεως μελέτης και εκδόσεως οικοδομικών αδειών, ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός, ως αρνητικός της ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη, δεν έχει αυτοτέλεια και κατά συνέπεια δεν αποτελεί πράγμα υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., δ) ο πέμπτος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και ο δέκατος από τους αριθμούς 20 και 11 , πλην αληθώς μόνο από τον 11 του αυτού άρθρου, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση από τον αναιρεσείοντα έγγραφα της μελέτης αυτού για την ανέγερση κατοικιών στη νήσο .....

και της από 20-9-2002 εξώδικης απαντήσεώς του στην από 19-9-2002 εξώδικη επίσης δήλωση-διαμαρτυρία της αναιρεσίβλητης, ως αβάσιμοι διότι, από τη διαβεβαίωση του εν λόγω δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους με επίκληση έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά του δεύτερου από τα οποία, μάλιστα, γίνεται και ειδική μνεία, ε) ο έκτος, επίσης από τον αριθμό 11 του ιδίου άρθρου, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. 1724/2004, 820/2003 και 822/ 2003 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του αναιρεσείοντος, οι οποίες λήφθηκαν μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου, ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 820/2003 ένορκη βεβαίωση, ενώ τις υπόλοιπες δεν επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών του ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου, ζ) ο έβδομος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη, διότι δέχθηκε ότι στόχος της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας ήταν η βοήθεια στην εξεύρεση χρηματοδότη, παρότι από τη μεταξύ τους σύμβαση προέκυπτε ότι αυτή είχε ως περιεχόμενο την ανάθεση συντάξεως μελέτης και εκδόσεως οικοδομικών αδειών, ως απαράδεκτος, αφού ο λόγος αυτός ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και την ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο εκτίθεται στην απόφασή του σαφώς, η) ο ίδιος (έβδομος) λόγος, κατά το σκέλος του με το οποίο υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα παραβίαση εκ πλαγίου της διατάξεως του άρθρου 393 Κ.Πολ.Δ, επίσης ως απαράδεκτος διότι η διάταξη αυτή είναι δικονομικού δικαίου και η παραβίασή της δεν ιδρύει τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, θ) ο αυτός λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των συμβάσεων που κατάρτισαν οι διάδικοι με το να δεχθεί περιστατικά διάφορα εκείνων που προκύπτουν από αυτές, ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας σφάλματος κατά την ανάγνωση δέχτηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό και όχι όταν οι παραδοχές του είναι αντίθετες προς το περιεχόμενο του εγγράφου, και ι) ο τρίτος, κατά το σκέλος του, επίσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι με τις παραδοχές του "...κατά το χρονικό διάστημα από 14-9-2002 μέχρι 19-9-2002 οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση έργου, ουδεμία μελέτη συντάχθηκε και ούτε ο ενάγων μπορούσε να αρχίσει μελέτες, αρχιτεκτονικές, στατικές, ηλεκτρομηχανολογικές, και διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου, όταν δεν είχε συμφωνηθεί με την εναγομένη το σχέδιο των κατοικιών που θα ανεγείροντο, ούτε είχαν υποδειχθεί σ' αυτήν τέτοια σχέδια, ώστε να γίνουν οι υπόλοιπες μελέτες", δέχτηκε διαφορετικά γεγονότα από αυτά που αναφέρονται στις από ..............

έγγραφες συμβάσεις (Ιδιωτική Σύμβαση και Σύμβαση Προσθέτων Όρων), παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενο αυτών, ως απαράδεκτος για τον ίδιο αμέσως πιο πάνω λόγο. Από τη διάταξη του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους και στην περίπτωση που η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, καθώς και από αυτή του άρθρου 189 του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία αποδίδονται μόνο τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης ενώ δεν αποδίδονται, μεταξύ άλλων, και αυτά που έγιναν από υπερβολική πρόνοια του διαδίκου, προκύπτει ότι η κρίση του δικαστηρίου τόσο για το συμψηφισμό ή μη των δικαστικών εξόδων λόγω του δυσερμηνεύτου του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, όσο και για την αναγκαιότητα των εξόδων της δίκης και τη μη ενέργειά τους από υπερβολική πρόνοια, ανήκει κυριαρχικώς στο δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων 179 και 189 Κ.Πολ.Δ. αφενός μεν επιδίκασε ολόκληρη τη δικαστική δαπάνη εις βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ της αναιρεσίβλητης ενώ έπρεπε να τη συμψηφίσει λόγω του δυσερμηνεύτου του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόστηκε, αφετέρου δε επιδίκασε ξεχωριστή δικαστική δαπάνη στον εφεσίβλητο .................., ομόδικο της αναιρεσίβλητης που είχε με αυτήν κοινό συμφέρον, ενώ έπρεπε να επιδικάσει μία δικαστική δαπάνη, διότι τα επί πλέον έξοδα έγιναν από υπερβολική πρόνοια των ομοδίκων, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος για το λόγο που προαναφέρθηκε, επί πλέον δε κατά το μέρος που ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στο ....................., διότι η αναίρεση δεν στρέφεται εναντίον του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2006 αίτηση του ........................ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9649/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ