Supreme Court quashes lower court ruling on wage dispute, holding collective agreements prevail over individual contracts if more favorable to employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned a first-instance judgment dismissing a security guard's wage claim against a public hospital. The lower court incorrectly ruled that the specific collective agreement terms applied, whereas the appellant argued that newer, more favorable collective agreements should prevail. The court held that individual employment contracts must yield to collective agreements providing greater protection to workers, thereby allowing the appeal and remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7(2) of Law 1876/1990; Art. 361 and 648 of the Civil Code: Individual employment contract terms deviating from collective agreements are superior only if they provide greater protection to employees; consequently, if an individual contract refers to collective agreement terms, those terms become part of the contract and prevail over subsequent collective agreements if more favorable to the worker.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1696 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1696/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:..... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ....., νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 378/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/6/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 7/9/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης, κατά την επί του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ θεμελίωσή του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 7 παρ 2 του ν.1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι όροι ατομικού συμβάσεων εργασίας που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 361 και 648 ΑΚ, προκύπτει ότι, εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας, αρχική ή τροποποιητική, γίνεται παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ΣΣΕ, οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για τον μισθωτό, υπερισχύουν των όρων μεταγενέστερης ΣΣΕ που έχουν δυσμενέστερο γι'αυτόν περιεχόμενο.
Περαιτέρω με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς που κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, αντίστοιχα, (ΦΕΚ Β 472/1981 και 731/1981) ρυθμίσθηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ.
του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι φύλακες (παρ.25), ορίσθηκε δε με τον ιδ γενικό όρο της απόφασης αυτής ότι σε κάθε περίπτωση οι από αυτή καθοριζόμενες συνολικές αποδοχές, με εξαίρεση τα επιδόματα που προβλέπονται από διατάξεις νόμου (Ν.201/75, ΝΔ 1064/71 κλπ.), δεν μπορούν να υπολείπονται των εκάστοτε ισχυόντων γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων της ΓΣΕΕ.
Ακολούθως με το άρθρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των άνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων κλπ. ορίσθηκε ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του εν λόγω προσωπικού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου αντίστοιχα της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που αποφασίσθηκε με την 1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την 12245/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, που ανέρχονταν σε 13.580 και 625 δραχμές, αντίστοιχα, και ότι επ'αυτών θα υπολογίζονται τα επιδόματα που προβλέπονται από την ισχύουσα ρύθμιση τα οποία θα χορηγούνται επιπλέον του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου.
Επακολούθησαν οι από 14-2-1984, 19-1-1985, 20-3-1986 ΕΓΣΣΕ, 7/1987 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 11601/1987 Α.Υ.Ε. και η από 26-1-1988 ΕΓΣΣΕ, με τις οποίες τα συνολικά κατώτατα όρια των ημερομισθίων αυξήθηκαν σε δρχ. 1202, 1422 και κατά 4,58%, 4,1% και 9,5% αντίστοιχα, με συνυπολογισμό όμως των ΑΤΑ και διορθωτικών ποσών που χορηγήθηκαν από 1-5-1982 και εφεξής.
Ρητά όμως ορίζεται στα άρθρα 3 των άνω ΕΓΣΣΕ και 4 της διαιτητικής απόφασης ότι "οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1,2 και 3 της 1/1982 διαιτητικής απόφασης, που προσδιορίζουν τον βασικό μισθό, το βασικό ημερομίσθιο και τα διορθωτικά ποσά εξακολουθούν να ισχύουν και ότι τα επιδόματα που προβλέπονται από προηγούμενες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή ομοίας εκτάσεως διαιτητικές αποφάσεις καθώς και από την παρούσα υπολογίζονται επί των βασικών μισθών και ημερομισθίων που προβλέπονται από την παραπάνω διαιτητική απόφαση.
Συνεπώς το βασικό ημερομίσθιο των φυλάκων των άνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων, επί του οποίου πρέπει να υπολογιστούν τα επιδόματα και προσαυξήσεις, ήταν μέχρι την 31-12-1988 το προβλεπόμενο από την 1/1982 διαιτητική απόφαση ημερομίσθιο ασφαλείας των 625 δρχ. στο οποίο παραπέμπει η παρ.28 της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΑ Πειραιώς.
Διαφορετικά όμως ρυθμίστηκε το ζήτημα τούτο με τις επακολουθήσασες ΕΓΣΣΕ, στις οποίες περιελήφθη νέα ειδική ρύθμιση ως προς τα προβλεπόμενα από την 1/1982 διαιτητική απόφαση. Ειδικότερα με το άρθρο 3 της από 21-2-1990 ΕΓΣΣΕ που δημοσιεύθηκε με την 11753/1990 απόφαση του Υπ.Εργασίας, ορίσθηκε ότι: "1. τα ποσά της ΑΤΑ που χορηγήθηκαν μέχρι την 1-9-1987 και αναλογούν α) στους βασικούς μισθούς και ημερομίσθια της 1/82 απόφασης του ΔΔΔΑ Αθηνών και β) στα διορθωτικά ποσά που χορηγήθηκαν από 1-1-82 και 1-1-84 σύμφωνα με την 1082 απόφαση του ΔΔΔΑ Αθηνών και την ΕΓΣΣΕ έτους 1984, ενσωματώνονται στους βασικού μισθούς και ημερομίσθια που προβλέπονται από την παραπάνω διαιτητική απόφαση. 'Ετσι οι βασικοί μισθοί και ημερομίσθια πάνω στα οποία υπολογίζονται τα επιδόματα, διαμορφώνονται ως εξής.
Βασικό ημερομίσθιο δρχ. 1669 βασικός μισθός δρχ. 36.869. 2. Τα επιδόματα που προβλέπονται από προηγούμενες ΕΓΣΣΕ ή ομοίας εκτάσεως ΔΑ, καθώς και από την παρούσα υπολογίζονται επί των βασικών μισθών και ημερομισθίων της προηγούμενης παραγράφου και στη συνέχεια προσαυξάνονται με όλα τα ποσοστά αυξήσεως των συνολικών γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων που έχουν χορηγηθεί από 31-12-87 και εφεξής".
Επιακολούθησε η από 3-4-1991 ΕΓΣΣΕ (πράξη κατάθεσης Υπ.Εργασίας 10/4-4-1991) στο άρθρο 2 παρ.1 της οποίας ορίσθηκε ότι "τα ποσά της ΑΤΑ που χορηγήθηκαν μετά την 1-9-87 και ως την 31-12-1990 και αναλογούν α) στους βασικούς μισθούς και ημερομίσθια εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων ή αντιστοίχων διαιτητικών αποφάσεων, β) στα διορθωτικά ποσά που χορηγήθηκαν από 1-1-82 και 1-1-84 σύμφωνα με την 1/82 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών και την ΕΓΣΣΕ 1984, ενσωματώνονται στους βασικούς μισθούς και ημερομίσθια την 1-1-1991.
τα ίδια τα διορθωτικά ποσά ενσωματώνονται την 1-7-1992, στη δε παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι "ύστερα από την ενσωμάτωση της προηγούμενης παραγράφου, τα επιδόματα που προβλέπονται από εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή ομοίας εκτάσεως διαιτητικές αποφάσεις υπολογίζονται από 1-1-91 επί βασικού ημερομισθίου, δρχ. 3095 και βασικού μισθού 68.663, από 1-7-91 επί δρχ. 3281 και 72814 αντιστοίχως, από 1-1-92 επί δρχ. 3471 και 77,041 αντιστοίχως και από 1-7-92 τα επιδόματα υπολογίζονται επί βασικού ημερομισθίου δρχ. 3839 και βασικού μισθού 85.799 ή επί εκείνων των μισθών και ημερομισθίων που τυχόν θα προκύψουν από την εφαρμογή της παρ.3".
Στη συνέχεια με τις ισχύσασες α) από 9-6-1993 ΕΓΣΣΕ (άρθρο 2), β) από 21-3-1994 ΕΓΣΣΕ (άρθρο 3), γ) από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ (άρθρο 3) και δ) από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ (άρθρο 3), που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ορίσθηκε ότι τα επιδόματα που προβλέπονται από εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή όμοιας έκτασης διαιτητικές αποφάσεις υπολογίζονται επί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων που εκάστη εξ αυτών καθορίζει.
Η ενσωμάτωση στο βασικό μισθό των ως άνω ποσών ΑΤΑ και διορθωτικού επιδόματος και η καθιέρωση νέων βασικών μισθών και ημερομισθίων, στα οποία υπολογίζονται τα επιδόματα, όπως αναφέρεται στις άνω ΕΓΣΣΕ, δεν αναφέρεται αορίστως μόνο στα επιδόματα, αλλά ενόψει και της ρητής αναφοράς στην 1/1982 ως άνω διαιτητική απόφαση και τα ημερομίσθια και μισθούς που προέβλεπε αυτή, ως ασφαλείας, διαμορφώνει νέο βασικό ημερομίσθιο ή ημερομίσθιο ασφαλείας.
Κατά συνέπεια για τον υπολογισμό των αποδοχών των φυλάκων των άνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων, για τους οποίους έχει συμφωνηθεί και έχει καταστεί όρος της ατομικής τους σύμβασης εργασίας, να αμείβονται σύμφωνα με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και την 74/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που παρέχουν σ'αυτούς μεγαλύτερη προστασία, οπότε δεν ισχύει γι'αυτούς η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17853/1989 με την οποία επεκτάθηκαν στο σύνολο τους οι διατάξεις του Ν.1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημοσίας διοίκησης, στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία κλπ της χώρας, λαμβάνεται υπόψη μετά την 31-12-1988, το υπό της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ καθοριζόμενο ημερομίσθιο ασφαλείας, επί του οποίου υπολογίζονται και τα διάφορα επιδόματα και όχι το καθοριζόμενο από την 1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή διευκρινίσθηκε με τις προτάσεις του ότι με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου παρέχει τις υπηρεσίες του στο αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα ως φύλακας ασφαλείας από 24-4-1983, ότι με την με αριθμ. 24/29-6-1993 απόφαση του Δ.Σ.
του αντιδίκου του, που απετέλεσε όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας του ορίσθηκε να αμείβεται με τις αποδοχές που προβλέπονται από τις αποφάσεις 42/1981 του ΔΔΔΔ Πειραιώς και 74/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών και ότι το αναιρεσίβλητο λόγω μη χορηγήσεως του βασικού μισθού των εκάστοτε ΕΓΣΣΕ, κατ΄εφαρμογή της παρ.12 της 74/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών του οφείλει για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του διαστήματος από 1-1-1998 έως 31-12-1998 και για παρασχεθείσα υπερωριακή, νυκτερινή και καθ'ημέρες Κυριακής και αργιών εργασία του διαστήματος από 1-1-1995 έως 30-11-1998, συνολικά 4.864.446 δραχμές, ζήτησε μετά μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να του καταβάλει 1.000.000 δρχ.
και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση τους προς καταβολή του υπολοίπου, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που κατέστη τελεσίδικη, απέρριψε την άνω αγωγή ως νόμω αβάσιμη με την αιτιολογία ότι η παρ.28 της 42/1981 διαιτητικής αποφάσεως στην οποία αναφέρεται η υπό του ενάγοντος επικαλουμένη παρ.12 της 74/1982 διαιτητικής αποφάσεως, παραπέμπει στο εκάστοτε βασικό ημερομίσθιο (ασφαλείας) και όχι στον εκζητούμενο βασικό μισθό των εκάστοτε ΕΓΣΣΕ.
Κρίνοντας έτσι το άνω δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς (άρθρο ιδ), της παρ.12 της 74/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών και τις αναφερθείσες διατάξεις των παραπάνω ΕΓΣΣΕ. Επομένως ο μοναδικός κατά το εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ μέρος του, λόγος αναίρεσης με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική πλημμέλεια είναι βάσιμος.
Κατ΄ακολουθίαν πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδοσε την αναιρούμενη, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 378/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 31 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ