Legislator Case Law & Legislation
1695/2023 AI generated

Appeal dismissed because the appeal against the second-instance judgment is inadmissible due to the appellant's default in the appeal stage.

Case Number 1695/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public legal entity against the final judgment of the Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in applying civil law provisions regarding port fees, but the court found this argument inadmissible. The court ruled that the appellant's failure to appear in the appeal proceedings constituted a default, which legally precludes the examination of the appeal's merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 524(3) and 553(1) of the Code of Civil Procedure; The rejection of an appeal due to the appellant's default is substantive, not formal, meaning the appeal is deemed inadmissible and the second-instance judgment becomes the final binding decision.

Keywords

AI generated
appeal admissibility default judgment second instance substantive default Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 524(3) of the Code of Civil Procedure
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 22(3) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1695 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1695/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Λ. Τ. Ν. Φ.", που εδρεύει στην ... του Δήμου ... … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σανιδά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ... Δήμου ... … και 2) A. X., κατοίκου ... Δήμου ... …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπουγά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση αμφοτέρων των αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

. Κατά μεν το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ` ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτά (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 1274/2019, ΑΠ 1253/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος άσκησής της (ΑΠ 958/2022, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 1382/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, Ε. Κ. και A. X., άσκησαν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Λ. Τ. Ν.. Φ.", την από 8.4.2015 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι με συμβάσεις έργου, που συνάπτονταν μεταξύ αυτών και του εναγόμενου, αναλάμβανε καθένας από αυτούς, ως εργολάβος καθαριότητας, έναντι αμοιβής, την καθαριότητα των χερσαίων ζωνών, για τις οποίες είναι υπεύθυνο το εναγόμενο, μετά την έκδοση από αυτούς και αντίστοιχη παραλαβή από τους εκπροσώπους του εναγόμενου των σχετικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών.

Ότι συγκεκριμένα ο πρώτος εξ αυτών ανέλαβε και εκτέλεσε τα κάτωθι έργα: 1) την καθαριότητα της χερσαίας ζώνης λιμένος ..., πλατείες και μαρίνες ... και το κόψιμο χόρτων, για το χρονικό διάστημα από 01/01/2011 έως 31/10/2011, έναντι συνολικού ποσού 15.375 ευρώ, 2) την καθαριότητα της χερσαίας ζώνης λιμένος ..., παραλίες, πλατείες και μαρίνες ..., για το χρονικό διάστημα από 10/07/2010 έως 31/12/2010, έναντι συνολικού ποσού 6.220 ευρώ, 3) το κόψιμο χόρτων και κλαδέματα στη χερσαία ζώνη λιμένος ..., για το χρονικό διάστημα από 01/05/2010 έως 01/07/2010, έναντι συνολικού ποσού 4.000 ευρώ, 4) το κόψιμο χόρτων και γκαζόν στη μαρίνα ...ς και μέχρι το "..." και το "...", για το χρονικό διάστημα από 01/02/2010 έως 30/09/2010, έναντι συνολικού ποσού 7.892 ευρώ, και 5) την καθαριότητα και τον ευπρεπισμό της ζώνης λιμένος ..., για το χρονικό διάστημα από 01/01/2010 έως 31/05/2010, έναντι συνολικού ποσού 4.000 ευρώ.

Ότι η δεύτερη εξ αυτών ανέλαβε και εκτέλεσε τα κάτωθι έργα: 1) την καθαριότητα της χερσαίας ζώνης λιμένος ..., παραλίες, πλατείες και μαρίνες ..., για το χρονικό διάστημα από 01/06/2010 έως 31/12/2010, έναντι συνολικού ποσού 8.340 ευρώ, και 2) την καθαριότητα της χερσαίας ζώνης λιμένος ..., παραλίες, πλατείες και μαρίνες ..., για το χρονικό διάστηκα από 01/05/2010 έως 31/05/2010, έναντι συνολικού ποσού 12.349 ευρώ.

Ότι αν και ανέλαβαν και εκτέλεσαν όλες τις ανωτέρω εργασίες καθαριότητας και εξέδωσαν τα αναγκαία κατά νόμο για την είσπραξη των αμοιβών τους τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, το εναγόμενο αρνείται να καταβάλει στον μεν πρώτο το συνολικό ποσό των 37.487 ευρώ, στη δε δεύτερη των εναγόντων το συνολικό ποσό των 20.689 ευρώ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους.

Ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις δεν εκτελέστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 του ν.δ. 496/1974, 61, 158 και 159 ΑΚ, και επομένως είναι άκυρες, διότι δεν υφίσταται ο απαιτούμενος έγγραφος συστατικός τύπος. Ότι το εναγόμενο έχει καταστεί πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας τους, διότι εξοικονόμησε τη δαπάνη, την οποία θα κατέβαλε σε τρίτο, ο δε πλουτισμός αυτός σώζεται κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον πρώτο από αυτούς το ποσό των 37.487 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό των 20.689 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 110/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, ερήμην του εναγόμενου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι υφίσταται δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης, έγινε δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη, λόγω του ότι εκ της ερημοδικίας του εναγόμενου θεωρήθηκαν ομολογημένοι οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί των εναγόντων, και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον μεν πρώτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 37.487 ευρώ, στη δε δεύτερη των εναγόντων το συνολικό ποσό των 20.689 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε το εναγόμενο την από 27.8.2018 έφεση, ισχυριζόμενο, επί λέξει, ότι "η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, απαράδεκτη, νομικά αβάσιμη, ουσιαστικά αβάσιμη, αλλά και αναπόδεικτη ύστερα από κακή εκτίμηση των αποδείξεων". Η έφεση αυτή συζητήθηκε την 17.9.2019, ερήμην του εκκαλούντος - εναγόμενου, και απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την με αριθ. 124/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Κατά της απόφασης αυτής (και της ενσωματωμένης σ' αυτήν με αριθμό 110/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας) άσκησε το εναγόμενο την υπό κρίση από 18.5.2021 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία συνομολογεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του επιδόθηκε την 6.4.2021 και κατέστη απρόσβλητη με ανακοπή ερημοδικίας την 5.5.2021, παραιτούμενο σε κάθε περίπτωση του δικαιώματος άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής.

Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την 18.5.2021, οπότε κατατέθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στη Γραμματεία του Εφετείου Λαμίας, είχε παρέλθει άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και σε κάθε περίπτωση υφίσταται έγκυρη παραίτηση του ερημοδικασθέντος -στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας- αναιρεσείοντος από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε η άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη την 5.5.2021, υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση, η οποία ασκήθηκε πριν την πάροδο 30 ημερών.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση, που κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, προτείνεται για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ.

γ` ΚΠολΔ, καθόσον η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη (Ολ.ΑΠ 20/2008, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 319/2018). Περαιτέρω, σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 του Συντάγματος, εκδόθηκε ο νόμος 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ.1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αυτής αξίωση.

Η σύμβαση είναι διοικητική εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με την σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΕΔ 7/2017, ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 28/2011, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 222/2018).

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα προαναφερθέντα γνωρίσματα είναι ιδιωτικές και οι διαφορές που προέρχονται από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, θεωρείται δε ότι παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και παρέχουν υπερέχουσα θέση στο Δημόσιο ή ν.π.δ.δ, οι διατάξεις ή οι ρήτρες εκείνες, που παρέχουν στα ανωτέρω, (Δημόσιο ή ν.π.δ.δ), τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν τα συμφέροντα τους, επιβάλλοντας κυρώσεις για παραβάσεις της σύμβασης ή γενικότερα, επεμβαίνοντας μονομερώς προς διαμόρφωση του συμβατικού δεσμού.

Με βάση τα ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι η διαφορά που απορρέει από προφορική σύμβαση, για τη διάγνωση του χαρακτήρα της οποίας ο δικαστής δεν μπορεί προδήλως να αναζητήσει ρήτρες που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο ούτε να διαγνώσει το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει, είναι ιδιωτικού δίκαιου, ανεξαρτήτως αν συμβαλλόμενο σ' αυτή είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή ν.π.δ.δ ή αν φέρεται να έχει συναφθεί για την εκτέλεση έργου αποβλέποντος στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (ΑΠ 222/2018, ΑΠ 1980/2017).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 7/2017, ΑΕΔ 2/2016, ΑΕΔ 12/2013, ΑΠ 348/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, σαφώς προκύπτει ότι εισάγεται με αυτή διαφορά από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, διότι, δεν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος σωρευτικά για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση διοικητική, και να υπάγεται κατά συνέπεια στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η εισαγόμενη με την ένδικη αγωγή διαφορά, ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εφόσον πρόκειται για διαφορά από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά τα εκτιθέμενα, η υποκείμενη σχέση που τον προκάλεσε δεν είναι σχέση δημοσίου δικαίου, δοθέντος ότι, λόγω της προφορικής μεταξύ των διαδίκων σύναψης των επί μέρους συμβάσεων δεν μπορεί να διαγνωσθεί αν το αναιρεσείον συμβαλλόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση από τους αντισυμβαλλόμενους του αναιρεσίβλητους.

Επομένως οι επίδικες συμβάσεις είναι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην άνω νομική σκέψη, συμβάσεις του ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητικές και, συνεπώς, η υπό κρίση, εξ αυτών, διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας που δέχθηκε ότι η εκδίκαση της ένδικης αγωγής, (με το προεκτεθέν περιεχόμενο), υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από την ως άνω διάταξη, είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.

Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.

Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 921/2007). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την Ολ.ΑΠ 18/2005 (ομοίως και Ολ.ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1401/2008). Στον περιορισμό αυτό υπόκειται και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, η οποία παρόλο που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 806/2021, ΑΠ 843/2013).

Τέλος, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 2738/1999 "Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εμπορικής Ναυτιλίας και μετά από γνώμη του Δημοτικού ή Νομαρχιακού Συμβουλίου, μπορούν να μεταφέρονται σε Δήμους ή Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, αρμοδιότητες υφιστάμενων, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, Λιμενικών Ταμείων.

Η ανωτέρω γνώμη θεωρείται ότι έχει δοθεί, εάν παρέλθει άπρακτο δίμηνο αφότου ζητήθηκε. Με όμοια προεδρικά διατάγματα μπορούν να καταργούνται υφιστάμενα Λιμενικά Ταμεία", ενώ κατά το άρθρο 46 του Ν. 4071/2012 "1. Τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου που συστήθηκαν στους Δήμους με την επωνυμία ... "Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο ..." ...

σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 2738/1999 και, ανεξαρτήτως αν έχουν συγκροτήσει διοικητικό συμβούλιο, δεν λειτούργησαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού συγκροτούν, εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, νέο διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 2. Μέσα στην ίδια προθεσμία, τα όργανα διοίκησης των φορέων που ασκούσαν πριν από τη δημοσίευση του παρόντος τις αρμοδιότητες των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 λιμενικών ταμείων, ολοκληρώνουν την απογραφή των πάσης φύσεως περιουσιακών στοιχείων, απαιτήσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, καθώς και των εκκρεμών δικών και συμβάσεων που είναι σε εξέλιξη και που συνδέονται με τις αρμοδιότητες αυτές ... 3... . 4.

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος, συντάσσεται πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, το οποίο υπογράφεται από τον πρόεδρο του φορέα που ασκούσε πριν από τη δημοσίευση του παρόντος τις αρμοδιότητες των λιμενικών ταμείων της παραγράφου 1 και από τον πρόεδρο του νέου διοικητικού συμβουλίου αυτών.

Η πράξη συγκρότησης του νέου διοικητικού συμβουλίου, η έκθεση απογραφής, καθώς και το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, αποστέλλονται στον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ο οποίος εκδίδει πράξη εντός ενός (1) μηνός, με επιφύλαξη της παραγράφου 7β του παρόντος, με την οποία αφ` ενός μεν διαπιστώνεται η έναρξη λειτουργίας των λιμενικών ταμείων της παραγράφου 1 και αφ` ετέρου εγκρίνεται η έκθεση απογραφής και το ως άνω πρωτόκολλο. 5.

Μέχρι την έκδοση της πράξης της προηγούμενης παραγράφου από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, οι αρμοδιότητες συνεχίζουν να ασκούνται νομίμως από τα όργανα διοίκησης των φορέων που τις ασκούσαν πριν από τη δημοσίευση του παρόντος. 6. Με την έκδοση της ανωτέρω πράξης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, τα λιμενικά ταμεία της παραγράφου 1 υπεισέρχονται αυτοδικαίως, στην κινητή και ακίνητη περιουσία, καθώς και σε πόρους, δικαιώματα και υποχρεώσεις εν γένει των Λιμενικών Ταμείων των οποίων οι αρμοδιότητες μεταφέρθηκαν εν όλω ή εν μέρει.

Οι εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τις αρμοδιότητες που μεταφέρθηκαν συνεχίζονται αυτοδικαίως από το οικείο λιμενικό ταμείο της παραγράφου 1, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα Δημοτικά Λιμενικά Ταμεία που συστήθηκαν στους Δήμους, μεταξύ των οποίων και το Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο ..., σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 2738/1999 και δεν λειτούργησαν μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4071/2012, υποχρεώθηκαν να συγκροτήσουν εντός δύο μηνών νέο διοικητικό συμβούλιο.

Ακόμη, τα όργανα διοίκησης των φορέων που ασκούσαν πριν από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου τις αρμοδιότητες των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 λιμενικών ταμείων υποχρεώθηκαν μέσα στην ίδια προθεσμία να ολοκληρώσουν την απογραφή των πάσης φύσεως περιουσιακών στοιχείων, απαιτήσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής συντάσσεται πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής και όλα τα σχετικά έγγραφα αποστέλλονται στον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ο οποίος εκδίδει πράξη εντός ενός (1) μηνός. Μετά την έκδοση της πράξης αυτής τα λιμενικά ταμεία της παραγράφου 1 υπεισέρχονται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και υποχρεώσεις εν γένει των Λιμενικών Ταμείων των οποίων οι αρμοδιότητες μεταφέρθηκαν εν όλω ή εν μέρει, οι δε εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τις αρμοδιότητες που μεταφέρθηκαν συνεχίζονται αυτοδικαίως από το οικείο λιμενικό ταμείο της παραγράφου 1, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας με το να δεχτεί ότι οι αναιρεσίβλητοι νομιμοποιούνταν παθητικά να στραφούν κατ' αυτού ως υπόχρεου προς απόδοση του πλουτισμού, αν και η διαπιστωτική πράξη του άρθρου 46 του Ν. 4071/2012 περί έναρξης λειτουργίας του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου ...

της οικείας Γενικής Γραμματέως Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας εκδόθηκε την 22.1.2015 με αριθ. πρωτ. …./43727, αφού προηγήθηκαν την 22.12.2014 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής μεταξύ Λιμενικού Ταμείου …. και Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου ... καθώς και έκθεση απογραφής, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 46 του Ν. 4071/2012 και δη τις προβλέψεις της παρ. 6, κατά τις οποίες (υπό τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος) δεν ήταν αυτό υπόχρεο για την καταβολή αμοιβής στους ενάγοντες ούτε κατέστη πλουσιότερο εις βάρος τους, αλλά υπόχρεο για κάθε αξίωσή τους ήταν το ήδη, κατά την άσκηση της αγωγής, συσταθέν και λειτουργήσαν Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο ....

Ο λόγος αυτός, ο οποίος σημειωτέον αφορά μόνο τις τρεις πρώτες από τις επίδικες συμβάσεις που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή κατήρτισε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον για τον λιμένα ..., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος, δεν είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν, ότι δηλαδή την 22.12.2014 συντάχθηκε πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής μεταξύ Λιμενικού Ταμείου …… και Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου ...

καθώς και έκθεση απογραφής και την 22.1.2015 εκδόθηκε η διαπιστωτική πράξη του άρθρου 46 του Ν. 4071/2012 περί έναρξης λειτουργίας του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου ..., αφού το αναιρεσείον δεν παραστάθηκε πρωτοδίκως, ενώ και στην έφεση που άσκησε εν συνεχεία κατά της πρωτόδικης απόφασης δεν περιέλαβε τέτοιο λόγο, πέραν του ότι, κι αν ακόμη τον προέβαλε, το Εφετείο εμποδιζόταν να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του, εφόσον ο εκκαλών με την απουσία του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 194/2023).

Ο εν λόγω δε ισχυρισμός δεν αφορά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τη δημόσια τάξη, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το αναιρεσείον, ούτε υπάγεται σε κάποια άλλη από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε, με συνέπεια απαραδέκτως να προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα, ενόψει του ότι, ναι μεν το αναιρεσείον αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1056/2019, ΑΠ 1616/2018), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Μαϊου 2021 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ N. …..", για αναίρεση της με αριθ. 124/2019 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, η οποία ενσωματώνει την με αριθ. 110/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ