Legislator Case Law & Legislation
1695/2017 AI generated

Appeal discussion dismissed due to lack of notification to the Minister of Finance regarding public interest assets.

Case Number 1695/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal discussion inadmissible because the respondent foundation failed to prove it notified the Minister of Finance, a mandatory requirement for cases involving public interest assets. The respondent argued that the dispute concerned a contractual share of income from a public welfare foundation, yet it did not submit the required notification document to the court. The court ruled that without this specific notification, the discussion cannot proceed, as the law requires the Minister's presence to validate proceedings affecting public patrimony.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94 § 1, 96 §§ 1 and 3, and 104 of the Code of Civil Procedure; Article 226 § 4 of the Code of Civil Procedure; Article 69 § 2 of Law 4182/2013: The discussion of an appeal is inadmissible if the Minister of Finance, who must be notified in cases involving public interest assets, does not appear or if the notification is not proven, thereby preventing the court from verifying the proper acceleration of the proceedings.

Keywords

AI generated
public interest assets Minister of Finance notification inadmissible discussion public patrimony acceleration of proceedings appeal review civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 94 § 1, 96 §§ 1 and 3, and 104 of the Code of Civil Procedure
Article 226 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 69 § 2 of Law 4182/2013

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1695 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1695/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "..." (πρώην "...") που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεραμέα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 896/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6008/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/3/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 § 1, 96 §§ 1 και 3 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα, εάν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο παριστάμενος ομόδικος του απολιπομένου διαδίκου ή ο αντίδικος αυτού, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Απαράδεκτη κηρύσσεται επίσης η συζήτηση όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου (ΑΠ 242/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο, που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι, ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως, με τη μη εναντίωσή του, καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως όταν κατ’ αυτή εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, για τον οποίο δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη σχετικής πληρεξουσιότητας, και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η αναγραφή αυτή για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του, για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 1973/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παρά πόδας της από 20-3-2014 αίτησης αναίρεσης από 23-4-2015 πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου, ορίστηκε αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αυτής η 19-10-2015, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7-3-2016, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Όπως περαιτέρω προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου, το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε στις ανωτέρω δικασίμους από τη δικηγόρο Αθηνών Α. Α., στην οποία είχε χορηγηθεί σχετική πληρεξουσιότητα δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2-7-2012 πράξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. συζ. Σ. Χ..

Κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το αναιρεσείον δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η από την ως άνω δικάσιμο αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη δικάσιμο την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ισχύει ως κλήτευση του ανωτέρω αναιρεσείοντος και επομένως, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του.

Κατά το άρθρο 126 παρ. 1 του Α.Ν. 2039/1939 (ισχύοντος και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 101 του Εισαγωγικού του Νόμου), το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δια του άρθρου 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου του ΚΠολΔ "ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να παρεμβαίνει κατά πάσαν στάσιν της δίκης και άνευ της κοινοποιήσεως δικογράφου παρεμβάσεως, αλλά δια των προτάσεων, εις δίκας αφορώσας διεκδίκησιν, εν όλω ή εν μέρει, της υπέρ του σκοπού ταχθείσης περιουσίας ή την ακύρωσιν των συστατικών πράξεων, ως και εν γένει εις πάσας τας δίκας αίτινες ενδιαφέρουσιν οπωσδήποτε την υπέρ του σκοπού ή υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος άνευ ειδικού σκοπού καταλειπομένην περιουσίαν".

Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "τα εισαγωγικά τοιούτων δικών δικόγραφα, επί ποινή απαραδέκτου αυτών εξεταζομένου και αυτεπαγγέλτως, κοινοποιούνται και εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, εφαρμοζομένων των περί δικών και προθεσμιών υπέρ του Δημοσίου διατάξεων". Σύμφωνα δε με την παρ. 2 αυτού του άρθρου, όπως έχει διαμορφωθεί δυνάμει του άρθρου 11 του Ν.Δ. 2157/1943, "κατά των εκδιδομένων αποφάσεων ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να ασκεί αυτοτελώς ένδικα μέσα και όταν ακόμη δεν παρέστη κατά την συζήτησιν της προσβαλλομένης αποφάσεως".

Κατά την ορθή έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι προβλεπόμενες από αυτές δίκες, στις οποίες καλείται υποχρεωτικά και μπορεί να παρεμβαίνει ο Υπουργός Οικονομικών, είναι εκείνες μόνο που ενδιαφέρουν κατά τρόπο ευθύ και άμεσο την περιουσία που τάχθηκε υπέρ του κοινωφελούς σκοπού και οι οποίες μπορούν, εξαιτίας του αποτελέσματος τους, να ματαιώσουν ή να εμποδίσουν την εκπλήρωση του σκοπού αυτού και όχι και άλλες όπως είναι εκείνες που αφορούν δοσοληψίες του κοινωφελούς ιδρύματος, που έγιναν κατά τη συνηθισμένη δραστηριότητά του στις συναλλαγές (ΑΠ 1593/1991, ΑΠ 1245/1991).

Σημειώνεται εδώ ότι η ανάλογη διάταξη περιέχει και ο Ν. 4182/2013 στο άρθρο 69 παρ. 2 αυτού, με τον οποίο καταργήθηκε ο ΑΝ 2039/1939. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων η έλλειψη της επιβαλλόμενης από αυτές κοινοποίησης προς τον Υπουργό Οικονομικών των αναφερόμενων εισαγωγικών δικογράφων, καλύπτεται εφόσον κατά την επ’ αυτών συζήτηση παρίσταται ο εν λόγω Υπουργός και δεν προβάλλει αντιρρήσεις (ΑΠ 346/2007).

Με την ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η οποία ασκήθηκε από το αναιρεσίβλητο κοινωφελές ίδρυμα, το τελευταίο ισχυρίσθηκε ότι ο διοικητής και διαχειριστής του αναιρεσείοντος, επίσης κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "..., προς εκπλήρωση του σκοπού του τελευταίου, συνιστάμενου, μεταξύ άλλων, στην οικονομική ενίσχυση υφιστάμενων ή μελλόντων να συσταθούν κοινωφελών ή εθνοφελών έργων (όπως το αναιρεσίβλητο), με σύμβαση "διηνεκούς παροχής", που περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, μεταβίβασε προς αυτό (αναιρεσίβλητο) ποσοστό 40% των ετησίων εσόδων του αναιρεσείοντος, προκειμένου να αποκτήσει τούτο οικονομική αυτοδυναμία και να καταστεί δυνατή η ομαλή λειτουργία του και ότι τα καθαρά έσοδα του τελευταίου, κατά το έτος 2008, ανήλθαν στο ποσό των 1.975.131,56 ευρώ, εκ των οποίων το αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα σύμβαση, δικαιούται ποσοστό 40% επ’ αυτών, το οποίο εκείνο (αναιρεσείον) αρνείται να του καταβάλει.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει στο ποσό των 790.052,62 ευρώ που αντιστοιχεί στο προαναφερθέν ποσοστό με το νόμιμο τόκο από τη λήξη του έτους 2008, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η συγκεκριμένη δίκη, ενδιαφέρει οπωσδήποτε την υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειφθείσα περιουσία, αλλά το παριστάμενο αναιρεσίβλητο δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει έκθεση κοινοποίησης προς τον απολιπόμενο Υπουργό των Οικονομικών του εισαγωγικού της δίκης αναιρετηρίου εγγράφου, με την πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινομένης αίτησης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

& νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ