1695/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/10/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 778/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 445/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/2/2013 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1695/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες), β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1695 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1695/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Μ. Π. του Ι., 3) Κ. Ο. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Στέργιο Κίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/10/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 778/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 445/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/2/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 1/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στη διάταξη του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000, ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής:"1. Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου , ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.3.2000, στο Δημόσιο, τους Ο.Γ.Α. α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31.3.2000 :
α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες), β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών.
γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1.1.1995 και εφεξής. δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α) και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α) και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α).
ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται. 2. Στο κατά το εδάφιο α' της προηγούµενης παραγράφου απαιτούµενο χρόνο απασχόλησης προσµετράται, µε την επιφύλαξη των οριζοµένων στα εδάφια β, γ και δ της προηγούµενης παραγράφου, ο χρόνος που διανύθηκε µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου ή µίσθωσης έργου, στο Δηµόσιο, τους ο.Τ.Α.
α και β βαθµίδας, στα Ν.Π.Δ.Δ. και, ειδικώς για το προσωπικό το οποίο συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε φορείς της παρ. 1 δυνάµει ειδικής διατάξεως νόµου, προερχόµενο από νοµικά πρόσωπα που καταργήθηκαν, ο χρόνος που διανύθηκε µε την ίδια σχέση εργασίας, στα καταργηθέντα µε τις ειδικές διατάξεις, νοµικά πρόσωπα.
Αν έχουν συναφθεί µε το ίδιο πρόσωπο συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου και έργου, ο απαιτούµενος χρόνος του εδαφίου α' της προηγούµενης παραγράφου υπολογίζεται αθροιστικά. Στον κατά το εδάφιο α' της προηγούµενης παραγράφου απαιτούµενο χρόνο δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστηµα κατά το οποίο το προσωπικό παρείχε τις υπηρεσίες του στο φορέα απασχόλησης, σε εκτέλεση προσωρινής διαταγής δικαστηρίου ή αποφάσεως που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων ή µη τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως .... 4 Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις περί μισθοδοσίας προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου διατάξεις 5.
Για την, κατά την παράγραφο 1, κατάταξη απαιτούνται.• α) Υποβολή αίτησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. β) Συνδρομή των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία γενικών προσόντων διορισμού, εκτός από το ανώτατο όριο ηλικίας, και με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994 (ΦΕΚ 218Α), γ) Εάν, µε τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κριθεί, µετά την πάροδο της προθεσµίας υποβολής της αιτήσεως που ορίζεται ανωτέρω, ότι εχώρησε άκυρη καταγγελία συµβάσεως ορισµένου χρόνου, εφόσον ο ενδιαφερόµενος θα πληρούσε τις προϋποθέσεις εφαρµογής της παρ. 1 εάν δεν είχε χωρήσει η, κριθείσα ως άκυρη, καταγγελία της συµβάσεως, η προθεσµία που ορίζεται στο εδάφιο α' της παρούσας παραγράφου αρχίζει από την επίδοση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. 6.
Οι κατατασσόµενοι εντάσσονται σε υφιστάµενες θέσεις αντίστοιχης ή παρεµφερούς ειδικότητας και αν δεν υπάρχουν, σε προσωρινές θέσεις αντίστοιχης ειδικότητας, που συνιστώνται µε την απόφαση κατάταξης. 7. Η κατάταξη γίνεται µε απόφαση του αρµόδιου για την πρόσληψη οργάνου, ύστερα από γνώµη του υπηρεσιακού συµβουλίου ως προς τη συνδροµή της προϋπόθεσης που ορίζεται στο εδάφιο ε της παρ. 1 και ως προς την παρεµφερή ειδικότητα της προηγούµενης παραγράφου, εφαρµοζοµένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 10 και των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 11 του Ν. 2266/1994.
Ειδικά, η κατάταξη των υπαγοµένων στις ρυθµίσεις των προηγούµενων παραγράφων που υπηρετούν στους ΟΤΑ α' βαθµίδας διενεργείται µε πράξη του Γενικού Γραµµατέα της οικείας Περιφέρειας µετά από πρόταση του οικείου δηµοτικού ή κοινοτικού συµβουλίου και γνώµη του υπηρεσιακού συµβουλίου του δήµου ή της κοινότητας, ως προς τη συνδροµή της προϋπόθεσης που ορίζεται στο εδάφιο ε' της παρ. 1 και ως προς την παρεµφερή ειδικότητα της προηγούµενης παραγράφου. 8.
Οι κατατασσόµενοι λαµβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους, από την ηµεροµηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συµβάσεων µίσθωσης έργου του εδ. α' της παρ. 1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ...10. Από τις διατάξεις των προηγούµενων παραγράφων εξαιρείται το παρακάτω προσωπικό, µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου ή µε σύµβαση µίσθωσης έργου: .. " γ) Το κάθε κατηγορίας εκπαιδευτικό ή διδακτικό και βοηθητικό διδακτικό προσωπικό αρµοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων και των σχολών των Υπουργείων, των Ο.Τ.Α.
και των Ν.Π.Δ.Δ .. ..". Εξάλλου, από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγµατος, 50 παρ. 4 Π.Δ. 18/1989, 56 παρ. 4 Π.Δ. 341/1978 και 4 παρ. 1 του Ν. 70211977, συνάγεται ότι η Διοίκηση, συµµορφούµενη µε το περιεχόµενο ακυρωτικών αποφάσεων του Συµβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, έχει υποχρέωση, όχι μόνο να θεωρήσει ως ανίσχυρη και ανύπαρκτη νομικά τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά και με θετικές ενέργειές της να προχωρήσει στην αναμόρφωση των νομικών καταστάσεων οι οποίες δημιουργήθηκαν στο μεταξύ, βάσει της παραπάνω πράξεως, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές, διοικητικές πράξεις ή εκδίδοντας νέες με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση στην οποία θα ήταν αν εξαρχής δεν είχε εκδοθεί η διοικητική πράξη που ακυρώθηκε και χωρίς δέσμευση από το χρόνο που διέδραμε (ΣτΕ 3739/1988).
Το ειδικότερο περιεχόμενο και η ένταση της υποχρέωσης αυτής της Διοίκησης προσδιορίζεται από το αντικείμενο της απαγγελθείσας ακύρωσης, δηλαδή από το είδος και τη φύση της ακυρουμένης πράξης, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις πάνω στα ζητήματα που εξέτασε και για τα οποία αποφάνθηκε το δικαστήριο στο αιτιολογικό της απόφασής του, δημιουργουμένου δε δεδικασμένου ως προς αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 5907/1995).
Περαιτέρω, με το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. θεσπίζεται η ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει την αποκατάσταση της θετικής και της αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος.
Τέλος, στο άρθρο 106 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι οι διατάξεις των δύο προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων και των κοινοτήτων ή άλλων ΝΠΔΔ από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους. Ειδικότερα, στην εν λόγω αποζημίωση περιλαμβάνεται, τόσο η αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη η υπάρχουσα πριν από την παράνομη πράξη ή παράλειψη των δημοσίων οργάνων περιουσία του ζημιωθέντος, όσο και η αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη αυτός με τη στέρηση, εξαιτίας της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως, παροχών, τις οποίες με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, θα αποκόμιζε, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη αυτή πράξη ή παράλειψη.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αν το Δημόσιο ή ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ αρνηθεί να κατατάξει σε οργανική θέση εργαζόμενο που πληροί όλες τις προϋποθέσεις του προρρηθέντος άρθρου 17 του Ν. 2839/2000 και η άρνησή του αυτή ακυρωθεί στη συνέχεια με απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου ακολούθως δε η Διοίκηση, σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση διορίσει τον υποψήφιο στην πιο πάνω θέση, ο τελευταίος δικαιούται να ζητήσειαποζηµίωση για την αποκατάσταση της ζηµίας που υπέστη εκ του ότι κατά το χρονικό διάστηµα από την ηµεροµηνία που έπρεπε να είχε διορισθεί µέχρι την ηµεροµηνία κατά την οποία ανέλαβε πράγµατι υπηρεσία δεν εισέπραξε το σύνολο των αποδοχών που θα είχε εισπράξει, αν δεν είχε µεσολαβήσει η παράνοµη πράξη του οργάνου του Δηµοσίου (ΣτΕ 3629-3631/2001, 919/2001, 1631/2000).
Εξάλλου, όταν ζητείται αποζηµίωση για παρανοµία των οργάνων του Δηµοσίου, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, αλλά η επικαλούµενη ως παράνοµη ενέργεια συντελέσθηκε µέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύµβαση έργου, η σχετική διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) είναι γυμναστές, κάτοχοι πτυχίου ΤΕΦΑΑ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το έτος 1996 έως και την 31-3-2003 εργάσθηκαν, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου αρχικά και εργασίας ακολούθως στον Αθλητικό Οργανισμό του Δήμου Καλαμαριάς, που ήταν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και είχε ως σκοπό την οργάνωση, καθοδήγηση και υλοποίηση προγραμμάτων μαζικού αθλητισμού, το οποίο καταργήθηκε ήδη και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού υπεισήλθε έκτοτε ως καθολικός διάδοχος ο Δήμος Καλαμαριάς (πρώτος εναγόμενος), σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 203 του ΠΔ 410/1995 και δυνάμει της υπ' αριθμ. 510/29-11-2005 αποφάσεώς του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 194/13-2-2006 Τεύχος Β').
Ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα συνήψε με το ανωτέρω ν.π.δ.δ. α) την υπ' αριθ. 60/1-8-1996 σύμβαση έργου, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε από 1-8-1996 έως την 31-12-1996 και τα καθήκοντα της ήταν η οργάνωση και εκτέλεση προγραμμάτων μαζικού αθλητισμού στα όρια του Δήμου Καλαμαριάς, η δημιουργία ακαδημιών ομαδικών και ατομικών αθλημάτων και η αναβάθμιση του σχολικού αθλητισμού του Δήμου σε συνεργασία με τους Γυμναστές των σχολικών μονάδων, β) την υπ' αριθ. 168/21-3-1997 σύμβαση έργου, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε από 17-3-1997 έως 31-12-1997 με τα ίδια ως άνω καθήκοντα, γ) την υπ' αριθ. 23/11-6-1998 σύμβαση μίσθωσης έργου, της οποία η διάρκεια ορίσθηκε έως την 31-12-1998 και τα καθήκοντα της ήταν η οργάνωση και εκτέλεση προγραμμάτων Αεροβικής και Ρυθμικής Γυμναστικής στα όρια του Δήμου Καλαμαριάς, δ) την υπ' αριθ. 179/27-7-1999 σύμβαση έργου, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε έως την 31-12-1999 και τα καθήκοντα της ήταν η οργάνωση και η εκτέλεση προγραμμάτων αεροβικής και ρυθμικής γυμναστικής, σε γυναίκες όλων των ηλικιών για την αεροβική και σε κορίτσια έως 12 ετών για τη ρυθμική γυμναστική, ε) την από 3-1-2000 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με διάρκεια από 1-1-2000 έως την 29-2-2000, με την οποία προσελήφθη ως γυμνάστρια ρυθμικής γυμναστικής και συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές της θα είναι οι προβλεπόμενες από το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (ν. 2470/1997), στ) την από 30-6-2000 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τους ίδιους ως άνω όρους και με διάρκεια έως την 29-12-2000, ζ) την από 16-7-2001 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τους ίδιους όρους και με διάρκεια έως την 15-3-2002 και η) την από 1-8-2002 τελευταία σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τους ίδιους όρους και διάρκεια έως την 31-3-2003.
Η δεύτερη ενάγουσα συνήψε με το ανωτέρω ν.π.δ.δ.δ α) την από 1.10.1996 σύμβαση έργου, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε έως την 31.12.1996 και τα καθήκοντα της ήταν η οργάνωση και εκτέλεση προγραμμάτων μαζικού αθλητισμού στα όρια του Δήμου Καλαμαριάς, η δημιουργία ακαδημιών ομαδικών και ατομικών αθλημάτων και η αναβάθμιση του σχολικού αθλητισμού του Δήμου σε συνεργασία με τους Γυμναστές των σχολικών μονάδων, β) την υπ' αριθ. 167/97 σύμβαση έργου, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε από 17-3-1996 έως και 31-12-1997 με τα ίδια καθήκοντα, γ) την υπ' αριθ. 22/11-6-1998 σύμβαση έργου, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε έως και την 31-12-1998 και τα καθήκοντα της ήταν η οργάνωση και εκτέλεση προγραμμάτων Αεροβικής και Ρυθμικής Γυμναστικής στα όρια του Δήμου Καλαμαριάς, δ) την υπ' αριθ. 180/27-7-1999 σύμβαση έργου, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε έως την 31-12-1999 και τα καθήκοντα της ήταν η οργάνωση και εκτέλεση προγραμμάτων αεροβικής και ρυθμικής γυμναστικής σε γυναίκες όλων των ηλικιών και η εκμάθηση δημοτικών χορών σε μαθητές Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου των σχολείων του Δήμου Καλαμαριάς, ε) την από 3-1-2000 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με διάρκεια από 1-1-2000 έως την 29-2-2000, με την οποία προσελήφθη ως γυμνάστρια παραδοσιακών χορών και συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές θα είναι οι προβλεπόμενες από το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (ν. 2470/1997), στ) την από 30-6-2000 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τους ίδιους, ως ανωτέρω, όρους και διάρκεια έως την 29-12-2000, ζ) την από 16-7-2001 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τους ίδιους όρους και διάρκεια έως την 15-3-2002 και η) την από 1-8-2002 τελευταία σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τους ίδιους όρους και διάρκεια έως την 31-3-2003.
Ο τρίτος ενάγων συνήψε με το ανωτέρω ν.π.δ.δ. α) την από 31-5-1996 σύμβαση έργου, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε από 31-5-1996 έως την 31-12-1996 και τα καθήκοντα του ήταν η οργάνωση και εκτέλεση προγραμμάτων μαζικού αθλητισμού στα όρια του Δήμου Καλαμαριάς,, η δημιουργία ακαδημιών ομαδικών και ατομικών αθλημάτων και η αναβάθμιση του σχολικού αθλητισμού του Δήμου σε συνεργασία με τους Γυμναστές των σχολικών μονάδων, β) την υπ' αριθ. 166/97 σύμβαση έργου, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε από 17-3-1997 έως 31-12-1997 με τα ίδια ως άνω καθήκοντα, γ) την υπ' αριθ. 24/11-6-1998 σύμβαση έργου, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε από 11-6-1998 έως 31-12-1998 και τα καθήκοντα του ήταν η οργάνωση και εκτέλεση προγραμμάτων εκμάθησης κολύμβησης για μαθητές και νέους έως 18 ετών, δ) την υπ' αριθ. 181/27-7-1999 σύμβαση έργου, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε έως την 31-12-1999 και τα καθήκοντα του ήταν τα ίδια ως ανωτέρω, ε) την από 3-1-2000 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με διάρκεια από 1-1-2000 έως την 29-2-2000, με την οποία προσελήφθη ως γυμναστής υδατοσφαίρισης και συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές του θα είναι οι προβλεπόμενες από το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (ν. 2470/1997), στ) την από 30-6-2000 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τους ίδιους, ως ανωτέρω όρους και διάρκεια έως την 29-12-2000, ζ) την από 16-7-2001 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τους ίδιους όρους και διάρκεια έως την 15-3-2002 και η) την από 1-8-2002 τελευταία σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τους ίδιους όρους και διάρκεια έως την 31-3-2003.
Κατά τα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούσαν μεταξύ των άνω διαδοχικών συμβάσεων, καθώς και κατά το χρονικό διάστημα από 31-3-2003, που έληξε η τελευταία σύμβαση όλων των εναγόντων και μέχρι την 12 Σεπτεμβρίου 2003, οι τελευταίοι συνέχιζαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εργαζόμενοι άτυπα (με απλή σχέση εργασίας) και υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, χωρίς αμοιβή και ασφάλιση, προκειμένου το ως άνω νομικό πρόσωπο να συνεχίσει να ανανεώνει τις συμβάσεις τους.
Την ημερομηνία αυτή (12-9-2003) ο Πρόεδρος του Οργανισμού τους ανακοίνωσε ότι, θα παύσει οριστικά να αποδέχεται την εργασία τους. Πριν όμως συμβεί το γεγονός αυτό, το έτος 2001 οι ενάγοντες υπέβαλαν τις υπ' αριθμ. 247, 246 και 249/7-11-2000 αιτήσεις τους, με τις οποίας ζήτησαν να καταταγούν σε οργανική θέση του άνω Αθλητικού Οργανισμού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 2839/2000.
Παρά το ότι όμως το Διοικητικό Συμβούλιο του Αθλητικού Οργανισμού Δήμου Καλαμαριάς, με την υπ' αριθμ. 16/11-6-2001 απόφασή του, αποφάσισε ότι, οι ενάγοντες επρόκειτο εφεξής να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Αθλητικού Οργανισμού και το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων Νομού Θεσσαλονίκης, με το υπ' αριθμ. 2/10-7-2001 πρακτικό του, γνωμοδότησε ομόφωνα, ότι αυτοί (ενάγοντες) εξυπηρετούσαν, στα πλαίσια των καθηκόντων τους και επρόκειτο και εφεξής να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας στον τομέα του φορέα που εργάζονταν και πρότεινε στον αρμόδιο, κατά το άρθρο 17 παρ. 7 του ν. 2839/2000, για τη λήψη της σχετικής απόφασης, Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000, να καταταγούν οι ενάγοντες σε προσωρινή οργανική θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα και την ειδικότητα με την οποία προσλήφθηκαν, ο τελευταίος (Γ.Γ.
Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας) με την υπ' αριθμ. 29429/3-10-2001 απόφασή του, απέρριψε τις άνω αιτήσεις των εναγόντων με την αιτιολογία ότι, αποτελούσαν εκπαιδευτικό προσωπικό του Αθλητικού Οργανισμού και γι' αυτό εξαιρούνταν από τη διαδικασία μονιμοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 10 περ. γ του Ν. 2839/2000. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, οι ενάγοντες άσκησαν την από 3 Ιανουαρίου 2002 αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2245/2005 απόφαση, που έγινε αμετάκλητη και η οποία δέχθηκε την αίτηση και ακύρωσε την προαναφερόμενη (αριθμ. 29429/3-10-2001) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την αιτιολογία ότι, η εν λόγω απόφαση δεν ήταν νόμιμη, διότι οι ενάγοντες δε μπορούσαν να θεωρηθούν εκπαιδευτικό ή διδακτικό προσωπικό, για το λόγο ότι ο σκοπός του ως άνω ΝΠΔΔ δε μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως παροχή διδακτικού έργου και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση "για νέα νόμιμη κρίση, προκειμένου να ελεγχθούν οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις ικανοποίησης του αιτήματος των εναγόντων", όπως επί λέξει διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό και διατακτικό της απόφασης αυτής.
Μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2245/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με τη νεότερη υπ' αριθμ. 16064/10-4-2006 απόφασή του, δέχθηκε τις αιτήσεις των εναγόντων και κατέταξε αυτούς σε προσωρινή (προσωποπαγή) θέση του Δήμου Καλαμαριάς με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Η κατάταξή τους στις θέσεις αυτές δεν έγινε με τη νεότερη αυτή απόφαση αναδρομικά, ήτοι από την ημερομηνία έκδοσης της αρχικής ακυρωθείσας απόφασης, αφού το δεύτερο εναγόμενο δεν είχε τέτοια νομική υποχρέωση αναδρομικού διορισμού, καθόσον ο διορισμός των εναγόντων δεν έγινε σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική υπ' αριθμ. 2245/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσίβλητο) με τον σχετικό τρίτο λόγο της έφεσής του, δεδομένου ότι, με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η υπ' αριθμ. 29429/3-10-2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας για πλημμελή αιτιολογία και αναπέμφθηκε η υπόθεση σ' αυτόν για, νέα νόμιμη κρίση, προκειμένου να ελεγχθούν οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις ικανοποίησης του αιτήματος αυτών (εναγόντων), όπως προεκτέθηκε, που σημαίνει ότι, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας είχε την ευχέρεια να εκδώσει και πάλι απορριπτική των αιτήσεων των εναγόντων απόφαση, όχι όμως με την ίδια, αλλά με άλλη ορθή αιτιολογία, εφόσον διαπίστωνε την έλλειψη κάποιας άλλης από τις τασσόμενες με το άρθρο 17 ν. 2839/2000 προϋποθέσεις κατάταξης.
Δηλαδή η υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοικήσεως προς την άνω ακυρωτική απόφαση συνίστατο σε έκδοση νέας ορθά αιτιολογημένης διοικητικής πράξης περί διορισμού ή μη των εναγόντων και όχι στην υποχρέωση να τους διορίσει αναδρομικά, ανεξαρτήτως του ότι τελικά τους διόρισε, εφόσον δεν διαπιστώθηκε με την άνω ακυρωτική απόφαση, έστω και εμμέσως, θετική κρίση περί συνδρομής στο πρόσωπο των εναγόντων των προϋποθέσεων του νόμου για την κατάταξή τους.
Εξάλλου, δεν προβλέπεται από το νόμο υποχρέωση αναδρομικού διορισμού, αφού με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 ορίζεται, ότι "οι κατατασσόμενοι εντάσσονται σε υφιστάμενες θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας και αν δεν υπάρχουν, σε προσωρινές θέσεις αντίστοιχης ειδικότητας, που συνιστώνται με την απόφαση κατάταξης" και με την παρ. 8 του ιδίου ως άνω άρθρου ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους", δηλαδή ρητά ορίζεται ότι, η υποχρέωση κατάταξης σε οργανική θέση γεννάται και υφίσταται από του χρόνου έκδοσης της πράξης κατάταξης και όχι από άλλο προγενέστερο χρονικό σημείο.
Επομένως αποδείχθηκε ότι, δεν έλαβε χώρα παράνομη διοικητική πράξη ή παράλειψη του αρμοδίου οργάνου (Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας) του δεύτερου εναγομένου, ούτε επί πλέον το όργανο αυτό ενεργώντας στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, υπερέβη τα όρια αυτά, ώστε να θεμελιώνεται ευθύνη του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου σε αποζημίωση των εναγόντων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε αντίθετα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά δεν έλαβε χώρα παράνομη διοικητική πράξη ή παράλειψη του αρμοδίου οργάνου (Γεν.
Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας) του δεύτερου εναγομένου, ούτε επί πλέον το όργανο αυτό ενεργώντας στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, υπερέβη τα όρια αυτά, ώστε να θεμελιώνεται ευθύνη του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσίβλητου) σε αποζημίωση των εναγόντων. Και τούτο διότι το Διοικ.
Εφετείο Θεσσαλονίκης με την 2245/2005 απόφαση, ακύρωσε την προαναφερόμενη απόφαση του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την αιτιολογία ότι, η εν λόγω απόφαση δεν είχε νόμιμη αιτιολογία, διότι οι ενάγοντες δε μπορούσαν να θεωρηθούν εκπαιδευτικό ή διδακτικό προσωπικό, για το λόγο ότι ο σκοπός του ως άνω ΝΠΔΔ δε μπορούσε να χαρακτηρισθεί "ως παροχή διδακτικού έργου" και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση, προκειμένου "να ελεγχθούν οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις ικανοποίησης των αιτημάτων των αιτούντων" (εναγόντων), η νέα δε απόφαση του ως άνω Γεν.
Γραμματέα, που δέχθηκε τις αιτήσεις των εναγόντων και τους κατέταξε σε προσωρινή (προσωποπαγή) θέση του Δήμου Καλαμαριάς με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δεν έγινε σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης (2245/2005), καθόσον με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Γεν.
Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας για πλημμελή αιτιολογία και αναπέμφθηκε η υπόθεση σ' αυτόν για νέα νόμιμη κρίση, όπως προαναφέρθηκε, πράγμα που σημαίνει ότι με βάση την απόφαση του Διοικ. Εφετείου δεν υφίστατο υποχρέωση της Διοίκησης για υποχρεωτικό διορισμό των αναιρεσειόντων και μάλιστα αναδρομικά, αφού ο διορισμός αυτός εξηρτάτο από τη συνδρομή και άλλων προϋποθέσεων.
Ως εκ τούτου δεν υφίστατο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ακυρωθείσας πράξεως και της ζημίας την οποία ισχυρίζονται ότι υπέστησαν οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες). Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο επιλήφθηκε αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Εξάλλου, το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, ο ισχυρισμός περί της ύπαρξης ή μη του τελευταίου για να θεμελιώσει το σχετικό λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασής του (Ολ.
ΑΠ 1339/1985). Τέλος, δεδικασμένο δεν παράγουν μόνο οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά και οι αποφάσεις του ΣτΕ και των διοικητικών δικαστηρίων ως προς το διοικητικής φύσεως ζήτημα που έκριναν στα πλαίσια της αρμοδιότητάς τους. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 2245/2005 τελεσίδικη απόφαση του Διοικ.
Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία ακυρώθηκε η 29429/3.10.2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση των αιτημάτων των αιτούντων (αναιρεσειόντων). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε το δεδικασμένο ως προ το λυθέν διοικητικής φύσεως ζήτημα της ακυρώσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση προς περαιτέρω έρευνα, πλην όμως ορθώς έκρινε ότι από την απόφαση αυτή δεν συνάγεται ότι έλαβε χώρα παράνομη διοικητική πράξη ή παράλειψη του αρμοδίου οργάνου του αναιρεσίβλητου, ώστε να τίθεται θέμα αποζημίωσης των αναιρεσειόντων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2013 αίτηση των Χ. Τ., Μ. Π. και Κ. Ο., για αναίρεση της 445/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Αυγούστου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ