Legislator Case Law & Legislation
1695/2012 AI generated

1695/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1695/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2459/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/1/2012 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1695/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εν λόγω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εργασίας και επί της σχέσης αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος.

Keywords

AI generated
lack of standing of association employers' association cooperative federation founding association in old-age insurance vehicle keeper petrol station agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1695 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1695/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δευτεροβάθμιας Επαγγελματικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΦΟΡΤΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΙΕΘΝΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ" (Ο.Φ.Α.Ε.) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καραζάνο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2459/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/1/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 11/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5/1/2012 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 3 και 5 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ. 3026 /1954), η σύμβαση παροχής υπηρεσιών από δικηγόρο για αόριστο χρόνο λύεται με καταγγελία του εντολέα ή του εντολοδόχου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ο δικηγόρος του οποίου καταγγέλλεται η σύμβαση δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό αποζημίωση και σε περίπτωση μη καταβολής αυτής δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη αμοιβή του μέχρι πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38, 44 ίδιου Κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 713 ΑΚ συνάγεται ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια αντιμισθία ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτό και συμπληρωματικά από τους περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμούς και περί εντολής κανόνες του ΑΚ, εφόσον δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσης αυτής.

Η εν λόγω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εργασίας και επί της σχέσης αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος.

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κώδικα των Δικηγόρων, η αποζημίωση την οποία δικαιούται να λάβει ο δικηγόρος που προσφέρει τις υπηρεσίες του με πάγια δικηγορική αμοιβή σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής εκ μέρους του εντολέως, υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σ' αυτόν "σταθερώς υφ' οιανδήποτε μορφή", κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυσή του μήνα.

Ως τακτικές αποδοχές, κατά την έννοια του άρθρου 648 ΑΚ, θεωρούνται ο συμφωνημένος μισθός ( πάγια μηνιαία αντιμισθία ) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 ΑΚ.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, αν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7 /2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861 /1984).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις είναι απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος Αθηνών συνήψε την 20/5/1975 μετά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Ομοσπονδίας Φορτηγών Αυτοκινητιστών Ελλάδος Διεθνών Μεταφορών ( Ο.Φ.Α.Ε.) που εδρεύει στην ..., με βάση την οποία ανέλαβε ως νομικός σύμβουλος επί πάγια αντιμισθία το χειρισμό όλων των δικαστικών και εξώδικων νομικών υποθέσεων της Ομοσπονδίας.

Με βάση την ως άνω συμφωνία παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στην εναγομένη έως την 22/10/2008, οπότε το Διοικητικό Συμβούλιο της τελευταίας, που προέκυψε από τις αρχαιρεσίες της 17/9/2008 συνεδρίασε την 15/10/2008 και αποφάσισε την καταγγελία της σχέσης έμμισθης εντολής του ενάγοντος επικαλούμενο σπουδαίους λόγους.

Το έγγραφο της καταγγελίας στο οποίο αναφέρονται λεπτομερώς οι λόγοι καταγγελίας και προσφερόταν παράλληλα η αποζημίωση καταγγελίας από 29.640 ευρώ, περιήλθε στον ενάγοντα την 23/10/2008. Από εκείνη την ημέρα η καταγγελία επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, ήτοι τη λήξη της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης έμμισθης εντολής.

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι η συνεργασία της εναγομένης με τον ενάγοντα, ως σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, άρχισε το Μάιο του 1975, ότι έγγραφα από τα οποία να προκύπτει η συνεργασία τους από το έτος 1975 δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται ο ενάγων, "... όμως από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Ό.

Κ. δικηγόρου, που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και έχει άμεση σχέση των γεγονότων, δεδομένου ότι εργαζόταν τα έτη 1974, 1975 στο γραφείο του ενάγοντος, προκύπτει η έναρξη της συνεργασίας του με την προρρηθείσα έννομη σχέση με την εναγομένη Ομοσπονδία από το έτος 1975. Ακόμη από την κατάθεσή της προκύπτει ότι το έτος 1991 περίπου ο τότε πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ρ., έλαβε απόφαση καταστροφής όλων των παραστατικών εγγράφων και στοιχείων της Ομοσπονδίας, λόγω ελλείψεως χώρου αποθήκευσής τους.

Μεταξύ των εγγράφων αυτών κατεστράφη, όπως καταθέτει η πιο πάνω μάρτυρας και η σύμβαση του εκκαλούντος. Η κατάθεση της ενισχύεται από τα όσα βεβαιώνει στην 7752/2009 ένορκη βεβαίωση ο εξετασθείς μάρτυρας Α. Ξ., που ασκεί το επάγγελμα του αυτοκινητιστή περίπου 40 χρόνια, ασχολήθηκε, όπως ο ίδιος αναφέρει με το συνδικαλισμό και εξελέγη πρόεδρος του Σωματείου Φορτηγών Διεθνών Μεταφορών, που ήταν μέλος της εφεσίβλητης Ομοσπονδίας ως δευτεροβάθμιας οργάνωσης.

Αυτός, λοιπόν, ως έχων άμεση γνώση των γεγονότων επιβεβαιώνει ότι ο εκκαλών ήταν νομικός σύμβουλος της Ομοσπονδίας από το 1975 και ότι τον γνώρισε υπό την ιδιότητά του αυτή, ως νομικού συμβούλου το καλοκαίρι του 1975, όταν είχε επισκεφθεί τα γραφεία της Ομοσπονδίας για εργασία του σωματείου του, επίσης βεβαιώνει το γεγονός της καταστροφής των παραστατικών εγγράφων έως το έτος 1991 ...".

Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι αφού ο χρόνος ενάρξεως της συνεργασίας του ενάγοντος με την εναγομένη ήταν ο Μάιος του 1975 με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, το ποσόν της αποζημιώσεως που δικαιούται ο ενάγων λόγω καταγγελίας της έμμισθης εντολής είναι 45.600 ευρώ και όχι το ποσό των 29.640 ευρώ που του κατέβαλε η εναγομένη, που θεώρησε ότι η έναρξη της συνεργασίας της με τον ενάγοντα με πάγια αντιμισθία άρχισε την 1/3/1995.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής, για συμπλήρωση της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της έμμισθης εντολής, δέχθηκε κατ' ουσίαν τη βάση αυτή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 15.960 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στη κρινόμενη περίπτωση.

Περαιτέρω από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις είναι οι αιτιολογίες ως προς το χρόνο έναρξης της σχέση έμμισθης εντολής, που αποτελεί ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την αναφορά ότι ναι μεν δεν υπάρχουν έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι το 1975 άρχισε η σχέση της έμμισθης εντολής μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου, πλην όμως ο χρόνος αυτός (το έτος 1975) προκύπτει από την ένορκη κατάθεση της δικηγόρου Ό.

Κ., που έχει άμεση γνώση των γεγονότων, δεδομένου ότι εργαζόταν στον αναιρεσίβλητο κατά τα έτη 1974 και 1975, η κατάθεση δε αυτή, ως προς το χρόνο έναρξης της έμμισθης ως άνω εντολής ενισχύεται από την ένορκη κατάθεση του Α. Ξ., τόσο δε η Ό. Κ. όσο και ο Α. Ξ. επιβεβαιώνουν την καταστροφή των παραστατικών εγγράφων της αναιρεσείουσας έως το έτος 1991.

Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως, και ως προς τα δύο μέρη του, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος. Ο περαιτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι είναι "ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός περί μη πλήρους αποζημιώσεως ... εφόσον ο ενάγων είχε σχέση πάγιας αντιμισθίας με την Ομοσπονδία από το Μάρτιο του 1995 ..." πλήττει την ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335,338 και 346 του Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε και συγκεκριμένα δύο ντοσιέ αποδείξεων πληρωμής του αναιρεσίβλητου, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1993 μέχρι 2008, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ότι από το 1993 μέχρι το Μάρτιο του 1995 εισέπραττε κατ' αποκοπή αμοιβή, για τις υποθέσεις που χειριζόταν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα.

Επειδή, κατά το άρθρο 49 παρ.1 και 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ο δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί απαραβίαστη την απαιτούμενη υπέρ του εντολέως του εχεμύθεια, για όσα αυτός του εμπιστεύθηκε. Για όσα άλλα περιέρχονται σε γνώση του εξ αφορμής της ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματός του, αφήνεται σ' αυτόν να κρίνει, κατά συνείδηση, αν και σε ποιο μέτρο πρέπει καλούμενος να εξετασθεί ως μάρτυρας (παρ. 1).

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να εξετάζεται ως μάρτυρας σε υπόθεση στην οποία αναμίχθηκε ως δικηγόρος, χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικηγορικού Συλλόγου, στον οποίο ανήκει, ή σε κατεπείγουσα περίπτωση του Προέδρου αυτού. Στην απαγόρευση αυτή περιλαμβάνεται και ο δικηγόρος που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή για όλες τις υποθέσεις εκείνου στον οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του (παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές που τέθηκαν προς προστασία των διαδίκων και ενίσχυση των σχέσεων εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχουν μεταξύ αυτών και των δικηγόρων, προκύπτει ότι ακυρότητα δημιουργεί η κατάθεση από δικηγόρο γεγονότων που εμπιστεύθηκε σ' αυτό ο πελάτης του, δηλαδή η ακυρότητα υφίσταται μόνο υπέρ του εντολέα του δικηγόρου που εξετάζεται ως μάρτυρας, αφήνεται δε στο δικηγόρο να κρίνει κατά συνείδηση, αν πρέπει να καταθέσει για γεγονότα που έμαθε κατά την άσκηση του λειτουργήματός του.

Περαιτέρω, η έλλειψη άδειας του δικηγορικού συλλόγου ή του Προέδρου δεν δημιουργεί ακυρότητα της καταθέσεως, αλλά συνεπάγεται πειθαρχικές κυρώσεις κατά του παραβάτη δικηγόρου.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 α' του Κ.Πολ.Δ. μέρος πρώτο, αιτιάται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα τη μαρτυρική κατάθεση της Ό. Κ., η οποία εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η οποία εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο του αναιρεσίβλητου κατά τα έτη 1974 και 1975.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η ανωτέρω δικηγόρος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν ήταν δικηγόρος της αναιρεσείουσας, ώστε η κατάθεση αυτής, για γεγονότα που της εμπιστεύθηκε ο πελάτης της (η αναιρεσείουσα) να δημιουργεί ακυρότητα, αλλά συνεργάτης του αναιρεσίβλητου, της οποίας η κατάθεση ή μη,για γεγονότα που έμαθε κατά την άσκηση του λειτουργήματός της αφήνεται στην κατά συνείδηση κρίση της.

Το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που ασκείται επικουρικά, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται, ότι από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου Ό. Κ., η οποία περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει ο ισχυρισμός ότι κατά το παρελθόν υπήρξε δικηγόρος της Ο.Φ.Α.Ε στα πλαίσια της συνεργασίας της με τον αναιρεσίβλητο του οποίου υπήρξε συνεργάτης, γεγονός που δεν ευσταθεί, είναι απαράδεκτο, καθόσον μ' αυτό πλήττεται η ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Το τρίτο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 α' του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η κατάθεση της Ό. Κ. ως μάρτυρα, χωρίς την άδεια του Δικηγορικού Συλλόγου παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 του Κώδικα των Δικηγόρων και ιδρύει πειθαρχική σε βάρος της ποινή, είναι επίσης απαράδεκτο, καθόσον η κατάθεση δικηγόρου χωρίς την άδεια του Δικηγορικού Συλλόγου, δεν δημιουργεί ακυρότητα της καταθέσεως, αλλά συνεπάγεται πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος του παραβάτη δικηγόρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5/1/2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της 2459 / 2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ