Supreme Court partially allows appeal against lower court property judgment due to insufficient evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a first-instance property ownership judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence regarding inheritance and sales contracts presented during the trial. The court found this omission created a reasonable doubt regarding the lower court's assessment of the evidence and ruled that the appeal was well-founded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure; If a party dies during proceedings, the case is suspended and prior acts are void unless death is notified, otherwise the judgment stands and is appealable. If the appellate court finds the lower court failed to consider relevant evidence presented at trial, the appeal is well-founded and the case is remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1695 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1695/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: Ε συζ. Γ.Β., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Τσιώτα.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1. Ε συζ. Ν.Π., 2. Α. θυγ. Ι.Κ., 3. Ε.Ι.Κ., 4. Μ χας Α.Κ., 5. Α.Α.Κ., 6. Ι.Α.Κ., 4, 5, 6 ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου αποβιώσαντος Α.Κ του Ι., 7. Μ.Α.Γ., 8. Ε.Β.Γ.-.Γ., 7,8 ως κληρονόμων της αρχικής διαδίκου αποβιωσάσης Α χας Θ.Λ., 9. Ε.Φ.Λ., 10. Δ.Φ.Λ., 11. Ε συζ. Σ.Κ. και 12. Ά. θυγ. Φ.Λ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βρεττό.
Των καθών η κλήση: 1. Β.Α.Τ., 2. Σ.Α.Τ., 3. Σ.Π. και 4. Σ.Θ.Β., ως κληρονόμων της αρχικής διαδίκου αποβιωσάσης Αντωνίας χας Θεοδώρου Λ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-1992 αγωγή των 1. Ε.Π., 2. Α.Κ., 3. Ε.Κ. 4. Α.Κ., 5. Μ.Λ. και 6. Α.Λ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/435/ΠΤ81/1996, 55/2000 μη οριστικές, 137/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 329/2005 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 15-10-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο περ.α' λόγο αυτής και να απορριφθεί για τους υπόλοιπους. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των καλούντων-αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ., κατά των καθολικών διαδοχών (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009).
Περαιτέρω η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ. α` ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλονότι o προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πέμπτη αναιρεσίβλητη Α. χήρα Θ.Λ. απεβίωσε στις 29-7-2003, ήτοι μετά την έκδοση της 137/2001 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω και πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (16-2-2005), μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 329/2005 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Η αναιρεσείουσα, κατά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (8-3-2006), γνώριζε το θάνατο της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, της οποίας μοναδικοί κληρονόμοι είναι οι Μ.Α.Γ. και Ε.Β.Γ.-.Γ., έβδομη και όγδοη των καλούντων, αντίστοιχα, καθώς και οι Β.Τ., Σ.Τ., Σ.Π. και Σ.Β., δεύτερος, τρίτος, τέταρτη και πέμπτος των καθ' ων η κλήση, αντίστοιχα.
Τούτο συνομολογείται από την αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο, στο οποίο αναφέρεται ότι ο μέχρι το θάνατο της Α. χήρας Θ.Λ. πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Χατζηβασίλης δήλωσε προφορικά στο ακροατήριο του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, στις 16-2-2005, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη (329/2005), απόφαση το θάνατο αυτής, μάλιστα η δήλωση αυτή, (όπως η αναιρεσείουσα αναφέρει), καταχωρίστηκε στα υπ'αριθ. 329/16-2-2005 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Εφετείου, (τα οποία όμως δεν προσκομίζονται).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι άκυρη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ως άνω αναιρεσίβλητης και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα απορριπτέα είναι και η από 29 Ιουλίου 2008 κλήση προς συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά τους ανωτέρω κληρονόμους της Α. χήρας Θ.Λ.
και δη τις καλούσες Μ.Α.Γ. και Ε.Β.Γ.-.Γ., και τους καθ'ων η κλήση Β.Τ., Σ.Τ., Σ.Π. και Σ.Β., οι οποίοι (καθ'ων), όπως προκύπτει από τις 3323/13-7-2009, 3322/13-7-2003 και 3350/21-7-2009 εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ευαγγελίας Ντούπη, με τις παραπόδας αυτών από 13-7-2009, 13-7-2009 και 21-7-2009 αντίστοιχες αποδείξεις παράδοσης αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του αρμόδιου αξιωματικού υπηρεσίας, και τις από 14-7-2009, 14-7-2009 και 22-7-2009 αντίστοιχες βεβαιώσεις της εν λόγω δικαστικής επιμελήτριας περί ταχυδρομικής αποστολής αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου, καθώς και από την 3349/21-7-2009 έκθεση επίδοσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας, κλητεύθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα για να παραστούν κατά την παρούσα δικάσιμο. 2.- Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.
α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει, ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος Α.Ι.Κ. απεβίωσε στις 22-6-2007, ήτοι μετά την άσκηση της αναίρεσης. Ο θάνατός του γνωστοποιήθηκε, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Τσούτσικου, που έγινε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά την αρχικώς ορισθείσα για συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 24-10-2007 και καταχωρίστηκε στα με ίδια ημερομηνία πρακτικά συνεδρίασης.
Έτσι επήλθε βιαία διακοπή της δίκης. Ο ανωτέρω θανών κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους Μ. χήρα Α.Κ.., Α.Α.Κ.. και Ι.Κ., τέταρτη, πέμπτο και έκτο των καλούντων αντίστοιχα, οι οποίοι και δηλώνουν με την υπό κρίση κλίση, ότι επαναλαμβάνουν τη διακοπείσα λόγω του θανάτου του τετάρτου αναιρεσιβλήτου δίκη.
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, νομίμως επαναλαμβάνεται η προκειμένη δίκη με τους εν λόγω κληρονόμους. 3.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε, τ' ακόλουθα: "Επίδικα είναι: 1) Οικόπεδο εμβαδού 3.763,17 μ2 που βρίσκεται στη θέση "Β.Π.-.Κ." της νήσου Λ.
και συνορεύει βορειοανατολικά με δημοτική οδό, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Π.Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία Α.Κ., νότια με ιδιοκτησίες Π.Κ., Α.Κ. και Μ.Κ., νοτιοδυτικά με ιδιοκτησίας Α.Κ., δυτικά με ιδιοκτησία Γ.Π. και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Γ.Μ.. 2) Οικόπεδο, εμβαδού 2.327,70 μ2, που βρίσκεται στη θέση "Δ." της Λ.
και συνορεύει βορειοανατολικά με δημοτική οδό, βόρεια με δημοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Θ.Μ., νότια με δημοτική οδό, δυτικά με ιδιοκτησία Ν.Γ. και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Μ.Μ.. 3) Το 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, εμβαδού 241 μ2 με τη σ' αυτό παλαιά οικία, που βρίσκεται στη θέση "Μ.-.Α.Μ." Λ.και συνορεύει βόρεια και βορειοανατολικά με δημοτική οδό, νοτιοανατολικά και νότια με ιδιοκτησία Π.Π.
και βορειοδυτικά με δημοτική οδό. Τα ακίνητα αυτά, καθώς και άλλα ακίνητα περιήλθαν στην Ε. ή Ε., χήρα Δ.Λ. ως προίκα δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1908 προικοσύμφωνου της Δημογεροντίας Λ.που καταχωρήθηκε στα βιβλία της (τόμος 15, σελ. 34 με αύξοντα αριθμό 59). Η κυριότητα της Ε.-.Ε.Λ. επί των ακινήτων αυτών συνομολογείται από όλους τους διαδίκους.
Απλά στη συνέχεια διαφοροποιούνται οι διάδικοι και οι μεν ενάγοντες διατείνονται ότι τα ακίνητα αυτά περιήλθαν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, τέκνα της, Ξ.Κ., Φ.Λ., Θ.Λ. και Κ. χήρα Ζ., των τριών πρώτων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, και της τέταρτης (Κ.Ζ.) δικαιοπαρόχου της εναγόμενης, η δε εναγομένη ισχυρίζεται ότι η μάμμη της Ε.Λ.
το έτος 1938 έδωσε τα ακίνητα αυτά ως άτυπη προίκα στη μητέρα της Κ.Ζ. και ότι η τελευταία με τα …/1989 και …/1989 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη, που νόμιμα μεταγράφηκαν, μεταβίβασε σ' αυτήν λόγω πωλήσεως τα δύο πρώτα και με γονική παροχή το τρίτο ακίνητο. Επομένως πρέπει να ερευνηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί των διαδίκων.
Η φερόμενη από τους διαδίκους ως κοινή απώτερη δικαιοπάροχος αυτών Ε.ή Ε.Λ. απεβίωσε στις 12-5-1941. Αυτή κληρονομήθηκε από τα τέκνα της: 1) Ξ.Κ., 2) Φ.Λ. 3) Θ.Λ. και 4) Κ. χήρα Ζ.. Μετά το θάνατο της παραπάνω η οποία δεν άφησε διαθήκη, αναμείχθηκαν στην κληρονομιά αυτής οι προαναφερόμενοι και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της.
Στη συνέχεια οι Ξ.Κ.-.Λ. με το …/1-10-1952 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Λέρου Γεωργίου Πατουράκη, που μεταγράφτηκε νόμιμα (τόμος 1 αύξων αριθμός 150) στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Λέρου, αποδέχτηκε την κληρονομία και κατά ποσοστό 1/4 που την αφορούσε. Στην αποδοχή κληρονομίας αναφέρει και τα υπόλοιπα τρία αδέλφια της ως συγκληρονόμους της μητέρας της.
Ακολούθως με το …/1955 ειδικό πληρεξούσιο του τότε συμβολαιογράφου Πειραιά Ιωάννου Ευγενίου Βαρένου, οι διαμένοντες εκτός της νήσου Λ.συγκληρονόμοι Θ.Λ.και Φ.Λ. καθιστούν τις συγκληρονόμους αδελφές τους Κ σύζ. Β.το γένος Λ. (μητέρα της εναγομένης) και τη Ξ.Κ.-.Λ. αντιπροσώπους τους, αντικλήτους τους και χορηγούν την εντολή και το δικαίωμα να διαχειρίζονται απεριορίστως τα κληρονομικά αυτών μερίδια στα αναφερόμενα στο ειδικό αυτό πληρεξούσιο έξι (6) κληρονομιαία ακίνητα.
Στο εν λόγω ειδικό πληρεξούσιο αναφέρονται ρητά και τα τρία επίδικα ακίνητα ως εξής: α) μια οικία κειμένη στη θέση Μ.(είναι ακριβώς το οικόπεδο με την οικία στη θέση "Μ." Α.Μ.Λ., αφού σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα Ν.Π. και της μάρτυρος Ε.Β. η θέση "Μ." είναι στην Α.Μ.), β) ένα κτήμα στη θέση "Β.Π.-.Κ." (συμπίπτει ακριβώς και το τοπωνύμιο "Β.Π." και η περιοχή οικισμού "Κ." με το επίδικο) και γ) έτερο κτήμα κείμενο στη θέση "Δ.", που συμπίπτει ακριβώς με το επίδικο.
Με το ειδικό αυτό πληρεξούσιο δίνουν την εντολή και, το δικαίωμα στους συγκληρονόμους τους (που είναι και η μητέρα της εναγομένης) να εκμισθώνουν τα ακίνητα, να εισπράττουν τα μισθώματα, τους οποιουσδήποτε καρπούς και εισοδήματα. Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης ειδικής εντολής εκμισθώνονταν τα επίδικα ακίνητα κατά διάφορα χρονικά διαστήματα σε διάφορους μισθωτές.
Έτσι κατά το 1953 η Ξ.Κ. εκμίσθωσε το ακίνητο στη θέση "Β.Π." στο Λ.Γ.. Η ίδια (Ξ.Κ.) εκμίσθωσε κατά το 1952, το ακίνητο στη θέση "Δ." και για δύο έτη στον Ε.Ν.. Το ίδιο κτήμα στη θέση Δ. η Ξ.Κ. εκμίσθωσε κατά το 1955 στον Γ.Σ. μέχρι το 1959. Επίσης η Ξ.Κ.-.Λ. εκμίσθωσε την οικία, στη θέση Μ., στον Κ.Π. κατά το 1952 αντί μηνιαίου μισθώματος 25.000 δρχ, προσκομίζονται δε τα ιδιωτικά μισθωτήρια, τα οποία επιβεβαιώνονται και από το μάρτυρα Ν.Π., από τα οποία προκύπτει ότι η συγκληρονόμος Ξ.Κ.-.Λ.
σε εκτέλεση της προαναφερόμενης ειδικής εντολής εκμίσθωνε τα επίδικα ακίνητα σε τρίτους. Τόσο αυτή (Ξ.), όσο και η Κ.Β. (πρώτος σύζυγος) Ζ.(δεύτερος σύζυγος), το γένος Λ., μητέρα της εναγομένης, απέδιδαν λογοδοσία για τη διαχείριση της κοινής κληρομιαίας περιουσίας στα άλλα δύο αδέλφια τους- εντολείς κατά το μέρος των μεριδίων τους.
Την εκκαθάριση των λογαριασμών τους την είχε αναλάβει μετά το έτος 1952 ο λογιστής Μ.Κ.. Κατά το έτος 1985 απεβίωσε ο συγκληρονόμος Θ. Λ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε και επί των επιδίκων ακινήτων από τη σύζυγό του Α.Λ. (6η ενάγουσα) κατά ποσοστό 12/96 και από τα επιζώντα αδέλφια του Ξ.Φ. και Κ.Ζ. (μητέρα της ενάγουσας) κατά ποσοστό 4/96 για το καθένα επί όλης της κληρονομιαίας περιουσίας.
Το έτος 1987 απεβίωσε ο Φ.Λ., ο οποίος με την υπ' αριθμόν 1693/13-6-1985 δημόσια διαθήκη του τότε συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ. 3363/30-10-1987 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο τη σύζυγο του Μ.Λ. (5η ενάγουσα), και έτσι αυτή απέκτησε τα 28/96 επ' όλης της κληρονομιαίας περιουσίας της αρχικής διαθέτιδας Ε.-.Ε.Λ..
Στη συνέχεια και δη κατά το έτος 1988 απεβίωσε και η Ξ.Κ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα παιδιά της Ε., Α., Α.και Ε.(1η, 2η, 3ος, 4ος των εναγόντων) κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας και στην όλη κληρονομία κατά ποσοστό 7/96 ο καθένας. Η Κ.Ζ. το γένος Λ. (μητέρα της εναγομένης), ως μοναδική επιζούσα αδελφή των παραπάνω τριών αδελφών της και συγκληρονόμος κατά το 1/4 ή 28/96 επί της κληρονομιάς της μητέρας της Ε.-.Ε.Λ.
απέκτησε την κυριότητα επί των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το ποσοστό αυτό (28/96). Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι η δικαιοπάροχος μητέρα της έλαβε τα προαναφερόμενα ακίνητα από τη μητέρα της Ε.Λ. το έτος 1938 με άτυπη προίκα ενόψει του γάμου της με τον Ι. Β.(πρώτο σύζυγο της) ουδόλως αποδεικνύεται, θα πρέπει δε να τονισθεί ότι ο γάμος της με τον Ι.
Β.έγινε στον Πειραιά κατά το έτος 1942, ενώ είχε ήδη αποβιώσει από 12-3-1941 η μητέρα της Ε.Λ. και βεβαίως δεν είναι δυνατόν να ευσταθήσει ο ισχυρισμός της ότι έδωσε τα επίδικα ως άτυπη προίκα τέσσερα ολόκληρα χρόνια πριν από το γάμο της (1938-1942 ο γάμος) και μάλιστα όταν ήδη ενάμιση χρόνο πριν από το γάμο της είχε ήδη αποβιώσει η μητέρα της.
Ακόμη θα πρέπει να τονισθεί ότι κατά το ίδιο περίπου χρόνο έγινε και ο γάμος της Ξ., της αγαπημένης θυγατέρας της, πλην όμως δεν δόθηκε ούτε σ' αυτήν ως άτυπη προίκα οποιοδήποτε ακίνητο. Σκοπός της μητέρας τους και επιθυμία της ήταν να περιέλθουν τα ακίνητα μετά το θάνατο της στα παιδιά της ως κληρονομιά.
Έτσι με βάση όλα τα παραπάνω αποδεικνυόμενα οι ενάγοντες και κατά τα ποσοστά που ήδη αναφέρθηκαν έγιναν συγκύριοι των επιδίκων με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή ή από διαθήκη όπως αναφέρθηκε, κληρονομία που αποδέχθηκαν με τις υπ' αριθμούς πράξεις αποδοχής κληρονομιάς όπως αναφέρονται παραπάνω: Της ήδη αναφερθείσας …/1952 του τότε συμβολαιογράφου Λέρου Γεωργίου Πατουράκη, τις υπ' αριθμούς …/1991, …/1991, …/1991, …/1991 πράξεις αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Λαυρίου Μαρίας Ζαφειροπούλου.
Έγιναν ακόμη συγκύριοι με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, αφού τόσο αυτοί (ενάγοντες), όσο και οι δικαιοπάροχοι τους κληρονομούμενοι ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και πριν από την εισαγωγή του αστικού κώδικα με καλή πίστη, ήτοι από το 1908 μέχρι την άσκηση της αγωγής (1-4-1992) και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον επί εικοσαετία πριν από την άσκηση της αγωγής, ήτοι καλλιεργούσαν τα αγροτικά ακίνητα είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπροσώπους και εκμίσθωναν την οικία σε τρίτους καθώς και τα αγροτικά ακίνητα και ελάμβαναν τους καρπούς και τα εισοδήματα, αλλά και με τακτική χρησικτησία καθόσον αφορά το ιδανικό μερίδιο των 28/96 της Ξ.
Λ., που αποδέχθηκε και μετέγραφε την υπ' αριθ. …/1952 πράξη που προαναφέρεται, αφού αυτή και οι καθολικοί διάδοχοι της ασκούσαν πριν από την άσκηση της αγωγής επί 10ετία τουλάχιστον πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη. Η προβαλλόμενη από την εναγομένη ένσταση ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ως ασκηθείσα με παράγωγο τρόπο (τα προαναφερόμενα συμβόλαια πώλησης και γονικής παροχής του έτους 1989 (ενάμιση έτος πριν από την άσκηση της αγωγής (1-4-1992), τα συμβόλαια 16-9-1989) και με έκτακτη χρησικτησία, κρίνεται αβάσιμη κατ' ουσίαν διότι δεν αποδεικνύεται παντάπασι ότι η απώτερη κοινή δικαιοπάροχος των διαδίκων Ε.-.Ε.Λ..
έδωσε τα επίδικα με άτυπη προίκα στη μητέρα της εναγομένης κατά το έτος 1938 ή σε άλλο χρονικό σημείο πριν από τον κατά το έτος 1941 θάνατο της, αλλά ως συγκληρονόμος και αυτή κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου της αποβιώσασας κατά το έτος 1941 χωρίς διαθήκη μητέρας της μαζί με τα άλλα αδέλφια της, δικαιοπαρόχων των εναγόντων, προέβαινε σε πράξεις νομής και κατοχής και ποτέ δεν εκδήλωσε την πρόθεση έναντι των άλλων συγκληρονόμων της να νέμεται πέραν των δικών της ιδανικών μεριδίων και τα μερίδια των συγκληρονόμων αδελφιών της.
Γνωστοποίηση τέτοιας πρόθεσης δεν επικαλείται, αλλά ούτε και αποδεικνύεται από την πλευρά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης. Επομένως η δικαιοπάροχος μητέρα πέραν από το κληρονομικό της μερίδιο των 28/96 επί της κληρονομίας της μητέρας της Ε.Λ. (μάμμης της εναγομένης) δεν απέκτησε με οποιοδήποτε τρόπο κτήση κυριότητας, και κατ' ακολουθίαν η εναγομένη με τα προαναφερόμενα …/1989 και …/1989 συμβόλαια πώλησης και γονικής παροχής αντίστοιχα απέκτησε τα πέρα από τα 28/96 μερίδια παρά μη αληθούς κυρίας.
Απορριπτέα επομένως κρίνεται η ένσταση ιδίας κυριότητας ως αναπόδεικτη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση αυτή ιδίας κυριότητας, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και τις προαναφερόμενες δέκα ένορκες βεβαιώσεις, που δεν είναι επιτρεπτό μέσο κατά τα προαναφερόμενα, έσφαλε και πρέπει δεκτής γενομένης της έφεσης στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν βάσιμης, να εξαφανισθεί η απόφαση και να κρατηθεί για εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, η κρινόμενη αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1094, 1710, 1193, 1198, 1846, 1041, 1042, 1045, 1051 Α.Κ.
και πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, περιέλαβε, αναφορικά με το προαναφερθέν τρίτο επίδικο ακίνητο, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ειδικότερα ενώ στην αρχή δέχεται ότι η απώτερη δικαιοπάροχος των διαδίκων Ε. ή Ε.Λ.
ήταν κυρία του 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός εκ των επίδικων ακινήτων, ήτοι ενός οικοπέδου, εμβαδού 241 τ.μ. με την επ' αυτού παλαιά οικία, που βρίσκεται στη θέση "Μ.-.Α.Μ." Λ., στη συνέχεια διαλαμβάνει, χωρίς καμία αναφορά στο πρόσωπο του άλλου συγκυρίου του οικοπέδου και του τρόπου αποκτήσεως νομής και επί του μεριδίου του, ότι ολόκληρο το ακίνητο αυτό το κατείχαν με διάνοια κυρίου κατά σειρά η ως άνω δικαιοπάροχος, στη συνέχεια τα τέσσερα τέκνα της, στα οποία περιήλθε από κληρονομία της και, τέλος, οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες, στους οποίους περιήλθε από κληρονομία των πιο πάνω άμεσων δικαιοπαρόχων τους και με βάση τη δεύτερη αυτή παραδοχή αναγνωρίζει στο διατακτικό τους αναιρεσιβλήτους συγκυρίους στο συμποσούμενο ποσοστό των 68/96 εξ αδιαιρέτου, ενώ ειδικά ως προς το ως άνω ακίνητο, στο οποίο η απώτερη δικαιοπάροχός τους είχε συγκυριότητα 1/2 εξ αδιαιρέτου, το ποσοστό ανέρχεται σε 48/96 εξ αδιαιρέτου.
Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα.
4- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι και εκείνοι που στηρίζουν την έμμεση απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δε βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της περί κτήσης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων εκ μέρους της άμεσης δικαιοπαρόχου της Κ.Λ.
με έκτακτη χρησικτησία και ειδικότερα τα ακόλουθα έγγραφα: 1) την …/1975 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Ε συζ. Π.Β., που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Λαζάρου Εγγονοπούλου 2) το …/1968 πωλητήριο οικοπέδου του συμβολαιογράφου Λέρου Γεωργίου Πατουράκη, 3) την …/1972 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, ενώπιον του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, 4) το …/1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Εφροσύνης Τζανουδάκη και 5) το …/1981 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου.
Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, και αυτό γιατί το Εφετείο δεν κάνει καμία απολύτως μνεία ή σχολιασμό στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα, όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα κατά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων δεδομένου, ότι από το εκτιθέμενο ειδικότερα, στο αναιρετήριο, περιεχόμενό τους, μπορούσαν αυτά να ενισχύσουν τον ανωτέρω ουσιώδη για τον έκβαση της δίκης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Είναι συνεπώς βάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης.
5.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της, που αφορά τους αναιρεσιβλήτους εκτός από την πέμπτη από αυτούς Α. χήρα Θ.Λ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπό κρίση από 29 Ιουλίου 2008 κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά της 329/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά το μέρος που ασκείται από τις καλούσες Μ.Α.Γ. και Ε.Β.Γ.-.Γ., στρέφεται δε κατά των καθ'ων η κλήση Β.Τ., Σ.Τ., Σ.Π. και Σ.Β., αντίστοιχα.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της Ε συζ. Γ.Β.για αναίρεση της 329/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης Α. χήρας Θ.Λ..
ΑΝΑΙΡΕΙ την 329/2005 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το μέρος της που αφορά τους λοιπούς, εκτός της πέμπτης, αναιρεσιβλήτους.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους, εκτός από την πέμπτη από αυτούς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ