1695/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1695/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του ίδιου Κώδικα, με τις οποίες εξειδικεύεται η προστασία της αξίας του ανθρώπου, παράνομη προσβολή υφίσταται η προσωπικότητα και από την καταχρηστική άσκηση ορισμένου δικαιώματος, εφόσον με αυτή πλήττεται το πρόσωπο του ανθρώπου σε οποιαδήποτε από τις συνιστώσες της αξίας του, στις οποίες περιλαμβάνεται και η πνευματική και σωματική εργασία (Ολ.ΑΠ 812/1980).
Full text
Απόφαση 1695 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1695/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο και Αθανάσιο Καρδαρά. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Δαούτη, Δημήτριο Ζερδελή και Αθανάσιο - Μιλτιάδη Κόκκινο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 618/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6646/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-11-2005 αίτησή του και τους από 26-10-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 22-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δευτέρου λόγου του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ συνάγεται ότι η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος συνιστά παράνομη συμπεριφορά αφού αντίκειται στην απαγόρευση της παραπάνω διατάξεως με την οποία σκοπείται η προστασία όχι μόνο του γενικότερου κοινωνικού αλλά και του προσωπικού συμφέροντος εκείνου κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα στο να μην υποστεί τις δυσμενείς συνέπειες της καταχρηστικής ασκήσεως.
Επομένως, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του ίδιου Κώδικα, με τις οποίες εξειδικεύεται η προστασία της αξίας του ανθρώπου, παράνομη προσβολή υφίσταται η προσωπικότητα και από την καταχρηστική άσκηση ορισμένου δικαιώματος, εφόσον με αυτή πλήττεται το πρόσωπο του ανθρώπου σε οποιαδήποτε από τις συνιστώσες της αξίας του, στις οποίες περιλαμβάνεται και η πνευματική και σωματική εργασία (Ολ.ΑΠ 812/1980).
Ειδικότερα, τέτοια προσβολή συντρέχει και όταν ο εργοδότης κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος, υποβιβάζει τον εργαζόμενο, τοποθετώντας αυτόν σε θέση υποδεέστερη εκείνης που κατείχε προηγουμένως, με αποτέλεσμα να υφίσταται ηθική και επαγγελματική μείωση. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός δικαιούται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, χωρίς να αποκλείεται και η αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (ΑΠ 95/2000, 15/1999, 715/1995).
Εξάλλου, από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώστηκε, αλλά και στην ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών, τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου.
Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο ΄Αρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Με την 1981/2000 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της προγενέστερης από 4.8.1998 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα :
Ο ενάγων προσλήφθηκε την 19.9.1992 από την Τράπεζα "INTERBANK ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τοποθετήθηκε ως Υποδιευθυντής της Διεύθυνσης Διαχείρισης Διαθεσίμων. Τον Ιούλιο του έτους 1996 η ανωτέρω Τράπεζα εξαγοράστηκε από την "ΕΥΡΩΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και τον Οκτώβριο του έτους 1996 ο ενάγων μετακινήθηκε στη Διεύθυνση Οικονομικού Ελέγχου με τα βαθμό του Υποδιευθυντή, αναλαμβάνοντας καθήκοντα Υπευθύνου Υπηρεσίας Υποστήριξης Διεύθυνσης Διαχείρισης Διαθεσίμων και Κεφαλαιαγορών.
Τον Οκτώβριο του έτους 1997 οι ανωτέρω Τράπεζες συγχωνεύτηκαν και αποτέλεσαν μία ενιαία τράπεζα με την επωνυμία "EFB EUROBANK AE" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", τα αρμόδια όργανα της οποίας δεν συμπεριέλαβαν τον ενάγοντα στον κατάλογο των στελεχών της, αλλά τον τοποθέτησαν στη Διεύθυνση Οργάνωσης στην ομάδα εργασίας για το ΕΥΡΩ, θέση που ήταν υποβαθμισμένη, σε σχέση με την προηγούμενη του Υποδιευθυντή Διαχείρισης Διαθεσίμων που κατείχε, με συνέπεια την επαγγελματική του μείωση.
Στη συνέχεια δέχθηκε ότί η ενέργεια αυτή της εναγομένης τράπεζας για την οποία διαμαρτυρήθήκε έντονα, με εξώδικες δηλώσεις του, ο ενάγων, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, και καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εργοδότριας τράπεζας, η οποία, ενόψει του ότι ακολουθούσε σταθερά ανοδική πορεία, επεκτείνοντας τον κύκλο των εργασιών της, είχε την ευχέρεια να τον τοποθετήσει, λαμβάνοντας υπόψη την πολυετή αποδοτική προσφορά του στην αρχική εργοδότριά του αλλά και στην ίδια την εναγομένη, καθώς κι την εμπειρία του, σε θέση Υποδιευθυντή στον Τομέα Διαχείρισης Διαθεσίμων (Treasury) ή Υποδιευθυντή στο Τμήμα Υποστήριξης (Back office) με αντίστοιχη εναρμόνιση των αποδοχών του προς τις θέσεις αυτές, όπως είχε κατά την τελευταία περίοδο της απασχόλησής του στην INTERBANK.
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο δέχτηκε ότί η ως άνω βλαπτική μεταβολή συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, αφού είχε ως αποτέλεσμα την ηθική και επαγγελματική του με ίωση, η οποία επήλθε από υπαιτιότητα της εναγομένης και ακολούθως του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση 1.500.000 δραχμών προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.
Με την ένδικη από 30.6.2000 αγωγή του ο ενάγων, επικαλούμενοι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και το δεδικασμένο που προέκυπτε από την ως άνω απόφαση, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη τράπεζα "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", ως καθολικός διάδοχος της τράπεζας "EUROBANK", να του καταβάλει ως αποζημίωση, για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 1997 μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 1998, ως αποζημίωση, το ποσό των 41.000.000 δρχ.
που αντιστοιχεί στη διαφορά των αποδοχών που έλαβε και εκείνων που θα ελάμβανε αν απασχολείτο ως Υποδιευθυντής Διαχείρισης Διαθεσίμων και τις οποίες η Τράπεζα κατέβαλε σε ομοιόβαθμους με αυτόν συναδέλφους του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί δεδικασμένου, απορρέοντος από την προγενέστερη 1981/2000 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το ζήτημα της βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής του συμβάσεως και της παράνομης και υπαίτιας εκ μέρους της εναγομένης προσβολής της προσωπικότητάς του με την αιτιολογία ότι "η τελεσίδικη αυτή κρίση, ανεξαρτήτως του ότι αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα, δεν μπορεί να αποτελέσει δεδικασμένο στην παρούσα δίκη, διότι η προηγούμενη δίκη, για την οποία εκδόθηκε η αναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, είχε ως αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως, ενώ η παρούσα δίκη έχει ως αντικείμενο την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Και τούτο διότι το αντικείμενο της νέας αγωγής (καταβολή αποζημιώσεως) παρότι είναι διαφορετικό από εκείνο της προηγούμενης δίκης (καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης) έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη της έννομης σχέσης που κρίθηκε στη δίκη εκείνη δηλαδή ότι ο υποβιβασμός του ενάγοντος από τη θέση του Υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Διαχείρισης Διαθεσίμων που κατείχε έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εργοδότριας Τράπεζας και συνιστά βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του συμβάσεως και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, πρόκειται δε για την ίδια έννομη σχέση που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση και αποτελεί προδικαστικό ζήτημα και της ένδικης διαφοράς.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασης το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6646/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2007
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ