Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over wage differences, ruling the lower court correctly rejected the claim as inadmissible due to lack of specific pleading regarding vacant positions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by employees against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The lower court had rejected the claim as inadmissible because the plaintiffs failed to allege the existence of a vacant organizational position at the time of their integration, a requirement for the specific request to be recognized. The Court upheld this ruling, stating that the second ground of appeal was inadmissible because the rejection was based on the omission of this specific element rather than the failure to specify the exact amount of wage differences.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216, 242 of the Code of Civil Procedure; The claim for recognition of the obligation to integrate temporary workers into a specific salary scale is inadmissible if the plaintiff fails to allege the existence of a vacant organizational position at the time of integration, as this is a necessary constituent element of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1694 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1694/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1….., και 9.Π. Ε. του Θ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (... Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.), και 3)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 899/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7226/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/6/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 25-6-2021 και με αριθ. κατ. 4916/662/25-6- 2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 7226/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί αντιθέτων εφέσεων, πρόσθετων λόγων έφεσης και αντέφεσης κατά της με αριθ. 899/2-5-2003 οριστικής απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 22-12-2000 και με αριθ. κατ. 132264/4991/28-12-2000 αγωγής των αρχικώς 12 εναγόντων και συγκεκριμένα των: 1)…. και 12) Π. Ε. στρεφομένης κατά της εναγομένης "..., με αιτήματα την αναγνώριση της υποχρέωσης της τελευταίας αφενός μεν να εντάξει τους εργαζομένους σ' αυτήν, ως άνω, ενάγοντες στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 της κατηγορίας Τ3 του τακτικού προσωπικού και στη συνέχεια στα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια, αφετέρου δε καταβάλει σε καθένα από αυτούς τις προκύπτουσες, αντίστοιχα, μισθολογικές διαφορές.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 899/2003 οριστική απόφαση, αφού απέρριψε το μεν αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να εντάξει τους ενάγοντες στα επόμενα (του 8ου) μισθολογικά κλιμάκια, ως μη νόμιμο, το δε αίτημα για αναγνώριση της υποχρέωσης αυτής να τους καταβάλει μισθολογικές διαφορές ως αόριστο: α) απέρριψε την αγωγή ως προς τους, ως άνω, 1°, 2η, 8°, 9°, 10° και 11° των εναγόντων "ως παραγεγραμμένη" και ως προς τον τρίτο ενάγοντα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς, ως άνω, 4°, 5°, 6°, 7° και 12° των εναγόντων ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι η εναγομένη όφειλε να εντάξει αυτούς από τους αναφερόμενους ειδικότερα χρόνους στο τακτικό προσωπικό της, στην κατηγορία Τ3 (Μηχανολόγοι-Μηχανικοί) με μισθολογικό κλιμάκιο 8.
Κατά της παραπάνω απόφασης άσκησαν: α) οι 11 από τους, ως άνω, ενάγοντες (οι λοιποί πλην του 8ου ενάγοντος Β. Μ.) την από 26-4-2006 και με αριθ. κατ. 3799/28-4-2006 έφεση στρεφόμενη κατά της εναγομένης ... Α.Ε., β) η εναγομένη ... Α.Ε. την από 15-12-2005 και με αριθ. κατ. 952/2006 έφεση στρεφόμενη κατά των, ως άνω, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου και 12ου των εναγόντων, που νίκησαν εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, γ) η, ως άνω, εναγομένη ...
Α.Ε. καθώς και οι ανώνυμες εταιρίες με την επωνυμία ... Α.Ε. και ... Α.Ε, οι οποίες μετά την απόσχιση των οικείων κλάδων της ... Α.Ε., σύμφωνα με τα άρθρα 98 και 123 ν. 4001/2011 (ΦΕΚ Α 179/22-8-2011) υπεισήλθαν στην εκκρεμή δίκη και συνέχισαν αυτή για τους υπαγόμενους στους κλάδους που εισφέρθηκαν σε κάθε μία από αυτές διαδίκους (η μεν ...
Α.Ε. για τους, ως άνω, 1°, 3°, 6°, 7° και 12° των εναγόντων και ήδη 1ο, 2ο, 5ο, 6ο και 9ο των αναιρεσειόντων η δε ... Α.Ε. για τον, ως άνω, 5° ενάγοντα και ήδη 4ο των αναιρεσειόντων), τους από 3-1-2020 και με αριθ. κατ. 60/9/7-1- 2020 πρόσθετους λόγους, στρεφόμενες ομοίως κατά των εφεσιβλήτων στην από 15-12-2005 έφεση και δ) οι ίδιες, ως άνω, εταιρίες την από 3-1- 2020 και με αριθ.
κατ. 59/8/7-1-2020 αντέφεση στρεφόμενη κατά των 11 εκκαλούντων επί της από 26-4-2006 έφεσης. Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, τους πρόσθετους λόγους έφεσης και την αντέφεση: α) απέρριψε κατ' ουσίαν την από 26-4-2006 έφεση ως προς τους 4°, 5°, 6°, 7° των εναγόντων-εκκαλούντων και ως προς τον 12° ενάγοντα-11° εκκαλούντα, ενώ δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς ενάγοντες (πλην του δέκατου των εναγόντων - 9ου των εκκαλούντων Π.
Χ., καθόσον, σύμφωνα με σχετική επισήμανση στο σκεπτικό της απόφασης ο τελευταίος παραιτήθηκε από την έφεση), β) δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 15-12-2005 έφεση, τους πρόσθετους λόγους και την αντέφεση.
Ακολούθως, με την παραδοχή ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο αυτής η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά το χρόνο ένταξης κάθε ενάγοντος-εκκαλούντος στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης ... Α.Ε., εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφενός μεν κατά παραδοχή της από 26-4-2006 έφεσης και χωρίς ειδικό παράπονο των εκκαλούντων, αφετέρου δε κατά παραδοχή σχετικού λόγου της από 15-12-2005 έφεσης και περαιτέρω κράτησε, δίκασε και απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.
Η αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησαν εννέα (9) εκ των αρχικών εναγόντων-εκκαλούντων, οι: 1ος, 3ος, 4ος,5ος, 6ος, 7ος, 9ος, 10ος και 12ος των εναγόντων, δηλαδή, αντίστοιχα, οι 1ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος και 10ος των εκκαλούντων και συγκεκριμένα οι: 1) …..και 9) Π. Ε., στρεφόμενη κατά των, ως άνω, εκκαλουσών-αντεκκαλουσών εταιριών, που νίκησαν στη δευτεροβάθμια δίκη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 28-5-2021 και η αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 25-6-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή της ανταγωγής), πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα παραπάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση, που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (Ολ. ΑΠ 18/1998, Ολ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 886/2018). Η αοριστία όμως της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' του ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1692/2017, ΑΠ 1146/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 3, 4 παρ. 1, 3, 4 και 8, 5 παρ. 1, 3 και 5, 6, 23 παρ. 1, 2 και 3 και 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ... (ΚΚΠ/...), που δημοσιεύθηκε με την υπ' αριθ. 2842/442 από 24/25 Οκτωβρίου 1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 1274/25-10-1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 Ν.
Δ/τος 210/1974 (ΦΕΚ Α 364) επέχει δε ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 23-3-1990 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας προσωπικού ... (ΦΕΚ Β 227/1990), το προσωπικό συνδέεται με τη ... με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Τακτικό προσωπικό είναι εκείνο που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού, ενώ έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών υπαγόμενο σε ορισμένες μόνο διατάξεις του εν λόγω κανονισμού κατά την παρ. 1 του άρθρου 42 αυτού και το οποίο μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό, με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσης.
Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμένους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων. Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσης.
Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα άσκησης καθηκόντων ορισμένης θέσης στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης. Ο πριν την ένταξη διανυθείς χρόνος υπηρεσίας θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στον απαιτούμενο χρόνο για την πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή.
Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα προς τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.
Η ένταξη γίνεται στο μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, με απόφαση του διοικητή, κατόπιν πρότασης της ιεραρχίας. Ουδείς μπορεί να προσληφθεί απευθείας ως τακτικός, η δε πρόσληψη έκτακτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι τη συμπλήρωση διαστήματος πέντε (5) ετών, εντός του οποίου μπορεί να γίνει ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό.
Για την πρόσληψη δε του ως άνω μισθωτού απαιτείται να πληροί ο τελευταίος τις αναγραφόμενες στην παρ. 5 του άρθρου 5 προϋποθέσεις. Μετάταξη του προσωπικού από κατηγορία σε κατηγορία του ιδίου ή άλλου κλάδου είναι δυνατή για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή για λόγους υγείας, εφόσον ο μετατασσόμενος έχει τα προσόντα που απαιτούνται για την κατηγορία και το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής, όπου μετατάσσεται.
Η μετάταξη λαμβάνει χώρα με απόφαση του διοικητή, μετά από πρόταση της ιεραρχίας και γνωμάτευση του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσης, ενώ ο χρόνος έναρξης της μετάταξης καθορίζεται με απόφαση του διοικητή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ..., η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/..., σε συνδυασμό με την ατομική σύμβαση εργασίας ενός εκάστου μισθωτού, που έχει προσληφθεί ως έκτακτος και με τις εκάστοτε ισχύουσες Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.
Η υποχρέωση αυτή της ..., που αντιστοιχεί σε σχετική αξίωση του μισθωτού, έχει ενοχικό χαρακτήρα και πρέπει να εκπληρώνεται από τον εργοδότη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 288 ΑΚ). Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής από τη ..., που ενδέχεται να εκδηλωθεί είτε με τη μη ένταξη του μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της, είτε με την ένταξη αυτού σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη, στην οποία είχε δικαίωμα να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 772/201, ΑΠ 698/2015).
Περαιτέρω, από τις, ως άνω, διατάξεις του ΚΚΠ/... συνάγεται με σαφήνεια ότι για την ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης κατά το χρόνο που διενεργείται ή επιδιώκεται η ένταξη.
Επομένως, στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης ... να κατατάξει τον ενάγοντα σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/..., απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η, κατά τα ανωτέρω, κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 722/2018, ΑΠ 772/2017).
Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 (και όχι από τους αριθμούς 14 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το δεχθεί ότι αναγκαίο στοιχείο του ορισμένου της αγωγής ένταξης έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ... είναι και η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης της αντίστοιχης κατηγορίας, κατά τον αιτούμενο χρόνο ένταξης και με το να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, επειδή το εν λόγω στοιχείο δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο αυτής παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1,2, 5 παρ. 3,4, 6, 22 παρ. 1, 3 εδ. β', 42 παρ. 4 του ΚΚΠ/... και 288 ΑΚ.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 22-12-2000 και με αριθ. κατ. 132264/4991/28-12-2000 αγωγής προκύπτει ότι με αυτήν οι 1ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 90ς, 10ος και 12ος ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι κατά τους αναφερόμενους αντίστοιχους χρόνους προσελήφθησαν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από την εναγομένη, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ..., στην οποία γνωστοποίησαν από την πρόσληψή τους ότι είναι απόφοιτοι αναγνωρισμένων Ανώτερων τεχνικών Σχολών και ότι στις 15-6-1994, 1-7- 1997, 1-1-1998, 1-2-1990, 1-9-1998, 1-7-1999, 5-7-1994, 5-7-1994 και 1- 4-1998, αντίστοιχα, εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό αυτής και συγκεκριμένα οι μεν 3ος, 4ος, 5ος και 12ος στην κατηγορία ΓΎ5-εργάτες και στο μισθολογικό κλιμάκιο 11, οι δε λοιποί στην κατηγορία Τ4-τεχνικοί εν γένει και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10, ενώ ο τελευταίος μετατάχθηκε στην κατηγορία Τ4-Η.
Ότι η εναγομένη, κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τους κατέταξε στις παραπάνω κατηγορίες και μισθολογικά κλιμάκια, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Προσωπικού ..., έπρεπε να τους εντάξει, με βάση τα προσόντα τους και, ειδικότερα τον τίτλο σπουδών καθενός από αυτούς, στη κατηγορία Τ3 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 8.
Ζήτησαν δε: α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη όφειλε να τους εντάξει στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 της κατηγορίας Τ3 και στη συνέχεια να τους προαγάγει στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο 7 και να τους χορηγήσει ακολούθως τις ανά τριετίες μισθολογικές προαγωγές, λαμβανομένης υπόψη και της προϋπηρεσίας τους ως εκτάκτων και β) να αναγνωρισθεί ότι αυτή υποχρεούται να τους καταβάλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε, όπως προεκτέθηκε, την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, επειδή δεν διαλαμβανόταν στο δικόγραφο αυτής η ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης κατά τον αιτούμενο χρόνο ένταξης, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Με βάση όσα προεκτέθηκαν, με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτή αν κατά το συγκεκριμένο χρόνο, που έλαβε χώρα η ένταξη εκάστου ενάγοντος στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, υπήρχε κενή οργανική θέση στην κατηγορία Τ3 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 αυτής, όπου οι ενάγοντες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, δεν κατατάχθηκαν αντίθετα προς την καλή πίστη, ενώ θα έπρεπε από τότε να έχουν καταταχθεί.
Η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, που είναι θεμελιωτική του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς. Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι η εναγομένη είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες ενός εργαζομένου, διότι τον απασχολούσε ως έκτακτο, δεν υποδηλώνει και την ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης, αφού σύμφωνα με τον ΚΚΠ/...
το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για την εξυπηρέτηση έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών, για τις οποίες δεν επαρκεί το προσωπικό που καλύπτει τις οργανικές θέσεις. Γι' αυτό, θα πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην αγωγή, ώστε να αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, ότι κατά την ημερομηνία της ένταξης, της οποίας (ένταξης) η ορθότητα αμφισβητείται, υπήρχε κενή οργανική θέση, στην οποία η διοίκηση της εναγομένης, ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη, παρέλειψε να κατατάξει τον εργαζόμενο [...] Κατ' ακολουθίαν ανωτέρω, η αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολο της, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης ...
για ένταξη έκτακτου μισθωτού σε συγκεκριμένη κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της, απαιτείται να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο αυτής, εκτός των άλλων στοιχείων και η ύπαρξη αντίστοιχης οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, στοιχείο που δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή, κατά το αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το ορισμένο του εν λόγω αιτήματος τους δεν απαιτείται ο προσδιορισμός του ύψους των μισθολογικών διαφορών.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή στο σύνολο της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, επειδή δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο αυτής, ως αναγκαίο στοιχείο, η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, κατά τα προεκτεθέντα, και δεν απέρριψε ειδικώς το, ως άνω, αίτημα της αγωγής λόγω μη προσδιορισμού του ύψους των μισθολογικών διαφορών, η επιδίκαση των οποίων άλλωστε προϋποθέτει την ευδοκίμηση του αιτήματος ένταξης αυτών στην αιτουμένη κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο (ΑΠ 1892/2017, ΑΠ 1415/2015).
Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 25-6-2021 και με αριθ. κατ. 4916/662/25-6-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 7226/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ