Legislator Case Law & Legislation
1694/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on main claim due to procedural violation regarding document production evidence.

Case Number 1694/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's final decision, which had dismissed the plaintiffs' claim for damages regarding their daughter's death. The plaintiffs argued that the lower court improperly rejected their request to produce specific documents proving additional compensation payments made to other family members. The court found the lower court's refusal to order document production violated procedural rules, necessitating a remand for further examination of the main claim while dismissing other appeal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(b) and 495(4) of the Code of Civil Procedure; The court must order the production of documents when their absence prevents the examination of a claim, and a refusal to do so constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
document production appeal procedure civil procedure evidence rules remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1694 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1694/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ά. Α. του Β., 2) Π. συζύγου Ά. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Νικολάου Κοντοσταμάτη και Κωνσταντίνου Δρούγκα και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.) , που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Καραμαρία και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Στυλιανού και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Εταιρείας με την επωνυμία "... SA", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Εταιρείας με την επωνυμία "...)", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαράντη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 25/10/2005 κύρια παρέμβαση της υπό στοιχείο 2 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 529/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 209/2014 μη οριστική και 5502/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/5/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 27/10/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 5502/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, μεταξύ των άλλων, δέχθηκε ως προς τους αναιρεσείοντες την από 7.3.2012 έφεση που είχε ασκήσει η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά της 529/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 1.9.2004 αγωγή τους για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο της κόρης τους, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή τους, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή αυτών περί επιδείξεως εγγράφων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 926 ΑΚ αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν από την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία.

Ως ζημία νοείται τόσο η περιουσιακή όσο και η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που προξενήθηκε από την αδικοπραξία, για τις οποίες οφείλεται χρηματική ικανοποίηση κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, και για την πληρωμή της οποίας ευθύνονται όλοι οι υπαίτιοι εις ολόκληρον (ΑΠ 901/2004). Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ, η οποία αναφέρεται στην περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων υπόχρεων, καθιερώνεται η εις ολόκληρον ευθύνη περισσοτέρων προσώπων είτε επειδή η ζημία προκλήθηκε από κοινή πράξη αυτών, είτε επειδή τα περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται κατά το νόμο το καθένα αυτοτελώς για την αποκατάσταση της ζημίας, αντικειμενικά ή υποκειμενικά, είτε, στην περίπτωση της σωρευτικής ή διαζευκτικής αιτιότητας, ήτοι, όταν η ζημία προήλθε από αυτοτελείς και διακεκριμένες ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) περισσοτέρων προσώπων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, που η καθεμία από αυτές από μόνη της, συνιστά αιτιώδη όρο επαγωγής της ζημίας, με την έννοια της προσφορότητας να προκαλέσει, αυτή καθεαυτή, ολόκληρη τη ζημία, χωρίς ωστόσο, να είναι εφικτή ή εξακρίβωση ποιος αληθινά είναι ο πρόξενος της ζημίας ή ποιο το ποσοστό συμβολής του κάθε δράστη στο επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Στην ανωτέρω περίπτωση η παθητική εις ολόκληρον ενοχή στηρίζεται στο νόμο και οι περισσότεροι οφειλέτες ευθύνονται σε εκπλήρωση της ίδιας παροχής. Υπάρχει δηλαδή ταυτότητα παροχής, που δεν προϋποθέτει αναγκαστικά ταυτότητα του νομικού και πραγματικού λόγου γενέσεως αυτής και ως εκ τούτου η υποχρέωση ή κοινή ευθύνη των συνοφειλετών μπορεί να πηγάζει από διαφορετική αιτία και να γεννήθηκε σε διαφορετικό χρόνο (ΑΠ 283/2013, ΑΠ 81/1991).

Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται όχι μόνο όταν περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται για αδικοπραξία με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και όταν όλα ή μερικά από αυτά ευθύνονται αντικειμενικά και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν η αντικειμενική ευθύνη ρυθμίζεται στον ΑΚ ή σε ειδικούς νόμους. Ο δανειστής έχει το δικαίωμα επιλογής του συνοφειλέτη από τον οποίο θα απαιτήσει την παροχή (ΑΠ 871/2010, ΑΠ 119/1999).

Εφόσον ασκήσει το δικαίωμα αυτό, εάν ικανοποιηθεί πλήρως από το συνοφειλέτη κατά του οποίου έχει στραφεί, το δικαίωμα αναλίσκεται, αφού μόνο μία φορά μπορεί να αξιώσει την εκπλήρωση της παροχής και δεν μπορεί αυτός να αξιώσει εκ νέου την παροχή ή μέρος της από τους λοιπούς συνοφειλέτες. Εάν όμως η παροχή εκπληρωθεί κατά ένα μόνο μέρος, η οφειλή εξακολουθεί να υπάρχει για το ανεκπλήρωτο τμήμα της εις ολόκληρον μεταξύ των οφειλετών.

Εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων 416 επ. ΑΚ, προβλέπονται οι τρόποι απόσβεσης της ενοχής. Μεταξύ αυτών είναι η καταβολή (άρθρο 416 ΑΚ) και η με συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη άφεση του χρέους (άρθρο 454 ΑΚ). Τα άρθρα 483 έως 485 ΑΚ καθιερώνουν την αρχή της αντικειμενικής ενέργειας των σ’ αυτά αναφερόμενων γεγονότων στην περίπτωση που περισσότεροι οφειλέτες οφείλουν την ίδια παροχή και καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά.

Μεταξύ των γεγονότων που έχουν αντικειμενική ενέργεια είναι και η ολική ή μερική εκπλήρωση της οφειλής με καταβολή της από οποιονδήποτε εις ολόκληρο συνοφειλέτη που γίνεται με σκοπό την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή και επομένως αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της απαίτησης του δανειστή και έναντι των υπόλοιπων συνοφειλετών κατ’ ίσο με την καταβολή μέρος (ΑΠ 630/2015), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 416 και 483 παρ. 1 εδ. 1 του ΑΚ.

Η τελευταία μάλιστα είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς τυχόν συμφωνία του δανειστή με τον καταβαλλόντα οφειλέτη για υποκειμενική μόνο ενέργεια της καταβολής είναι χωρίς σημασία (ΑΠ 890/2005). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 454 ΑΚ, επέρχεται απόσβεση της ενοχής και όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους αυτού.

Σε περίπτωση δε παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, η άφεση του χρέους προς έναν από τους συνοφειλέτες από το δανειστή, ενεργεί κατ’ αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 484 ΑΚ, μόνο για αυτόν τον οφειλέτη. Μπορεί, όμως, να συμφωνηθεί μεταξύ αυτών η αντικειμενική ενέργεια της άφεσης χρέους, οπότε ενεργεί και υπέρ των λοιπών και απαλλάσσονται και οι τελευταίοι από την οφειλή (ΑΠ 2259/2014).

Με την άφεση χρέους ο δανειστής παραιτείται από το ενοχικό δικαίωμα, δηλαδή από την απαίτησή του κατά του οφειλέτη για να αποσβεσθεί η ενοχή και να απαλλαγεί ο οφειλέτης από την υποχρέωση της παροχής. Ως παραίτηση δε από ενοχικό δικαίωμα μπορεί να γίνει μόνο με σύμβαση. Η σύμβαση αυτή είναι αναιτιώδης και δεν απαιτείται για το κύρος της τήρηση τύπου και έτσι μπορεί να συναφθεί ρητά, αλλά και να συναχθεί σιωπηρά από πραγματικά γεγονότα.

Πρέπει να είναι σαφής και αναμφίβολη και δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρεται. Εάν παρά την άφεση χρέους ο δανειστής επιχειρήσει να ασκήσει το δικαίωμά του, θα αποκρουστεί από τον οφειλέτη με την προβολή σχετικής ουσιαστικής ανατρεπτικής ενστάσεως. Περαιτέρω, στο άρθρο 871 Α.Κ. ορίζεται ότι με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση.

Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνες των άρθρων 483, 454 και 484 του ΑΚ προκύπτει ότι, ο συμβιβασμός που συνάπτει ένας από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες με το δανειστή, εφόσον δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από αυτόν, ήτοι η αντικειμενική του ενέργεια, ενεργεί υπέρ και σε βάρος του συνοφειλέτη με τον οποίο συμφωνήθηκε ο συμβιβασμός, ενεργεί δηλαδή υποκειμενικά και δεν απαλλάσσει συνεπώς τους άλλους συνοφειλέτες.

Αν όμως ο από τις αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών συμβιβασμός περιέχει γεγονότα που ενεργούν αντικειμενικά, όπως είναι η καταβολή από τον άνω συνοφειλέτη, τότε ο συμβιβασμός, κατά το μέρος αυτό, ενεργεί αντικειμενικά δηλαδή απαλλάσσει και τους λοιπούς συνοφειλέτες, οι οποίοι, επομένως, εφεξής, υποχρεούνται αλληλεγγύως σε καταβολή μόνο της υπόλοιπης παροχής (ΑΠ 1715/2007, ΑΠ 1794/2007, ΑΠ 22/2004).

Επίσης, αν ο συμβιβασμός περιέχει άφεση χρέους προς το συνοφειλέτη από το δανειστή, τότε απαλλάσσει και τους λοιπούς συνοφειλέτες, δηλαδή ενεργεί αντικειμενικά, εφόσον συνομολογήθηκε με τέτοιο σκοπό (ΑΠ 907/2008). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του (του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, μπορεί να επιδικάσει κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εάν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη στην οικογένεια του θύματος και συγχρόνως να καθορίσει το ποσό αυτής που κρίνει εύλογο (ΑΠ 1609/2001).

Σύμφωνα δε με όλα τα ανωτέρω, όταν ο θάνατος κάποιου προσώπου προήλθε από πράξεις περισσοτέρων προσώπων, τα οποία ενέχονται παθητικώς εις ολόκληρον, τότε κάθε μέλος της οικογένειας του θανόντος έχει δικαίωμα να στραφεί είτε εναντίον όλων των συνυπαίτιων είτε διαδοχικά εναντίον καθενός από αυτούς και να ζητήσει να του καταβληθεί χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που έπαθε.

Τούτο διότι, είναι δυνατόν για κάθε υπόχρεο να προσδιοριστεί διαφορετικό ύψος χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 1823/1981), αφού τα ανωτέρω επιμέρους προσδιοριστικά στοιχεία αυτής είναι πιθανόν να διαφέρουν για κάθε συνυπαίτιο.

Συνεπώς ο δικαιούχος έχει το δικαίωμα να εναγάγει ή όλους τους υπαίτιους ταυτόχρονα, ή διαδοχικά, απαιτώντας από καθένα τους ολόκληρη τη χρηματική ικανοποίηση. Στην περίπτωση, όμως, που κάποιος από τους συνυπόχρεους κατέβαλε το ποσό που επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση, δεν δικαιούται ο δικαιούχος να στραφεί πλέον για το ποσό αυτό κατά των υπολοίπων, καθώς η καταβολή, και αν αυτή έγινε στα πλαίσια συμβιβασμού, αναπτύσσει αντικειμενική ενέργεια υπέρ των υπολοίπων συνυπόχρεων, οι οποίοι δικαιούνται να προβάλουν τη σχετική από το άρθρο 483 ΑΚ ένσταση (ΑΠ 328/1981).

Το ίδιο συμβαίνει και εάν για οποιοδήποτε λόγο που ενεργεί κατά τα ανωτέρω αντικειμενικώς, όπως λόγω άφεσης χρέους ή συμβιβασμού, έχει αποσβεσθεί η απαίτηση της χρηματικής ικανοποίησης. Εάν όμως η καταβολή από κάποιο συνοφειλέτη ή η άφεση χρέους ή η παραίτηση που συνιστά άφεση χρέους του δανειστή προς κάποιο συνοφειλέτη ή ο συμβιβασμός του δανειστή με κάποιον των συνοφειλετών, αφορά μέρος της χρηματικής ικανοποίησης, κατά το μέρος που ενεργούν αυτά τα γεγονότα αντικειμενικά, επιφέρουν απαλλαγή των λοιπών συνυπόχρεων μόνο κατά το μέρος τούτο και ο δικαιούχος δικαιούται να απαιτήσει από τους συνοφειλέτες το υπόλοιπο μη αποσβεσθέν μέρος της γι’ αυτή την αιτία απαίτησής του.

Εάν δε δεν έχει καθοριστεί η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να καταβάλει κάθε ένας των συνοφειλετών, το δικαστήριο πρέπει, με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια, να προσδιορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που είναι εύλογο και στη συνέχεια να κρίνει εάν, με τον αντικειμενικό λόγο που προβάλλεται, έχει αποσβεστεί ολόκληρη η σχετική απαίτηση του δικαιούχου ή απομένει υπόλοιπο που πρέπει να πληρώσει ο συγκεκριμένος οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται αυτός.

Εξάλλου, η παραίτηση από ενοχική αξίωση, γίνεται με σύμβαση και συνεπώς, δεν αρκεί μόνο η δήλωση του δανειστή για την παραίτηση, αλλά, για την ολοκλήρωσή της απαιτείται και η αποδοχή από τον οφειλέτη της παραίτησης αυτής. Σύμφωνα δε με όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, ο εναγόμενος οφειλέτης, προτείνοντας ένσταση απόσβεσης της ένδικης αξιούμενης από αυτόν οφειλής πρέπει να ιστορήσει είτε καταβολή της οφειλής, είτε κατάρτιση του ίδιου συμβιβασμού με το δανειστή, είτε συμφωνία αυτού με το δανειστή για την άφεση από τον τελευταίο του χρέους.

Εάν, όμως, ο οφειλέτης την απόσβεση της οφειλής του στηρίζει στη σύναψη συμβιβασμού μεταξύ του δανειστή και τρίτου, και την αντικειμενική ενέργεια του συμβιβασμού και ως προς αυτόν ή σε παραίτηση του δανειστή από την αξίωση αυτή που δηλώθηκε στα πλαίσια συμβιβασμού με τον τρίτον, και συνεπώς την άφεση του χρέους που ισχύει και ως προς αυτόν, πρέπει να ισχυριστεί τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική ενέργεια και ως προς αυτόν του συμβιβασμού ή της άφεσης χρέους, και συγκεκριμένα, ότι με τον τρίτο, με τον οποίο καταρτίστηκε ο συμβιβασμός αυτός, συνδέεται ως προς την συγκεκριμένη ένδικη παροχή με δεσμό παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, ήτοι ότι οφείλει την παροχή του συμβιβασμού και το χρέος που αποτέλεσε το αντικείμενο της παραίτησης, με βάση συγκεκριμένο λόγο ευθύνης, αντικειμενικό ή υποκειμενικό, εις ολόκληρον μετά του συμβληθέντος, καθώς και ότι προκύπτει η αντικειμενική ενέργεια του συμβιβασμού ή της άφεσης χρέους και ως προς τους λοιπούς συνοφειλέτες.

Μόνο έτσι θεμελιώνεται στο νόμο η ένσταση απόσβεσης της οφειλής του, καθόσον χωρίς την εις ολόκληρον ευθύνη τους δεν μπορεί να συντρέχει περίπτωση οφειλής της ίδιας παροχής, ούτε να υπάρχει αντικειμενική ενέργεια του συμβιβασμού ή της παραίτησης που έχει συνάψει ο τρίτος με το δανειστή στη δική του οφειλή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 29/1998, ΑΠ 156/2017). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόσθηκε, η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 28/1997, ΟλΑΠ 30/1997).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Γι’ αυτό προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Από το προσαγόμενο μετ’ επικλήσεως από 31.8.2004 έγγραφο, που τιτλοφορείται "ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΕΥΡΩ 70432,80 (ισάξιο προς δραχμές 24.000.000) ΚΑΙ ΠΛΗΡΗΣ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ", που υπογράφηκε μεταξύ των νυν εναγόντων/εφεσιβλήτων, της εταιρίας με την επωνυμία "...

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ " και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες είχαν ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7-3-2002 και υπ’ αριθ. καταθ. .../2002 αγωγή τους κατά της ... Α.Ε. των δύο πιλότων (κυβερνήτη και συγκυβερνήτη) του αεροσκάφους ... με στοιχεία νηολόγησης ..., καθώς και κατά της ...., ζητώντας από τους τελευταίους να τους καταβάλουν ένα ποσό ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου της θυγατρός τους Ν.

Α. στο επισυμβάν στις 14-9-1999 αεροπορικό ατύχημα. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 5604/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως ουσία αβάσιμη λόγω παραγραφής. Στη συνέχεια οι ενάγοντες ήλθαν σε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς τους αυτής έναντι καταβολής ποσού 70432,80 Ευρώ. Στο σχετικό έγγραφο που συνέταξαν και υπέγραψαν οι ενάγοντες την 31 Αυγούστου 2004 "ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΕΥΡΩ 70432,80 ΚΑΙ ΠΛΗΡΗΣ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" οι ενάγοντες βεβαιώνουν ότι έλαβαν από ή εξ ονόματος της ...

το ανωτέρω ποσό των 79432,80 Ευρώ με την ακόλουθη δήλωση: "ΣΕ ΠΛΗΡΗ, ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΟΛΟΣΧΕΡΗ ΚΑΤΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΜΑΣ οποιουδήποτε είδους ή φύσεως, είτε αυτές αφορούν αποζημίωση μας λόγω στέρησης διατροφής ή υπηρεσιών είτε αφορούν χρηματική ικανοποίησή μας λόγω ψυχικής οδύνης, και πηγάζουν ή προκύπτουν από ή σχετίζονται ή συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με το θάνατο της θυγατέρας μας Ν.

Α., η οποία έχασε τη ζωή της κατά το ατύχημα του εφ ού επέβαινε αεροσκάφους ... με στοιχεία νηολόγησης ... που συνέβη στις 14 Σεπτεμβρίου 1999 κατά το ταξίδι από την ..., λίγα λεπτά πριν από την προσγείωσή του στο αεροδρόμιο ...". Επίσης δε στο ίδιο αυτό έγγραφο οι ενάγοντες εδήλωσαν τα εξής: "Δηλώνουμε και επιβεβαιώνουμε ότι με τη λήψη του πιο πάνω αναφερομένου συνολικού ποσού των Ευρώ 70432,80, που μας καταβλήθηκε σήμερα κατά τον αναφερόμενο πιο πάνω τρόπο, θεωρούμε αμφότεροι και ο καθένας από μας χωριστά τους εαυτούς μας πλήρως και ολοσχερώς ικανοποιηθέντες αναφορικά με όλες τις απαιτήσεις και αξιώσεις οποιουδήποτε είδους εν γένει, τις οποίες και οι δυό μας από κοινού ή ο καθένας από μας χωριστά είχαμε, έχουμε ή πιθανόν να έχουμε στο μέλλον ως προκύπτουσες από την απώλεια της πιο πάνω προσφιλούς μας κόρης Ν.

Α.". Εξάλλου, στον όρο 4 της πιο πάνω "Τελικής Απόδειξης" δηλώνεται η εκχώρηση και μεταβίβαση, λόγω υποκαταστάσεως, προς την ... όλων των δικαιωμάτων, απαιτήσεων και αξιώσεων οποιουδήποτε είδους ή φύσεως, παρόντων ή μελλόντων, και αγωγή εναντίον οποιουδήποτε τρίτου, συμπεριλαμβανομένης ρητώς της 1ης εναγομένης/εκκαλούσας, μέχρι του καταβληθέντος ποσού.

Στον δε όρο 5 ρητώς δηλώνουν τα ακόλουθα: "Εν όψει των πιο πάνω, παραιτούμεθα με την παρούσα από όλες τις αγωγές, απαιτήσεις ή αξιώσεις, τις οποίες δικαιούμεθα ή πιθανόν να δικαιούμεθα στο μέλλον να ασκήσουμε για την απώλεια της ως άνω προσφιλούς μας κόρης Ν. Α. εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο πιθανόν να έχει ανάμιξη, άμεση ή έμμεση και με οποιοδήποτε τρόπο, στο πιο πάνω αεροπορικό ατύχημα ή το οποίο πιθανόν να θεωρηθεί υπεύθυνο γι’ αυτό, συμπεριλαμβανομένων χωρίς περιορισμό των κατασκευαστών του αεροσκάφους ή οποιουδήποτε τμήματος αυτού, των αρχών των εμπλεκομένων αεροδρομίων και/ή των υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας, και παραιτούμεθα από τις πιο πάνω αγωγές και αξιώσεις προς όφελος των Εναγομένων, ώστε να υλοποιηθεί η γενόμενη προς την εταιρεία "..." εκχώρηση και υποκατάσταση στις απαιτήσεις και αξιώσεις μας, που αναφέρονται πιο πάνω".

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι μεταξύ των πλειόνων συνοφειλετών της αξίωσης αποζημιώσεως λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων λόγω του θανάτου της θυγατρός τους στο αεροπορικό ατύχημα της 14-9-1999 υφίσταται παθητική εις ολόκληρο ενοχή που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ.

Μεταξύ μερικών εκ των συνοφειλετών, οι οποίοι ενήχθησαν αρχικά από τους ενάγοντες και των τελευταίων, συνήφθη εξώδικος συμβιβασμός και καταβολή του συμφωνηθέντος ποσού με τη ρητή επισήμανση στο σχετικό συμφωνητικό, ότι, παραιτήθηκαν από όλες τις αγωγές, απαιτήσεις ή αξιώσεις, τις οποίες δικαιούνται ή πιθανόν να δικαιούνται στο μέλλον να ασκήσουν για την απώλεια της θυγατρός τους Ν.

Α. εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο πιθανόν να έχει ανάμιξη, άμεση ή έμμεση και με οποιοδήποτε τρόπο, στο πιο πάνω αεροπορικό ατύχημα ή το οποίο πιθανόν να θεωρηθεί υπεύθυνο γι’ αυτό, συμπεριλαμβανομένων χωρίς περιορισμό των κατασκευαστών του αεροσκάφους ή οποιουδήποτε τμήματος αυτού, των αρχών των εμπλεκομένων αεροδρομίων και/ή των υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας.

Η καταβολή του εκ του συμβιβασμού προκύψαντος ποσού προς τους ενάγοντες, στερεί από τους τελευταίους το δικαίωμα να ασκήσουν αξίωση κατά της 1ης εναγομένης, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει αξίωση και η αγωγή τους θα έπρεπε να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Τούτο δεν αναιρείται από το γεγονός ότι για την εκχώρηση των αξιώσεων στην ...

δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 933 ΑΚ, αφού πέραν τούτου, η σχετική σύμβαση περιέχει και άλλες ισχυρές διατάξεις και εν προκειμένω της παραιτήσεως των εναγόντων από τις αξιώσεις τους, μετά την εις αυτούς καταβολή του συμφωνηθέντος ποσού". Ακολούθως το Εφετείο κατά παραδοχή της έφεσης εξαφάνισε την οριστική απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και δικάζοντας κατ’ ουσία απέρριψε την αγωγή αυτή.

Από τις ανωτέρω παραδοχές σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή με τις εξής δύο επάλληλες αιτιολογίες. 1) Ότι ο εξώδικος συμβιβασμός που είχε συναφθεί μεταξύ των αναιρεσειόντων και των αντισυμβαλλομένων τους, ήτοι της εταιρίας με την επωνυμία "... ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την πρώτη αναιρεσίβλητη της αγωγικής αξίωσης, λόγω της σχέσης της παθητικής εις ολόκληρο ενοχής που τους συνδέει και η καταβολή του χρηματικού ποσού που συμφωνήθηκε, στερεί από τους αναιρεσείοντες το δικαίωμα να ασκήσουν την αξίωση κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθόσον δεν υπάρχει πλέον αξίωση των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσίβλητων από την αιτία αυτή και 2) ότι οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες με την από 31 Αυγούστου 2004 δήλωσή τους στην αναφερόμενη απόδειξη καταβολής του ποσού των 70432,60 ευρώ, παραιτήθηκαν από την ένδικη αξίωσή τους, με τη ρητή αναφορά ότι παραιτούνται από όλες τις αγωγές, απαιτήσεις ή αξιώσεις τις οποίες δικαιούνται ή πιθανόν να δικαιούνται στο μέλλον να ασκήσουν για την απώλεια της θυγατέρας τους εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο πιθανόν να είχε ανάμιξη, άμεση ή έμμεση και με οποιοδήποτε τρόπο, στο πιο πάνω αεροπορικό ατύχημα ή το οποίο πιθανόν να θεωρηθεί υπεύθυνο γι’ αυτό, συμπεριλαμβανομένων χωρίς περιορισμό των κατασκευαστών του αεροσκάφους (ήτοι της αναιρεσίβλητης ...

S.A.) ή οποιουδήποτε τμήματος αυτού, των αρχών των εμπλεκομένων αεροδρομίων και των υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας. Με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την απόφαση με την εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αποδίδοντας την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 483, 484, 926 και 871 ΑΚ, ευθέως και εκ πλαγίου, περιέχοντας ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της αποδοχής σχέσεως παθητικής εις ολόκληρο ενοχής μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και των αντισυμβαλλομένων των αναιρεσειόντων στον εκτεθέντα συμβιβασμό, της αποσβεστικής ενέργειας του αποτελέσματος της καταβολής του ποσού του συμβιβασμού και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία που δεν μετείχε στο συμβιβασμό και λόγω της παράβασης αυτής απέρριψε την αγωγή τους κατ’ ουσίαν.

Επίσης με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης, προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αρ. 8 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δέχθηκε η προσβαλλόμενη ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν συνοφειλέτης, συνδεόμενη με το δεσμό της παθητικής εις ολόκληρο ενοχής με τους συμβληθέντες στον προαναφερόμενο συμβιβασμό, εντεύθεν δε ότι λόγω της καταβολής του ποσού του συμβιβασμού και της παραίτησης των αναιρεσειόντων αποσβέστηκε η αξίωση αυτών, ενώ τέτοιος ισχυρισμός, παθητικής εις ολόκληρο ενοχής, δεν είχε προβληθεί από την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή η καταβολή του εκ του συμβιβασμού προκύψαντος ποσού προς τους ενάγοντες, από κάποιους συνοφειλέτες που συνήψαν τη σύμβαση του συμβιβασμού με αυτούς, μεταξύ των οποίων και της πρώτης αναιρεσίβλητης υφίσταται παθητική εις ολόκληρον ενοχή, στερεί από τους τελευταίους το δικαίωμα να ασκήσουν αξίωση κατά της πρώτης εναγομένης, θεωρώντας ότι με την καταβολή έχει αποσβεσθεί στο σύνολό της η αξίωση και έναντι αυτής, χωρίς να ερευνήσει το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης που οφείλει να πληρώσει στους ενάγοντες η εναγομένη με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία που προσκομίστηκαν και αφορούσαν τους διαδίκους αυτούς και να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η χρηματική ικανοποίηση ανέρχεται στο ποσό της καταβολής από τους μετέχοντες στη σύμβαση συμβιβασμού συνοφειλέτες, ώστε με την καταβολή να επέλθει απόσβεση της αξίωσης των εναγόντων και ως προς αυτήν, παραβίασε ως προς τούτο τις προαναφερθείσες σχετικές διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, το Εφετείο περιέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: α) δεν διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της απόφασης, την αιτία στην οποία στηρίζεται η σχέση παθητικής εις ολόκληρο ενοχής μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και των αναφερομένων, ως συμβληθέντων, στον επίδικο συμβιβασμό, ώστε να μπορεί να κριθεί ότι η καταβολή του ποσού του συμβιβασμού ενεργεί και υπέρ της αναιρεσίβλητης και απαλλάσσει αυτήν από την ένδικη αξίωση, β) δέχεται ότι η καταβολή στερεί από τους ενάγοντες το δικαίωμα να ασκήσουν αξίωση κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθόσον δεν υπάρχει πλέον αξίωση, χωρίς να αναφέρεται, αν και η κατ’ αυτής αξίωση χρηματικής ικανοποίησης ανέρχεται σε ίδιο ποσό με εκείνο που καταβλήθηκε για την αιτία αυτή.

Κατόπιν αυτών οι σχετικοί από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 115/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της και δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη είναι "συνοφειλέτης" και συνδέεται με δεσμό παθητικής εις ολόκληρον ενοχής με τα πρόσωπα που συμβλήθηκαν με τους αναιρεσείοντες στον συμφωνηθέντα, με το από 31.8.2004 έγγραφο, συμβιβασμό, τον οποίο ισχυρισμό δεν είχε προβάλει η πρώτη αναιρεσείουσα και ο οποίος είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης καθόσον η προσβαλλομένη δέχθηκε απόσβεση της αξιώσεώς τους λόγω καταβολής ή παραιτήσεως και απέρριψε την αγωγή τους.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 7.3.2012 (αρ. κατ. 1759/2012) εφέσεως της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της 529/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε την ένσταση αυτής "περί παραίτησης των εφεσίβλητων Ά.

Α. και Π. Α. από τις διατεινόμενες αξιώσεις τους σε βάρος της εταιρείας μας που ασκήθηκαν με την από 1.9.2004 με αριθμό κατάθεσης .../2004 αγωγή.." με την αιτιολογία ότι η καταβολή του ποσού του συμβιβασμού "δεν μπορεί να οδηγήσει στην απόσβεση της τυχόν αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων καθώς οι εναγόμενοι της υπό κρίση αγωγής (δηλαδή και η αναιρεσίβλητη) δεν ισχυρίζονται ότι είναι συνυπαίτιοι ούτε ότι συνδέονται με το δεσμό της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής με κάποιο από τα πρόσωπα που προαναφέρθηκαν (...

Α.Ε.Ε.Γ.Α., κυβερνήτη και συγκυβερνήτη του αεροσκάφους) (δηλαδή τους συμβληθέντες με τους ενάγοντες στη σύμβαση συμβιβασμού) ώστε τυχόν καταβολή ή άφεση χρέους να ενεργήσει αντικειμενικά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 483 και 484 ΑΚ και να έχει ενέργεια και έναντι των εναγομένων με την υπό κρίση αγωγή".

Προς τούτο ισχυρίζεται ότι η ένσταση αυτής για την απόσβεση της ασκούμενης με την ένδικη αγωγή αξιώσεως των εναγόντων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο της θυγατέρας τους κατά το ιστορούμενο αεροπορικό ατύχημα, θεμελιώνεται στην παραίτηση των εναγόντων η οποία περιέχεται στο από 31.8.2004 έγγραφο του συμβιβασμού, με το οποίο οι ενάγοντες παραιτήθηκαν ρητά και ανεπιφύλακτα από όλες τις αγωγές, απαιτήσεις ή αξιώσεις που δικαιούνται ή πιθανόν θα δικαιούνται στο μέλλον να ασκήσουν για την απώλεια της κόρης τους εναντίον οποιουδήποτε προσώπου το οποίο πιθανόν να έχει ανάμιξη, άμεση ή έμμεση και με οποιοδήποτε τρόπο, στο αεροπορικό ατύχημα ή το οποίο πιθανόν να θεωρηθεί υπεύθυνο γι’ αυτό συμπεριλαμβανομένων χωρίς περιορισμό των κατασκευαστών του αεροσκάφους, δηλαδή της ίδιας, ή οποιουδήποτε τμήματος αυτού, των αρχών των εμπλεκόμενων αεροδρομίων ή των υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας και παραιτούνται από τις αγωγές και αξιώσεις ώστε να υλοποιηθεί η εκχώρηση και υποκατάσταση στις απαιτήσεις που έγινε προς την ..., και ότι συνεπώς παραιτήθηκαν και από οποιαδήποτε αγωγή και αξίωσή τους (στο σύνολό της) κατά της εναγομένης εταιρείας ως κατασκευάστριας του ένδικου αεροσκάφους και ότι η παραίτηση αυτή στηρίζεται στην αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και της ελεύθερης διάθεσης των εναγόντων δικαιούχων της απαίτησης χρηματικής ικανοποίησης και στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και ότι η προβληθείσα ένσταση δεν στηρίζεται στις διατάξεις περί της εις ολόκληρο ευθύνης της εναγομένης εταιρείας με τους συμβληθέντες στη σύμβαση του συμβιβασμού, όπως υπολαμβάνει η προσβαλλόμενη με την έφεση απόφαση και συνεπώς δεν απαιτούνταν να ισχυριστεί ότι είναι συνυπαίτια με τους τελευταίους ούτε ότι συνδέεται με αυτούς με το δεσμό της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, προκειμένου να ευδοκιμήσει η ένσταση περί απόσβεσης της ένδικης απαίτησης των εναγόντων.

Περαιτέρω δε ότι την μονομερή αυτή δήλωση των εναγόντων περί της παραιτήσεώς τους, η οποία είναι ρητή, σαφής, αναμφίβολη, ανεπιφύλακτη, οριστική και ανεπίδεκτη ανάκλησης, απευθύνεται δε και προς την εναγομένη εταιρεία, και αποτελεί πρόταση των εναγόντων για τη σύναψη σύμβασης αφέσεως του διατεινόμενου από αυτούς και αβέβαιου χρέους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης από το θάνατο της θυγατέρας τους, αποδέχθηκε η εναγομένη εταιρεία άτυπα όταν περιήλθε σε γνώση της αλλά και με τις προτάσεις της με την προβολή αντίστοιχης ένστασης περί παραιτήσεως και με τον τρόπο αυτό συνήφθη μεταξύ των αναιρεσειόντων και εκείνης (αναιρεσίβλητης) σύμβαση άφεσης χρέους για την ασκούμενη με την αγωγή αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο της κόρης των αναιρεσειόντων, που έχει ως συνέπεια να είναι αβάσιμη η αγωγή.

Είναι φανερό ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν είχε προβάλει την απόσβεση της αξιώσεως των αναιρεσειόντων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, θεμελιώνοντας αυτήν στη σχέση παθητικής εις ολόκληρον ενοχής της ίδιας με τους συμβαλλόμενους στη σύμβαση συμβιβασμού αντιδίκους των αναιρεσειόντων, ως συνυπόχρεων από το ενδιαφέρον την υπόθεση αεροπορικό ατύχημα και στην αντικειμενική ενέργεια του καταρτισθέντος μεταξύ των αναιρεσειόντων και τρίτων συμβιβασμού και ακολούθως στην καταβολή του ποσού του συμβιβασμού η οποία, ως στοιχείο που ενεργεί αντικειμενικά και για τους συνοφειλέτες που ευθύνονται εις ολόκληρον, επέφερε την απόσβεση της αξιώσεως αυτής, καθώς και στην παραίτηση από την αξίωση και στην αντικειμενική ενέργεια αυτής.

Βάση της ενστάσεως ήταν η παραίτηση των εναγόντων από την αγωγική αξίωση και εντεύθεν η κατάρτιση σύμβασης άφεσης χρέους με την αποδοχή της σχετικής πρότασης. Όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η καταβολή του εκ του συμβιβασμού προκύψαντος ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, απαλλάσσει και την εναγομένη από την οφειλή αυτής της παροχής, αφού η καταβολή έγινε από αντισυμβαλλόμενο στη σύμβαση συμβιβασμού πρόσωπο με το οποίο η εναγομένη τελεί σε σχέση παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, ως προς την ασκούμενη με την αγωγή αξίωση, καθώς και ότι η παραίτηση των αναιρεσειόντων από την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης που έγινε με την ανωτέρω "τελική απόδειξη", ενεργεί αντικειμενικά και ως προς τους λοιπούς συνοφειλέτες που ευθύνονται εις ολόκληρο με τους συμβληθέντες προς τους οποίους δηλώθηκε η παραίτηση, όπως είναι και η πρώτη αναιρεσίβλητη, και λόγω της με τον ανωτέρω τρόπο αποσβέσεως της οφειλής απέρριψε την αγωγή.

Συνεπώς, το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ευθύνεται εις ολόκληρο για την αγωγική αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, με τους αντισυμβαλλόμενους των αναιρεσειόντων στο συμβιβασμό και ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης που αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκούνται με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Η αλήθεια όμως των περιστατικών αυτή καθεαυτήν δεν ανήκει στην έννοια του ισχυρισμού, αλλ’ επιβεβαιώνει την ύπαρξή τους στο χώρο της εμπειρίας.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/96, ΑΠ 1434/2010, ΑΠ 1255/2004).

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την απόφαση διατεινόμενοι ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που είχαν προτείνει για τη θεμελίωση της παρεμπίπτουσας αγωγής τους με την οποία ζητούσαν την επίδειξη εγγράφων και ειδικότερα: 1) του αναφερόμενου στην γνωμοδότηση του Καθηγητή Γ.

Ν. από 7.12.2005 "συμφωνητικού" που καταρτίστηκε μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών, 2) του αναφερόμενου στην ίδια γνωμοδότηση εγγράφου με το οποίο η αναιρεσίβλητη συμβλήθηκε εγγράφως εκ τρίτου στην ως άνω συμφωνία, 3) του υπογραμμένου πρωτοτύπου (άλλως επικυρωμένου αντιγράφου) της δημοσιευθείσας ως άνω γνωμοδότησης, 4) του εγγράφου "τελική απόδειξη και πλήρης εξόφληση απαιτήσεων" την οποία υπέγραψαν περί το τέλος του έτους 2003 οι συγγενείς του θανατωθέντος στο ίδιο ατύχημα Π.

Π. για την είσπραξη ποσού για τις απαιτήσεις τους και 5) της εξοφλητικής απόδειξης την οποία υπέγραψαν κατά την είσπραξη πρόσθετου ποσού οι ως άνω συγγενείς του Π. Π. και με την οποία παραιτήθηκαν των αξιώσεών τους κατά της αναιρεσίβλητης. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς των που προέβαλαν για τη θεμελίωση της αγωγής τους αυτής:

α) ότι είχε αποκρυβεί από τους αντιδίκους τους ότι η ... με το από 7.12.2005 συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών των εμπλεκομένων στο ατύχημα που συνέβη στις 14.9.1999 εντός του κρατικού αεροσκάφους ..., είχε αναλάβει την υποχρέωση να "υπερασπίζεται, αποζημιώνει και προφυλάσσει" την αναιρεσίβλητη από κάθε αγωγή σχετική με το ατύχημα αυτό και επομένως στερούνταν εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της κύριας παρέμβασης που άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης ζητώντας να υποχρεωθεί να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό τυχόν υποχρεωθεί αυτή να πληρώσει στους αναιρεσείοντες, ότι τελικώς η εκχώρηση που επικαλείται η ...

των αξιώσεων των αναιρεσειόντων σ’ αυτήν, αποτέλεσε το μέσον με το οποίο επιχειρήθηκε "το θάψιμο" των αξιώσεών τους κατά της αναιρεσίβλητης, γεγονός που καθιστά (επικουρικώς) όλως καταχρηστική την επίκληση εκ μέρους της ... της εκχώρησης και εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της παραιτήσεώς τους από τις αξιώσεις τους κατ’ αυτής, και ότι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους αυτών που κατατείνουν στην απόρριψη των εφέσεων της αναιρεσίβλητης και της ..., της κύριας παρέμβασης της τελευταίας και την παραδοχή της αγωγής τους απαιτείται η χορήγηση των ανωτέρω με αριθ. 1, 2, και 3 εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή των εναγομένων με την παρεμπίπτουσα αγωγή, β) ότι οι αντίδικοι αποκρύπτουν την καταβολή από αυτούς πρόσθετου ποσού χρηματικής ικανοποίησης σε μέλη της οικογένειας του Π.

Π., θανατωθέντος στο ίδιο ατύχημα με την κόρη τους, πέρα από εκείνο που αρχικά είχε καταβληθεί για την αιτία αυτή από την ... και την ... Α.Ε., μολονότι και αυτοί είχαν υπογράψει όμοιου περιεχομένου απόδειξη είσπραξης με τους αναιρεσείοντες, είχαν εκχωρήσει τις αξιώσεις τους στην ... και είχαν παραιτηθεί, όπως οι αναιρεσείοντες από τις λοιπές αξιώσεις τους, και προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού που κατατείνει στην απόρριψη της κύριας παρέμβασης της ..., στην παραδοχή της αγωγής των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης, και στην απόρριψη των εφέσεων που άσκησαν εναντίον τους, είναι αναγκαίο να τους χορηγηθούν τα ανωτέρω με αριθ. 4 και 5 έγγραφα που κατέχονται από τους εναγομένους στην παρεμπίπτουσα αγωγή τους.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, πλην, όμως, κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα, απορρίπτοντας αυτούς και κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή επιδείξεως εγγράφων. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, που αναφέρεται σε παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.

β’ ΚΠολΔ, ως προς την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής περί επιδείξεως εγγράφων, είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της αιτήσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορούν οι γενόμενοι δεκτοί ως άνω λόγοι αναίρεσης ήτοι της κύριας αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Επίσης, μετά την παραδοχή της αναίρεσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση αυτής, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 511/2015 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 5502/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς το κεφάλαιο της κύριας αγωγής.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Διατάσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσίβλητων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ